« Στην γραμμή της ανατροπής….το 1968 στην Ασία και την Αφρική», HotDoc History 29, 6-7/1/2018

To 1968 υπήρξε αναμφισβήτητα η πλέον ανατρεπτική –ως τότε- χρονιά της μεταπολεμικής περιόδου. Γεμάτη γεγονότα βίαια και τραγικά και εικόνες που χαράχτηκαν για πάντα στην ιστορική μνήμη είτε για την ουσιαστική δυναμική τους είτε ακόμα και για την γραφικότητά τους. Παντού, κατά τη διάρκεια μιας περιόδου οικονομικής ευημερίας χωρίς προηγούμενο, νέοι, συχνά προερχόμενοι από τις πιο εύπορες τάξεις, εξεγείρονται κατά των κρατικών και εκπαιδευτικών θεσμών, του στρατού, της μισθωτής εργασίας, του καταναλωτισμού, κατά όσων αντιπροσώπευαν οι προηγούμενες γενιές. Έχει επικρατήσει- ίσως όχι άδικα- το 1968 να ταυτίζεται με μια σειρά γεγονότα στον ευρωπαϊκό χώρο που ωστόσο, αν και συντάραξαν τις κοινωνίες της Γηραιάς Ηπείρου, στην πράξη δεν μετέβαλαν τις πολιτικές εξελίξεις. Η Άνοιξη της Πράγας ή οι εξεγέρσεις των Πολωνών δεν οδήγησαν σε ανατροπή των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης. Οι νεανικές εξεγέρσεις της Γαλλίας, της Γερμανίας ή της Ιταλίας, όσο κι αν επηρέασαν σε ιδεολογικό επίπεδο τις πολιτικές και πολιτισμικές επιλογές μιας ολόκληρης γενιάς, δεν επέφεραν το τέλος του καπιταλιστικού μοντέλου ζωής στις δυτικές κοινωνίες. Το 1968 όμως δεν ήταν μόνο η Ευρώπη. Δεν ήταν μόνο οι πολιτικές δολοφονίες και οι κρίσιμες εκλογές στις ΗΠΑ. Μια σειρά από πολιτικά, κοινωνικά, πολιτιστικά γεγονότα στην Κεντρική και Νότια Αμερική, στην Ασία και στην Αφρική απέδειξαν ότι η «περίεργη» αυτή χρονιά είχε παγκόσμια χαρακτηριστικά και ένα νοητό νήμα, αυτό της επιθυμίας για «ανατροπή», συνέδεσε το Quartier Latin στο Παρίσι με την Σαϊγκόν, το Μπέρκλεϊ με το Πεκίνο, την Πράγα με τους σκονισμένους δρόμους της Μπιάφρα και το διχασμένο Βερολίνο με τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη.

 

 

 

Στην Κίνα ….

Στην Κίνα η φαντασίωση της Πολιτιστικής επανάστασης που είχε ξεκινήσει το 1966 λάμβανε ουσιαστικά τέλος εν μέσω μιας σφοδρής πολιτικής κρίσης. Το βίαιο πείραμα επιστροφής της επανάστασης στο προλεταριάτο δεν είχε ως αποτέλεσμα μόνο την περιθωριοποίηση-για κάποια χρόνια όπως αποδείχθηκε- της ομάδας των «ρεβιζιονιστών» υπό τον Ντιέγκ Ξιάο-Πίγκ και την κατάργηση της θέσης του Προέδρου Λιού Σαοκί  αλλά οδήγησε σε καταστάσεις που ακόμα και ο Μάο δυσκολευόταν πλέον να ελέγξει. Οι νεαροί ερυθροφρουροί στο όνομα της επιστροφής στο γνήσιο επαναστατικό πνεύμα και μέσα σε ένα κύμα πρωτοφανούς βίας, κατάφεραν να δώσουν στον Μάο την δυνατότητα μιας δυναμικής επιστροφής μετά την απώλεια του ελέγχου στον στρατό και στο κόμμα. Είχε προηγηθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1960 η αποτυχία του οικονομικού προγράμματος (το περίφημο Μεγάλο άλμα προς τα εμπρός) που στοίχισε εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Κινεζικού Λιμού. Η Πολιτιστική Επανάσταση επέτρεψε στον Μάο και την στενή ομάδα των συνεργατών του όπως ο Τσου Ενλάι ή ο Λιν Μπιάο να επιστρέψουν δυναμικά στο προσκήνιο. Το επαναστατικό όμως κύμα των ερυθροφρουρών τιθασεύτηκε μόνο χάρη στην χρήση των εργατών και του στρατού που εντός του 1968 κατάφεραν να θέσουν υπό μερικό έλεγχο τους εξεγερμένους φοιτητές. Άμεσα και ως το τέλος του 1969 ένα ευρύ πρόγραμμα προώθησης των ερυθροφρουρών  στην επαρχία θα επιτρέψει την επιστροφή στην ομαλότητα. Η πίστη του Λαϊκού Στρατού στον Λιν Μπιάο- ο οποίος λίγο καιρό αργότερα θα ονομαστεί επισήμως διάδοχος του Μάο- και οι κινήσεις τακτικής της μαοϊκής ηγεσίας εντός του κόμματος επέτρεψαν το τέλος της Πολιτιστικής Επανάστασης ως το τέλος του 1969. Μιας επανάστασης που αν και σχεδιάστηκε αρχικά ως εργαλείο για την ενίσχυση της μαοϊκής πτέρυγας του κόμματος, από κάποια στιγμή ξέφυγε από τον όποιο έλεγχο. Μιας επανάστασης που προκάλεσε τον τρόμο στο εσωτερικό αλλά που μαζί με το συνολικότερο κινεζικό πείραμα  είχε γοητεύσει χιλιάδες νέους στη Δύση. Ήταν η εποχή που το «Κόκκινο βιβλιαράκι» με τα αποφθέγματα του Μάο –το οποίο είχε συντάξει ο Μπιάο- διαβαζόταν με φανατισμό από τους εξεγερμένους νέους της Ευρώπης και η φωτογραφία του Μεγάλου Τιμονιέρη είχε την θέση της δίπλα σε εκείνη του Τσέ Γκεβάρα στα φοιτητικά αμφιθέατρα της Δύσης.

 

 

 

Στο Βιετνάμ, στην Καμπότζη…

Μια άλλη φωτογραφία που κοσμούσε τα φοιτητικά δωμάτια της Δύσης ήταν εκείνη του ηγέτη του Βορείου Βιετνάμ Χό-Τσι Μίνχ. Το Βιετνάμ και ο βρώμικος πόλεμος που διεξήγαγαν οι Αμερικανοί και οι πιστοί τους σύμμαχοι το 1968 θα έμπαινε σε μια νέα φάση. Στις 20 Ιανουαρίου οι Βιετκόνγκ πολιόρκησαν την αμερικανική βάση του Κε Σαν σε ένα προανάκρουσμα των όσων θα επακολουθούσαν. Από τις 30 Ιανουαρίου (μια μέρα πριν τη νέα σεληνιακή χρονιά της Τετ κατά την τοπική παράδοση) εξαπολύεται μια άνευ προηγουμένου συντονισμένη επίθεση του στρατού του Βορείου Βιετνάμ και των Βιετκόνγκ του Νοτίου Βιετνάμ με στόχο να αποδειχθεί ότι οι αμερικανικές δηλώσεις σύμφωνα με τις οποίες η κατάσταση ήταν πλέον ελεγχόμενη, δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Στις 31 Ιανουαρίου περίπου 80000 βορειοβιετναμέζοι στρατιώτες επιτέθηκαν σε περισσότερες από εκατό πόλεις σε όλη την χώρα στην μεγαλύτερη ως τότε επιχείρηση του πολέμου. Στην νοτιοβιετναμέζικη πρωτεύουσα Σαϊγκόν οι Βιετκόνγκ έφτασαν μέχρι το προαύλιο της αμερικανικής πρεσβείας, ενώ στην πόλη Χουέ-παλιά πρωτεύουσα του βασιλείου των Αννάμ- συγκροτήθηκε επαναστατική κυβέρνηση. Οι νοτιοβιετναμικές δυνάμεις και οι ΗΠΑ εξεπλάγησαν από το μέγεθος της επιχείρησης και με ιδιαίτερο κόπο κατάφεραν να συγκρατήσουν την ορμητικότητα των αλλεπάλληλων κυμάτων επίθεσης. Η σταθεροποίηση του μετώπου οδήγησε στην αμερικανική αντεπίθεση που εκφράστηκε με σφοδρότατους βομβαρδισμούς στον Βορρά. Το Ανόι δήλωσε έτοιμο να διαπραγματευτεί μια αμφίδρομη κατάπαυση του πυρός και ο Πρόεδρος Τζόνσον- που έμοιαζε ιδιαίτερα απομονωμένος μετά την έκπληξη της Τετ- φάνηκε πρόθυμος για μια πολιτική λύση. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις από τους Αμερικάνους συνεχίστηκαν με βασικό σκοπό την κατάλυση της επαναστατικής εξουσίας στην Χουέ. Στις 28 Φεβρουαρίου και έπειτα από σφοδρό βομβαρδισμό τριών εβδομάδων οι αμερικανικές δυνάμεις εισέβαλαν στην κατεστραμμένη πόλη. Η αμερικανική αντεπίθεση όμως που είχε ως απώτερο στόχο και την βελτίωση της επιχειρησιακής ικανότητας των πεζοναυτών και την διασκέδαση των εντυπώσεων της κοινής γνώμης στις ΗΠΑ, θα μετατραπεί σε τραγωδία στην Μί Λάι (My Lai). Στην περιοχή αυτή του κεντρικού Βιετνάμ οι αμερικανικές δυνάμεις διέπραξαν μια από τις απεχθέστερες σφαγές της παγκόσμιας μεταπολεμικής περιόδου. Στις 16 Μαρτίου εισβάλλουν στο μικρό χωριό Σον Μάι προς αναζήτηση ανταρτών. Στο χωριό όμως υπήρχαν μόνο άμαχοι: γυναίκες, ηλικιωμένοι και παιδιά. 520 κάτοικοι θα σφαγιαστούν –χωρίς πρόκληση- από 120 πεζοναύτες του 3ου λόχου της 2ης ταξιαρχίας πεζοναυτών. Για περίπου ένα χρόνο η σφαγή θα παραμείνει άγνωστη στις ΗΠΑ και όταν θα δημοσιοποιηθεί θα ενισχύσει ακόμα περισσότερο το έντονο αντιπολεμικό κλίμα που συγκλόνιζε ήδη από το 1967 το σύνολο των δυτικών κοινωνιών, προκαλώντας ανεπανόρθωτο πλήγμα στον αμερικανικό στρατό και στην διακυβέρνηση του Τζόνσον. Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος αποφασίζει στις 31 Μαρτίου να μην είναι εκ νέου υποψήφιος για το χρίσμα των Δημοκρατικών. Το έγκλημα της Μι Λάι θα μείνει ουσιαστικά ατιμώρητο αλλά η επίδρασή του στην ηθική απαξίωση της αμερικανικής εμπλοκής στον πιο βρώμικο μεταπολεμικό πόλεμο υπήρξε τεράστια.

Η επίδραση των φωτογραφιών από την σφαγή του Μι Λάι μπορεί να συγκριθεί με την επίδραση που είχε στην διεθνή κοινή γνώμη η περίφημη φωτογραφία της εκτέλεσης στο κέντρο της Σαιγκόν από τον  αρχηγό της Αστυνομίας του Νοτίου Βιετνάμ, στρατηγό Νγκουγιέν Νγκοκ Λόαν, του Βιετκόνγκ Νκουγιέν Βαν Λεμ την 1η Φεβρουαρίου 1968. Η φωτογραφική αποτύπωση της φρικτής αυτής πράξης ερχόταν να επιβεβαιώσει τις ειδήσεις που έφθαναν στην Δύση για δημόσιες εκτελέσεις αντιφρονούντων από τα όργανα της διεφθαρμένης νοτιοβιετναμέζικης κυβέρνησης. Περιστατικά σαν αυτά- αλλά και άλλες δραματικές εικόνες όπως λ.χ. της δημόσιας αυτοπυρπόλησης βουδιστών μοναχών στην Σαϊγκόν- άλλαξαν την παγκόσμια οπτική για τις εξελίξεις στην Ινδοκίνα, ενίσχυσαν την αμφισβήτηση και το αντιπολεμικό κλίμα και πυροδότησαν νέες αντιδράσεις σε ολόκληρο τον κόσμο. Τον Μάιο του 1968 οι φοιτητές στη Γαλλία, την Βρετανία, την Γερμανία, την Ιταλία θα καταγγείλουν δημόσια την αμερικανική ιμπεριαλιστική πολιτική. Στην Ιαπωνία, οι εξεγερμένοι της Ζενγκακουέρν- της ομοσπονδίας των αυτονομιστών φοιτητών- που συγκρούονταν από το 1966 με τις αρχές θα στραφούν και κατά των αμερικανικών βάσεων και της γενικότερης αμερικανικής παρουσίας με την διοργάνωση πολλαπλών καταλήψεων πανεπιστημίων και άλλων ακτιβιστικών ενεργειών. Στα αμερικανικά πανεπιστήμια οι φοιτητές θα ριζοσπαστικοποιηθούν και μαζί τους μια ολόκληρη γενιά. Τον Νοέμβριο ο Τζόνσον – λίγο πριν παραχωρήσει τη θέση του στον Νίξον- αποφασίζει να σταματήσει τους βομβαρδισμούς του Βορείου Βιετνάμ, ενώ το Ανόι δέχεται να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις.  Ο πόλεμος στο Βιετνάμ θα συνεχιστεί για αρκετά χρόνια ακόμη, αλλά οι εξελίξεις του 1968 άλλαξαν ανεπιστρεπτί την πορεία του.

Η επίδραση του πολέμου στο Βιετνάμ για ολόκληρη την ινδοκινεζική χερσόνησο υπήρξε άμεση. Στις γειτονικές πρώην γαλλικές αποικίες του Λάος και της Καμπότζης οι ισορροπίες ήταν ανέκαθεν εύθραυστες, ενώ το όλο κλίμα επιβάρυναν οι συχνές μετακινήσεις των Βιετκόνγκ εντός των επικρατειών των δύο αυτών χωρών προκειμένου να αποφύγουν τον εγκλωβισμό από τα αμερικανικά στρατεύματα. Στην Καμπότζη ο ουδετερόφιλος πρίγκιπας Σιχανούκ προσπαθούσε μάταια να διατηρήσει τον έλεγχο του κράτους του. Το 1968 είναι το έτος που θα αναδυθεί το πιο αμφιλεγόμενο επαναστατικό κίνημα του 20ου αιώνα. Η οργάνωση των Ερυθρών Χμέρ – θεωρητικά το ένοπλο τμήμα του σεχταριστικού Κομμουνιστικού Κόμματος- από τις  18 Ιανουαρίου του 1968 θα υποδαυλίσει μια σειρά από εξεγέρσεις στην επαρχία με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης της Πνόμ Πενχ. Αν και σχετικά περιθωριακό, το κίνημα στο οποίο ηγείται ένας παλιός καθηγητής γαλλικής λογοτεχνίας και ιστορίας με το όνομα Saloth Sâr, θα εδραιωθεί σταδιακά στις δώδεκα από τις δεκαεννέα επαρχίες της χώρας χάρη στην απήχηση που είχε στους φτωχούς αγροτικούς πληθυσμούς. Ο Saloth Sâr – που θα μείνει γνωστός στην ιστορία ως Πολ Πότ- έκανε μέσα στο 1968 το πρώτο μεγάλο βήμα για την κατάληψη της χώρας, γεγονός που θα επιτευχθεί μετά από μια σειρά συγκρούσεων και αλλαγής συμμαχιών εφτά χρόνια αργότερα.

 

 

Στην Κορέα, στην Ινδονησία ….

Η κατάσταση για την αμερικανική υπερδύναμη δεν ήταν σε κανένα σημείο της Ασίας εύκολη την περίοδο αυτή. Το 1968 υπήρξε μια χρονιά που η πολεμική μηχανή των ΗΠΑ δέχθηκε αλλεπάλληλα χτυπήματα, ενώ η εικόνα της Ουάσιγκτον επλήγη ανεπανόρθωτα. Μια τέτοια περίπτωση ήταν η κατάληψη του αμερικανικού κατασκοπευτικού πλοίου Πουέμπλο τον Ιανουάριο του 1968 στα ανοιχτά της Βόρειας Κορέας. Το γεγονός ενέπλεξε ακόμα περισσότερο την ήδη περιπλεγμένη κατάσταση στην περιοχή όπου η ισορροπίες ήταν εξαιρετικά εύθραυστες. Για σχεδόν ένα χρόνο οι Βορειοκορεατικές αρχές κράτησαν φυλακισμένους-κατηγορούμενους για κατασκοπία- 83 μέλη του πληρώματος. Το επεισόδιο- που χρονικά συνέπεσε με την βιετναμική επίθεση της Τετ- προκάλεσε τριγμούς στην κυβέρνηση Τζόνσον, έθεσε υπό αμφισβήτηση την πολεμική ικανότητα των ΗΠΑ και επέτεινε το κακό κλίμα μεταξύ της Ουάσιγκτον και του Πεκίνο.

Στην Ινδονησία από την άλλη οι εξελίξεις θα ευνοήσουν την αμερικανική διπλωματία. Η αναρρίχηση στην εξουσία του Σουχάρτο από το 1966 θα επικυρωθεί εντός του 1968 με την οριστική αδρανοποίηση του Σουκάρνο, που με την αδέσμευτη πολιτική του είχε προκαλέσει πολλές ανησυχίες στην Δύση. Η χώρα το 1966-1967 εντάχθηκε εκ νέου στον ΟΗΕ- από όπου είχε αποχωρήσει το 1965 λόγω της ένταξης στον Οργανισμό της «νέο-αποικιακής» Μαλαισίας, όπως υποστήριζε ο  Σουκάρνο. Παράλληλα θα ενταχθεί στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην Παγκόσμια Τράπεζα, ενώ θα υπογραφούν μια σειρά οικονομικών συμφωνιών με δυτικές πετρελαϊκές εταιρίες. Στις 21 Μαρτίου 1968 ο Σουχάρτο, ο σφαγέας του ενός εκατομμυρίου  κομμουνιστών το 1965,  ανακηρύσσεται πρόεδρος της νησιωτικής ομοσπονδίας. Θα παραμείνει στη θέση αυτή ως το 1998, εφαρμόζοντας πολιτική αμφίδρομης καταστολής των κινημάτων της αριστεράς και του πολιτικού Ισλάμ και μετατρέποντας την χώρα του στον πιστότερο στρατιωτικό σύμμαχο των ΗΠΑ στον Ειρηνικό.

 

Στη Μέση Ανατολή …

Το 1968 υπήρξε ιδιαίτερο έτος και για την ταραγμένη Μέση Ανατολή. Οι αραβικές χώρες δεν είχαν καταφέρει να συνέλθουν από την άμεση και καταλυτική ισραηλινή επικράτηση στον πόλεμο των έξι ημερών το 1967. Το Κράτος του Ισραήλ είχε καταφέρει να πλήξει το γόητρο του Νάσερ καταλαμβάνοντας το Σινά, της Συρίας καταλαμβάνοντας τα υψίπεδα του Γκολάν και να αδρανοποιήσει την Ιορδανία και τους παλαιστίνιους μαχητές με την κατάληψη της Γάζας και της Δυτικής Όχθης.  Στους μήνες που ακολουθούν οι ισραηλινές αρχές θα προσπαθήσουν να πλήξουν τους μαχητές της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης που έδρευαν στην Ιορδανία. Έχοντας άμεση πληροφόρηση από την CIΑ, οι ισραηλινοί στρατηγοί διατάσσουν την επιχείρηση εναντίον του παλαιστινιακού στρατοπέδου της Φατάχ- της οργάνωσης του Γιασέρ Αραφάτ- στην Καραμέχ εντός ιορδανικού εδάφους. Η επιχείρηση θα διεξαχθεί στις 21 Μαρτίου με βασικό οργανωτή τον Υπουργό Άμυνας του Ισραήλ Μοσέ Νταγιάν. Η μάχη υπήρξε σκληρή, ενώ και ο ίδιος ο Αραφάτ που βρισκόταν στην περιοχή, σώθηκε την τελευταία στιγμή. Οι Ισραηλινοί σκότωσαν 200 περίπου Φενταγίν, ενώ συνέλαβαν άλλους 150 πριν αποχωρήσουν στην επικράτειά τους. Τα αποτελέσματα της επιχείρησης υπήρξαν εξαιρετικά διφορούμενα. Οι Ισραηλινοί δεν κατάφεραν να διαλύσουν την Φατάχ. Αντίθετα προκάλεσαν την αντίδραση του ΟΗΕ που καταδίκασε την μονομερή αυτή ενέργεια. Η επιδρομή των Ισραηλινών ενίσχυσε την εικόνα της ΟΑΠ και του Αραφάτ στον αραβικό κόσμο, προκάλεσε ένα κύμα ηθικής και υλικής συμπαράστασης στο Ιρακ, την Συρία αλλά και στις χώρες του Κόλπου και οδήγησε χιλιάδες νέους Παλαιστίνιους να δυναμώσουν τις γραμμές των Φενταγίν. Ωστοσο, η ηθική δικαίωση του Αραφάτ  και η αριθμητική αύξηση των Παλαιστίνιων μαχητών στην Ιορδανία θα προκαλέσουν την δυσαρέσκεια του φιλοδυτικού βασιλιά Χουσεΐν που κατά την επιχείρηση της Καραμέχ είδε την επικράτειά του να παραβιάζεται από τον ισραηλινό γείτονα. Η ένταση ανάμεσα στις ιορδανικές αρχές και τον Αραφάτ οδήγησαν δύο χρόνια αργότερα στην επιχείρηση διάλυσης της ΟΑΠ στο Αμμάν και την αποχώρηση των Παλαιστίνιων μαχητών στον Λιβανο (Μαύρος Σεπτέμβρης 1970). Λίγους μήνες αργότερα (τέλη Οκτωβρίου), οι Ισραηλινοί με νέα επιχείρησή τους (υπό το όνομα Helem) θα πλήξουν στόχους στο κανάλι του Σουέζ προκαλώντας ενεργειακά προβλήματα στην Αίγυπτο και πλήττοντας εκ νέου την εικόνα του Προέδρου Νάσερ στον αραβικό κόσμο.

Η αποδυνάμωση της επιρροής του Νάσερ έγινε ακόμα πιο εμφανής στην περίπτωση του Ιράκ. Το επαναστατικό εθνικιστικό κίνημα στον αραβικό κόσμο γνώρισε μια νέα περίοδο ανανέωσης με την επικράτηση του πραξικοπήματος του Αραβικού Σοσιαλιστικού Κινήματος Μπαάθ στη Βαγδάτη το καλοκαίρι του 1968. Η κατάληψη της εξουσίας από μια ομάδα φιλόδοξων εθνικιστών αξιωματικών οδήγησε στην μεταστροφή της ιρακινής εξωτερικής πολιτικής που ταυτόχρονα προσπάθησε να αποδεσμευτεί από την νασερική επιρροή και να διαμορφώσει έναν νέο άξονα εναντίον του Ισραήλ. Στο εσωτερικό της χώρας τόσο ο νέος πρόεδρος Ahmad Hasan al-Bakr όσο και ο διάδοχός του Σαντάμ Χουσεΐν κατέστειλαν τόσο τους νασερικούς όσο και τους κομμουνιστές, ενώ προχώρησαν σε ένα ευρύ πρόγραμμα εκσυγχρονισμού της οικονομίας με την εθνικοποίηση των πετρελαιοπηγών.

 

Στην Αφρική ….

Το 1968 υπήρξε μια ιδιαίτερη χρονιά και για την Μαύρη Ήπειρο, καθώς ολοκληρωνόταν η πρώτη φάση της μετάβασης στην μεταποικιακή εποχή. Η εντατικοποίηση των απαιτήσεων των εθνικο-απελευθερωτικών οργανώσεων  για επιτάχυνση των διαδικασιών αποχώρησης των αποικιακών δυνάμεων, επέτρεψε την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας μερικών από τις τελευταίες ευρωπαϊκές κτήσεις. Μέσα στο έτος κέρδισαν την ανεξαρτησία τους από τους Βρετανούς ο Μαυρίκιος και η Σουαζιλάνδη, ενώ΄ στην Ροδεσία (σημερινή Ζιμπάμπουε) όπου ο Ίαν Σμίθ είχε ανακηρύξει  μονομερώς την ανεξαρτησία από το 1965 υιοθετώντας το σύστημα των φυλετικών διακρίσεων (απαρτχάιντ), η κυβέρνηση  της λευκής μειοψηφίας βρισκόταν σε εξαιρετικά δυσχερή θέση.  Η διεθνής κοινότητα αρνείται να αναγνωρίσει ένα δεύτερο ρατσιστικό καθεστώς μετά από εκείνο της Νοτίου Αφρικής και η ένταση με το Λονδίνο παρέμενε ισχυρή. Στην ζώνη του Ισημερινού η Ισπανία θα απωλέσει τον Οκτώβριο τον έλεγχο επί της μικροσκοπικής Ισημερινής Γουινέας και μαζί το καθεστώς του Φράνκο στη Μαδρίτη θα δεχθεί ένα ακόμα πλήγμα στο διεθνές γόητρό του.

Η μετάβαση ωστόσο στη νέα εποχή υπήρξε εξαιρετικά επώδυνη για τις περισσότερες πρώην ευρωπαϊκές αποικίες. Αυτονομιστικά κινήματα υπό τον πλήρη ή των μερικό έλεγχο των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων Ανατολής και κυρίως Δύσης, εμπλοκή των δυτικών πολυεθνικών εταιριών στην διακυβέρνηση των εύθραυστων νέων κρατών, διεφθαρμένες κυβερνήσεις και εθνοτικές διαφορές χαρακτήριζαν- και εν πολλοίς χαρακτηρίζουν ακόμη- την αφρικανική πραγματικότητα. Η κρίση του πρώην Βελγικού Κογκό (Ζαΐρ) στις αρχές της δεκαετίας και η εφήμερη ανακήρυξη της «Δημοκρατίας της Κατάγκα» του Μωησή Τσόμπε υπό την προστασία Βέλγων μισθοφόρων, αποτέλεσε ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της διαμόρφωσης μιας νεοαποικιακής Αφρικής.

Τραγικότερη ωστόσο υπήρξε η περίπτωση της Μπιάφρας και της διαμάχης της με την Νιγηρία. Από τον Μάιο του 1967 οι νοτιο-ανατολικές επαρχίες της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Νιγηρίας, στις οποίες πλειοψηφούσε η φυλή των Ίμπο (ή Ίγκμπο), προχώρησαν στην μονομερή ανακήρυξη της ανεξαρτησίας τους και σχημάτισαν την   «Δημοκρατία της Μπιάφρα». Η περιοχή παρουσίαζε πολλές φυλετικές και πολιτισμικές διαφοροποιήσεις από τον Βορρά, ωστόσο η πραγματική αιτία της απόσχισης δεν ήταν οι μακραίωνες αντιθέσεις μεταξύ των βόρειων μουσουλμάνων και των νότιων ανιμιστών και χριστιανών. Αυτές οι αντιθέσεις υπήρξαν μόνο η πρόφαση. Το διακύβευμα ήταν ο έλεγχος των τεράστιων κοιτασμάτων πετρελαίου που βρίσκονταν στις περιοχές των Ίμπο. Στην διένεξη θα εμπλακούν τόσο αφρικανικές όσο και δυτικές δυνάμεις. Την αυτόνομη Μπιάφρα αναγνώρισαν η Τανζανία, η Γκαμπόν, η Ακτή Ελεφαντοστού και η Ζάμπια, ενώ στρατιωτικά και οικονομικά θα την συνδράμουν η Ροδεσία, η Πορτογαλία, η Νότια Αφρική και η Γαλλία. Ειδικά η γαλλική εμπλοκή στην περιοχή υπήρξε χαρακτηριστικό παράδειγμα της αφρικανικής πολιτικής που για δεκαετίες θα εφαρμόζει  το Παρίσι υπό την ενορχήστρωση του περιβόητου προεδρικού συμβούλου Jacques Foccart και που ως βασικό στόχο είχε την διασφάλιση των οικονομικών και στρατηγικών συμφερόντων της Γαλλίας στην Αφρική. Η χρήση των αποστολών του γαλλικού Ερυθρού Σταυρού στην χειμαζόμενη από τον λιμό Μπιάφρα για την μυστική αποστολή όπλων στην αυτονομιστική κυβέρνηση αποτέλεσε το κυνικότερο δείγμα της γαλλικής πολιτικής. Στο πλευρό της Μπιάφρα βρέθηκε ακόμα και το Βατικανό που με μια σειρά αερομεταφερόμενες επιχειρήσεις ενίσχυσε την αυτονομιστική κυβέρνηση προσδίδοντας στο ζήτημα μια εξαιρετικά παράδοξη διάσταση.  Η Βρετανία, οι ΗΠΑ αλλά διακριτικά και η Σοβιετική Ένωση υποστήριξαν την νιγηριανή κυβέρνηση στον πόλεμο για την επανένωση της Μπιάφρα με την Ομοσπονδία. Ο εμφύλιος πόλεμος είχε ως  αποτέλεσμα πάνω από ένα εκατομμύριο νεκρούς -κυρίως λόγω του λιμού- μετά τον αποκλεισμό της Μπιάφρα από τις νιγηριανές δυνάμεις το διάστημα 1968-1969. Οι εικόνες των πεινασμένων παιδιών της θα κάνουν τον γύρο του κόσμου προκαλώντας την κινητοποίηση της διεθνούς κοινής γνώμης για την ανθρωπιστική τραγωδία που λάμβανε χώρα στην περιοχή αυτή. Ο πόλεμος διατηρήθηκε ως το 1970 με την τελική κατάλυση της αυτόνομης επαρχίας και την αποκατάσταση της κεντρικής εξουσίας.

 

Αντί επιλόγου…

Ο Έντγκαρ Μορέν αναφερόμενος στα γεγονότα του γαλλικού Μάη, υποστήριξε ότι  το 1968 υπήρξε μια «έκσταση της Ιστορίας». Αυτός ο χαρακτηρισμός δεν περιορίζεται κατά τη γνώμη μας μόνο στις εξελίξεις που έλαβαν χώρα στους δρόμους του Παρισιού. Έχει επικρατήσει το 1968 να ταυτίζεται κατά βάση με τις φοιτητικές και νεανικές εξεγέρσεις στη Δυτική Ευρώπη ή με την «χαμένη Άνοιξη» της Πράγας. Το 1968 είχε όμως διεθνείς διαστάσεις. Σε όλο τον κόσμο οι εξουσίες-οι όποιες εξουσίες- αμφισβητούνται, φθείρονται, σε κάποιες περιπτώσεις ανατρέπονται. Σε άλλες περιπτώσεις οι εξελίξεις έλαβαν ένα θετικό πρόσημο για τους λαούς. Σε άλλες περιπτώσεις όχι. Μπορεί το 1968 να ήταν τελικά η χρονιά που ΔΕΝ άλλαξε ο κόσμος αλλά ήταν σίγουρα η χρονιά που ο κόσμος έγινε διαφορετικός, που απέκτησε άλλο χρώμα. Ήταν μια χρονιά  που σημαδεύτηκε τόσο από τις ιδεολογικές ζυμώσεις και τις ουτοπικές αναζητήσεις όσο και από τις ανθρωπιστικές τραγωδίες με τα εκατομμύρια θύματα και τους σκληρούς βρώμικους πολέμους.  Για κάποιους που ζούσαν στην καταναλωτική και πλούσια Δύση η ανάγκη για περισσότερο χρώμα, για περισσότερη φαντασία ήταν εξαιρετικά σημαντική. Για κάποιους άλλους όμως που το χώμα που πατούσαν είχε ποτιστεί με το αίμα των αγωνιστών για την ελευθερία τα ζητούμενα ήταν διαφορετικά, πιο άμεσα, πιο ρεαλιστικά: επιβίωση, απελευθέρωση και αξιοπρέπεια. Και το χρώμα που κυριαρχούσε ήταν εκείνο της ανατροπής: το χρώμα της επανάστασης.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Artières, M.Zancarini-Fournel (dir.), 68, une histoire collective, La Decouverte, Paris 2008
  • Colin Brown, A short history of Indonesia : the unlikely nation?, Allen & Unwin 2003
  • David Caute, 1968 dans le monde, Robert Laffont, Paris 1988
  • John A. Tully, A short history of Cambodia : from empire to survival. Allen & Unwin 2005
  • François-Xavier Verschave, La Françafrique : Le plus long scandale de la République, Stock, Paris1999
  • Arthur Goldschmidt Jr, Ιστορία της Μέσης Ανατολής, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2016
  • Philip Short, Πολ Ποτ. Ανατομία ενός εφιάλτη, Modern Times, Αθήνα 2006
  • Γιουνγκ Τσανγκ-Τζον Χαλλιντέϋ, Μάο. Η άγνωστη ιστορία, Εστία, Αθήνα 2007
  • Λάμπρος Φλιτούρης, Αποικιακές αυτοκρατορίες, Η εξάπλωση της Ευρώπης στον κόσμο 16ος-20ος αι., Ασίνη, Αθήνα 2015

 

Advertisements

«Αγαπημένη πρώην: ένα χρονικό της Γιουγκοσλαβίας και του κινηματογράφου της»

 

kus02στη μνήμη του Αντρέα Παγουλάτου (1948-2010)

                                                                             

 

Έχει ειπωθεί ότι η ιστορία της πρώην Γιουγκοσλαβίας θυμίζει το χρονικό ενός παθιασμένου και ανώριμου έρωτα που οδηγεί σ’έναν βασανιστικό γάμο και  καταλήγει σ’ένα επώδυνο διαζύγιο. Θυμίζει έναν γάμο μεταξύ μακρινών συγγενών ενός απομονωμένου χωριού. Όλοι οι συγγενείς διαφωνούν για τις προοπτικές της συμβίωσης αλλά το ζευγάρι επιμένει. Ο γάμος γίνεται κι ας παρίστανται μόνο ξένοι καλεσμένοι. Ο έρωτας όμως δεν κρατά αιώνια. Η καθημερινότητα, η έλευση των παιδιών και οι ανάγκες τους, ο φθόνος των γειτόνων, το βάρος των χρόνων, αναδύουν προβλήματα μακρόχρονα. Για κάποιους ίσως απελευθερώνουν κατάρες μακραίωνες . Η σύγκρουση όσο περισσότερο αργεί τόσο πιο σκληρή θα είναι όταν εκδηλωθεί.

Η κλασική ιστοριογραφία αναγνωρίζει την κοινή φυλετική καταγωγή των νοτιοσλαβικών λαών. Στη μεγάλη γειτονιά που κατοικούσαν οι Γιουγκοσλάβοι το αφεντικό πάντα ήταν άλλος. Αυστριακοί κι Οθωμανοί μοιράζονταν για πάνω από τέσσερις αιώνες τα εδάφη τους. Όταν τελικά έφυγαν, οι διεθνείς συνθήκες και τα ποικίλα συμφέροντα ευλόγησαν το νέο σπίτι: το 1918 η Γιουγκοσλαβία, περίπου όπως τη γνωρίσαμε και μεταπολεμικά, έκανε τα πρώτα της βήματα. Και ήταν όμορφη εκείνη η γαμήλια τελετή. Ήταν ένα πραγματικό πανηγύρι σαν κι αυτά που τόσο έντονα χρωμάτισε ο Κουστουρίτσα στις ταινίες του.  Κροάτες και Μακεδόνες χόρευαν παρέα με τους Σέρβους. Πιο πέρα ένας Μαυροβούνιος έδειχνε πως παίζουν την πίπιζα σ’έναν ξανθό Σλοβένο. Ένας καθολικός επίσκοπος να πίνει μ’έναν ορθόδοξο παπά ρακί, κάτω από το γελαστό βλέμμα ενός ιμάμη.  Ούγγροι, Ιταλοί, Γερμανοί και Αλβανοί, όλοι ψηφίδες που ολοκλήρωναν ένα σλάβικο μωσαϊκό. Ένα μωσαϊκό πολύχρωμο, που χώραγε και τα βιολιά των Τσιγγάνων, τα βλάχικα κλαρίνα και τους αμανέδες των Τούρκων. Κι όμως το γάμο αυτό πολλοί τον ζήλεψαν. Και ξένοι και ντόπιοι. Κυρίως αυτοί οι τελευταίοι, γρήγορα μετάνιωσαν, γρήγορα απογοητεύτηκαν και οι αρχικοί καυγάδες  τους έγιναν  φονικές συγκρούσεις.

Ο εθνικιστικός διχασμός που κληροδότησε ο Β’Παγκόσμιος Πόλεμος καλύφθηκε γρήγορα κάτω από τη γρανιτένια σκέπη του «παρτιζάνου πατερούλη» Τίτο. Όταν στις 31 Ιανουαρίου του 1946 ιδρυόταν επίσημα η Ομοσπονδιακή Λαϊκή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, στον τύπο της εποχής εμφανίστηκε μια λαϊκή εικόνα δείγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στην τέχνη: έξι μικρά κορίτσια –οι έξι δημοκρατίες- να χορεύουν σ’ένα γαϊτανάκι γύρω από το δέντρο που συμβόλιζε τη Γιουγκοσλαβία. Το παρελθόν των Ούστασι και των Τσέτνικ, των Μακεδόνων αυτονομιστών και της φιλοναζιστικής μουσουλμανικής ένωσης της Βοσνίας διαγράφηκαν. Το παρτιζάνικο παρελθόν έγινε κοινό κτήμα του νέου κράτους, μια επίσημη και μοναδική ιστορία που εξάλειψε τις διαφορές και υπηρέτησε για χρόνια το ιδανικό της νέας πολυεθνικής σοσιαλιστικής πατρίδας. Στα πλαίσια αυτά ο κινηματογράφος της Γιουγκοσλαβίας έπρεπε να είναι εθνικός και πατριωτικός τουλάχιστον στα πρώτα δύσκολα χρόνια της μετάβασης στο νέο κρατικό μόρφωμα. Η εθνική κινηματογραφία θα ενισχυθεί και θα ενταχθεί στο επίσημο κρατικό πρόγραμμα αναμόρφωσης της κουλτούρας. Για μια περίοδο ως τις αρχές του 1960 το πολεμικό-αντιστασιακό μελόδραμα θα γνωρίσει τεράστια ανάπτυξη και θα ενισχύσει τη μυθολογία της ενιαίας κομμουνιστικής αντίστασης. Από το 1947 ως το 1951 η κινηματογραφική παραγωγή θα υπαχθεί σ’έναν ενιαίο κρατικό σχεδιασμό όμοιο με αυτόν που εφαρμόστηκε την ίδια περίοδο σε ολόκληρη την κρατική οργάνωση της χώρας. Το Βελιγράδι αναδείχθηκε σε βασικό κινηματογραφικό κέντρο που κάλυπτε το 50% της παραγωγής. Εκεί έδρευε το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο κινηματογραφίας, οι κινηματογραφικές εταιρίες Zvezda Films και  Avalon films, και εκεί θα έχει τη βάση της και η επιφορτισμένη με την προώθηση του γιουγκοσλαβικού κινηματογράφου στο εξωτερικό Jugoslavija Films. Σκηνοθέτες όπως οι  Rados Novakovic, Vjekoslav Afric, Vojislav Nanovic και Gustav Gavrin θα αντλήσουν τα θέματά τους άλλοτε από το πρόσφατο πολεμικό παρελθόν κι άλλοτε από σύγχρονα θέματα, που ωστόσο αντικατοπτρίζουν τα βασικά προβλήματα αλλά και τις ελπίδες των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων. Θεματικές που αντλούνταν κύρια από το σέρβικο ιστορικό παρελθόν και που είχαν γνωρίσει έντονη ανάπτυξη κατά την προπολεμική περίοδο δεν θα εμφανιστούν σ’αυτή την πρώτη περίοδο.

Όταν το 1947 συγκρούστηκε ο Τίτο με το Στάλιν για ζητήματα ιδεολογικής καθαρότητας, εξωτερικών προσανατολισμών, εσωτερικών σχεδιασμών αλλά και λόγω του έντονου προσωπικού ανταγωνισμού των δύο ηγετών, η νεαρή Γιουγκοσλαβία αναζήτησε νέες κατευθύνσεις. Η τιτοϊκή προσωπολατρία ενισχύθηκε με στόχο των περιορισμό των όποιων διασπαστικών πιέσεων, ενώ οι φιλοσοβιετικοί κομμουνιστές εξορίστηκαν στο «Γυμνό Νησί» στη Βόρεια Αδριατική. Η γιουγκοσλαβική ηγεσία ευτύχησε να έχει μέλη όπως ο Ράνκοβιτς, ο Τζίλας και ο Καρντέλι, που αντιλήφθηκαν γρήγορα ότι η γιουγκοσλαβική κοινωνία αν ήθελε να επιζήσει θα έπρεπε να ακολουθήσει ένα διαφορετικό μοντέλο από εκείνο της σοβιετικής γραφειοκρατίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 θεσμοθετείται η εργατική αυτοδιαχείριση, ενώ πραγματοποιούνται  σοβαρές μαρξιστικές αναλύσεις στο χώρο της οικονομίας, της πολιτικής επιστήμης και της φιλοσοφίας. Η ενίσχυση της αποκέντρωσης δεν σήμαινε σε καμία περίπτωση την ενίσχυση των φυγόκεντρων δυνάμεων. Αντίθετα, η ενίσχυση των τοπικών εθνικών πρωτοβουλιών υπό τον αυστηρό όμως έλεγχο της κομματικής μηχανής τόνωσε την οικονομία της χώρας και δημιούργησε αυτό που θαυμάστηκε στο εξωτερικό «ως το γιουγκοσλαβικό μοντέλο». Τις σοβαρές οικονομικές δυσκολίες που προκαλεί η απομόνωση  από την Ανατολή και οι οποίες απείλησαν τη χώρα ακόμα και με το φάσμα της πείνας, ο Τίτο θα τις αντιμετωπίσει με ένα προσεκτικό άνοιγμα στις δυτικοευρωπαϊκές αγορές, με μια ενίσχυση του ρόλου του στρατού και του κόμματος στην οικονομική ανάκαμψη και με την εφαρμογή ενός πενταετούς οικονομικού προγράμματος. Στη διεθνή σκηνή κι ενώ ο Ψυχρός Πόλεμος βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο μετά το ξέσπασμα και του πολέμου στην Κορέα, η γιουγκοσλαβική εξωτερική πολιτική θα καταφέρει να ισορροπήσει ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό.  Αν και ο θάνατος του Στάλιν δημιούργησε την πρόσκαιρη ελπίδα της επανένταξης της Γιουγκοσλαβίας στο σοβιετικό μπλόκ, τα γεγονότα της Ουγγαρίας το 1956 και η στάση της νέας χρουτσωφικής ηγεσίας, οδήγησαν τον Τίτο στην οριστική επιλογή του «άλλου δρόμου» προς το σοσιαλισμό, ενώ η ανάδειξή του σε έναν από τους ηγέτες του Κινήματος των Αδεσμεύτων προκάλεσε την αντίδραση της ΕΣΣΔ και της Κίνας. Η αυτοδιαχείριση οδήγησε σε μια άνευ προηγουμένου  αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής που ξεπέρασε το 10% ετησίως ανάμεσα στα 1953 και 1956. Την ίδια περίοδο ένα ευρύ πρόγραμμα κατά της γραφειοκρατίας δημιουργεί θεωρητικά νέες συνθήκες πολιτιστικής και πνευματικής ανάπτυξης.

Οι αλλαγές θα επηρεάσουν την κινηματογραφία ποικιλότροπα. Από τη μια πλευρά η ενίσχυση των εθνικών κινηματογραφιών και η μερική απελευθέρωση από τον κρατικό οικονομικό και ιδεολογικό έλεγχο επέτρεψαν την ανάπτυξη νέων θεματικών, την αναζήτηση νέων δρόμων έκφρασης και την έλευση στο χώρο νέων προσώπων με ιδέες που αντικατόπτριζαν την ιδιαιτερότητα αλλά και την ποικιλομορφία της γιουγκοσλαβικής κοινωνίας. Ωστόσο, το κράτος παύει αν είναι ο βασικός χρηματοδότης και οι νέοι σκηνοθέτες πρέπει να μάθουν να δουλεύουν σε συνθήκες καπιταλισμού προσφοράς και ζήτησης και να εξαρτούν την οικονομική τους επιβίωση από την πορεία των ταινιών στις αίθουσες. Αυτό θα προκαλέσει κάποια σημαντικά προβλήματα. Όμως, η πρωτόγνωρη ελευθερία που νιώθει μια νέα γενιά κινηματογραφιστών και οι σχέσεις της χώρας με τη Δύση αλλά και την Ανατολή θα εμπλουτίσουν με δυναμισμό τις νέες προσπάθειες και θα φέρουν τον γιουγκοσλαβικό κινηματογράφο πιο κοντά στα ευρωπαϊκά ρεύματα. Στο Ζάγκρεμπ μια ιδιαίτερη άνθηση γνώρισε η ταινία κινουμένων σχεδίων σε βαθμό που η ιστορία του κινηματογράφου να μιλάει ως τις μέρες μας για την «Σχολή του Ζάγκρεμπ». Παράλληλα, παλιότεροι κινηματογραφιστές όπως ο Rados Novakovic (Distant is the Sun, 1953, The Song from Kumbara, 1955, The Wind Stopped toward Dawn, 1959), ή ο Vojislav Nanovic (Gipsy, 1953, Three Steps into the Emptiness, 1958) αλλά και νεότεροι όπως ο Vladimir Pogacic (Great and Small, 1956, Alone, 1959, On Saturday Evenings, 1957) ο Zivorad Mitrovic (The Echelon of Doctor M., 1955, Captain Lesi, Signals over the City, 1960) και ο Alexander Petrovic επηρεασμένοι από τον ιταλικό νεορεαλισμό αλλά και τις πρώτες δοκιμές της γαλλικής nouvelle vague θα ανανεώσουν ακόμα και την οπτική των ταινιών που αντλούσαν τα θέματά τους από την πολυχρησιμοποιημένη περίοδο του πολέμου. Παράλληλα, πιστή στο άνοιγμα προς τη Δύση η γιουγκοσλαβική κινηματογραφία θα συνεργαστεί με ουδέτερες χώρες σε διάφορες συμπαραγωγές (Αυστρία, Νορβηγία κ.α.) και θα ανοίξει τα κροατικά και σέρβικα στούντιο σε ξένες παραγωγές από την Ιταλία ή τη Δ.Γερμανία.

Η έναρξη όμως του προγράμματος αυτοδιαχείρισης είχε και μια άλλη εικόνα λιγότερο λαμπρή. Παρά την άνθιση των οικονομικών δεικτών, η ανισομερής συμμετοχή των δημοκρατιών στο κοινό ταμείο αλλά και η ενίσχυση των εξουσιών του Τίτο, προκάλεσε από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 την σκληρή κριτική του θεωρητικού της γιουγκοσλαβικής ηγεσίας Τζίλας. Το πενταετές πρόγραμμα του 1946 είχε αποδώσει καρπούς χάρη κυρίως στην ξένη οικονομική βοήθεια. Ωστόσο, το βιοτικό επίπεδο της Γιουγκοσλαβίας εξακολουθούσε να είναι από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη το 1953. Η αυτοδιαχείριση έμοιαζε να έχει φτάσει στα όρια της  στα μέσα της δεκαετίας του ’50. Με άλλα λόγια το εναλλακτικό γιουγκοσλαβικό πρότυπο είχε αποτύχει να αποτελέσει ένα παράδειγμα για την Ανατολική Ευρώπη, ενώ παρά την περιστασιακή αύξηση του βιοτικού επιπέδου ζωής των εργατών και των αγροτών, στα τέλη της δεκαετίας η κατάσταση οδηγήθηκε σε ένα νέο αδιέξοδο όμοιο μ’εκείνο του 1947-1948. Με την έκδοση των περιβόητων άρθρων και βιβλίων του στο εξωτερικό ο Τζίλας ανάμεσα στα 1954 και τα 1957 έκανε λόγο για την ανάγκη μιας πλουραλιστικής λειτουργίας το κόμματος και κατηγορούσε την ύπαρξη μιας γραφειοκρατίας που είχε αντικαταστήσει την ηρωική γενιά του αντάρτικου. Ο Τζίλας θα δικαστεί για τη δράση του, θα φυλακιστεί και θα αποπεμφθεί από κάθε κομματικό αξίωμα. Με την κριτική του όμως θα αποδείξει ότι οι θεωρίες της αυτοδιαχείρισης αν και ηχούσαν υπέροχα στα αυτιά των Ευρωπαίων δεν έδωσαν ουσιαστικές λύσεις και αποτέλεσαν μιας πρώτης τάξεως προπαγανδιστικό μηχανισμό στην υπηρεσία ενίσχυσης της εικόνας του Τίτο στο εξωτερικό. Στο εσωτερικό μέτωπο ωστόσο η αποτυχία ήταν πλήρης: το 1958 θα λάβει χώρα ή πρώτη απεργία ανθρακωρύχων στη σοσιαλιστική Σλοβενία. Την ίδια περίοδο ξαναεμφανίζονταν μετά από χρόνια οι εθνικιστικές αρρυθμίες στον γιουγκοσλαβικό οργανισμό. Η δεκαετία του 1960 ερχόταν και η κατάσταση στη Γιουγκοσλαβία έμοιαζε εξαιρετικά τεταμένη.

Κι όμως παρά την εσωτερική κρίση του γιουγκοσλαβικού μοντέλου και την κριτική του Τζίλας, ο Τίτο κατάφερε στη δεκαετία του ’60, με προσωπικές κινήσεις και χάρη στην μεγάλη αίγλη που είχε εντός και εκτός της χώρας, να ανανεώσει πολλές από τις δομές της γιουγκοσλαβικής οικονομίας ενισχύοντας ένα μοντέλο που προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στον σοσιαλιστικό κρατικό σχεδιασμό, την αυτοδιαχείριση και τα ανοίγματα στην οικονομία της αγοράς. Η τροποποίηση του Συντάγματος το 1963 με την κατοχύρωση της ισοβιότητάς του στη ηγεσία του κράτους διασφάλιζαν την σταθερή πορεία του κράτους υπό την καθοδήγηση του Μεγάλου Αρχηγού. Τα ανοίγματα στη Δύση, η είσοδος στη χώρα καταναλωτικών προϊόντων, η αύξηση του τουριστικού ρεύματος προς τη χώρα, η συνεργασία στη βιομηχανία με δυτικές εταιρείες αλλάζουν τη μορφή της χώρας και της κοινωνίας. Στον καλλιτεχνικό τομέα, η εγκατάλειψη του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» επέτρεψε σε νέες φόρμες έκφρασης να εκδηλωθούν, ενώ και τα νέα δυτικά ρεύματα θα γίνουν γόνιμα δεκτά από μια νεολαία που ακολουθεί τις αναζητήσεις των νέων όλου του κόσμου την ίδια εποχή. Ο Αλεξάντερ Πέτροβιτς με την ταινία Τρεις (1965) και το βραβευμένο στις Κάννες Συνάντησα κι ευτυχισμένους τσιγγάνους (1967) και ο Βέλτσκο Μπούλατσιτς με σημαντικές διεθνείς συμπαραγωγές θα σημειώσουν αξιόλογη δράση. Ο Vladan Slijepcevic χρησιμοποιεί τον ποιητικό ρεαλισμό για να αποδώσει σύγχρονα θέματα (Medallion with Three Hearts, 1962, The Protege, 1966), ενώ με πιο ρεαλιστικό τρόπο κινείται ο  Zivojin Pavlovic (The Awakening of Rats, When I’m Dead and White, 1960). Ωστόσο, είναι η γενιά του λεγόμενου «Μαύρου Κύματος» με τους Karpo Godina και  Zelimir Zilnik και με προεξέχοντα τον  Ντούσαν Μακαβέγιεφ  που θα σηματοδοτήσουν τη δεκαετία του ’60. Η αναρχική, ανατρεπτική ματιά του Κύματος και η σουρεαλιστική απεικόνιση της σύγχρονης γιουγκοσλαβικής κοινωνίας συμβαδίζει με το πνεύμα αμφισβήτησης δομών και φορμών της εποχής. Το σεξ ως μέσο απελευθέρωσης αλλά και ως μέσο κριτικής, το μικτό ύφος και η χρήση κολάζ κάνουν εξαιρετικά δημοφιλείς τις ταινίες του Μακαβέγιεφ Ο άνθρωπος δεν είναι πουλί (1965), Έγκλημα ζηλοτυπίας (1969), Τα μυστήρια του οργανισμού (1971). Κοντά σε αυτό το ρεύμα η Σχολή του Ζάγκρεμπ συνεχίζει την παραγωγή αξιόλογων  ταινιών κινουμένων σχεδίων με κύριους εκπροσώπους τους Dušan Vukotić (βραβευμένος με Oscar το 1963), ο Vatroslav Mimica και ο Vlado Kristl. Στο Βελιγράδι αντίστοιχα από τα μέσα της δεκαετίας θα γνωρίσει ανάπτυξη το ντοκιμαντέρ μέσω της  «Dunav film» και θα γνωρίσει διεθνή αναγνώριση χάρη σε δημιουργούς όπως οι Kristo Skanata, Vladan Slijepcevic, Stjepan Zaninovic, Mica Milosevic, Nikola Jovicevic και Aleksandar Ilic.

Στο τέλος της δεκαετίας η Γιουγκοσλαβία παρουσιάζει ένα εντυπωσιακό κοντράστ σε διαφορετικά επίπεδα. Είναι η αντίθεση ενός κέντρου υπερανεπτυγμένου και δυναμικού με μια περιφέρεια  που κινείται μάλλον στους γνωστούς ρυθμούς της Βαλκανικής. Είναι η αντίθεση του ανεπτυγμένου Βελιγραδίου, του Ζάγκρεμπ και της Λουμπλιάνα και του πιο υποβαθμισμένου Σεράγεβο ή ακόμα και των κατεστραμμένων από το σεισμό Σκοπίων. Είναι η αντίθεση ανάμεσα στις τουριστικές δαλματικές ακτές και στο φτωχό γιουγκοσλαβικό νότο. Είναι η αντίθεση ανάμεσα σε μια χώρα που μοιάζει στο Βορρά της να προσεγγίζει όλο και περισσότερο ένα ευρωπαϊκό μοντέλο ζωής αλλά στο κέντρο και το νότο να γνωρίζει η αφαίμαξη της μετανάστευσης προς την Αυστραλία, τον Καναδά, τη Γερμανία. Το 1966 το οικονομικό σταθεροποιητικό πρόγραμμα που είχε συνταχθεί λίγα χρόνια πρν εγκαταλείπεται, ενώ ο Τιτο θα στερηθεί και τις υπηρεσίες του ως τότε αντιπροέδρου Αλεξάντερ Ράνκοβιτς που καθαιρείται κατηγορούμενος ως υποστηρικτής της κομματικής γραφειοκρατίας.  Το 1968 είναι και για τη  Γιουγκοσλαβία η χρονιά των φοιτητικών εξεγέρσεων αλλά και η χρονιά ανάδυσης του προβλήματος του Κοσόβου. Ο Τίτο θα καταφέρει να φανεί ως ο καλύτερος υποστηρικτής μιας πιο εκτεταμένης δημοκρατίας αλλά και ως ο εγγυητής της ενότητας του κράτους.

Η είσοδος στη δεκαετία του ’70 κάνει πιο έκδηλες τις φυγόκεντρες εθνικιστικές τάσεις αλλά και τις ενστάσεις από τους συντηρητικότερους κομμουνιστές που φοβούνται ότι «ο καπιταλισμός μπαίνει από το παράθυρο».  Ο Κροάτης Kreso Golik θα αντλήσει πάλι ένα θέμα από τον πόλεμο και θα δώσει μια όμορφη κωμωδία με τίτλο  He Who Sings Means No Harm. Η πορεία προς το 1980 είναι η πορεία μιας κοινωνίας που μετά από ένα προνομιακό φλερτ με τα αγαθά του καπιταλισμού – σε σχέση με τις άλλες ανατολικές χώρες- έρχεται αντιμέτωπη με την κρίση: κρίση οικονομική μετά τα μεγάλα παγκόσμια προβλήματα που προκάλεσε η  πετρελαϊκή κρίση, κρίση ιδεολογική με την σταδιακή αποχώρηση των παλιών παρτιζάνων συντρόφων του Τίτο, κρίση από τις έντονες εθνικιστικές τάσεις που ξυπνούν στη Σερβία, την Κροατία και στα νεότερα προβλήματα του Κοσόβου και της Βοσνίας. Το 1974 η νέα συνταγματική μεταρρύθμιση του Τίτο θα δώσει μια τελευταία πνοή ζωής στη Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία. Η αναγνώριση της αυτονομίας του Κοσόβου και της Βοϊβοντίνας θα πλήξει σε πρώτο επίπεδο τον σέρβικο αυταρχισμό αλλά θα υποσκάψει την ενότητα της χώρας δημιουργώντας και νέες εστίες έντασης, που θα εκδηλωθούν μελλοντικά. Την ίδια χρονιά ο Μακαβέγιεφ θα δώσει το Sweet Movie, ένα ψυχιατρικό δοκίμιο, μια γλυκόπικρη ταινία που μόνο η μουσική του Χατζιδάκι μοιάζει να έχει έναν ειρμό. Η μορφή του δακρυσμένου Κάρλ Μάρξ που εμφανίζεται σ’ένα σημείο της ταινίας έκανε ίσως τους θεατές να αναρωτηθούν εκτός των άλλων για την πορεία της σοσιαλιστικής πατρίδας.

Στα μέσα της δεκαετίας η χώρα θα γνωρίσει εκ νέου μια ανάπτυξη του τουρισμού και της αυτοκινητοβιομηχανίας, ενώ η κριτική απέναντι στο σοβιετικό μοντέλο –ειδικότερα μετά την εισβολή στο Αφγανιστάν- θα στρέψει και πάλι την προσοχή των Ευρωπαίων στο γιουγκοσλαβικό παράδειγμα της αυτοδιαχείρισης, στο παράδειγμα που φάνταζε ως ένας σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο. Τα πράγματα όμως δεν ήταν ακριβώς έτσι. Το καθεστώς αντιμετωπίζει με σπασμωδικό τρόπο  τις φωνές διαμαρτυρίας. Θα κλείσει την ιστορική πολιτική επιθεώρηση Praxis και θα εκδιώξει μια σειρά φιλελεύθερων καθηγητών από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου. Η νέα πετρελαϊκή κρίση το 1979 θα εκτοξεύσει τον πληθωρισμό στα ύψη και επακόλουθα τις τιμές των καταναλωτικών αγαθών. Οι κινηματογραφιστές και ιδίως όσοι είχαν ασχοληθεί ως τότε με το ντοκιμαντέρ θα αποτυπώσουν με έναν ανάγλυφο τρόπο προβλήματα όπως η μετανάστευση (Νίκολας Μπάμπιτς, Τρελλές μέρες), η άκρατη εκβιομηχάνιση (Γκόραν Πασκάλεβιτς, Ο φύλακας της πλάζ το χειμώνα) και της εφηβικής εγκληματικότητας (Γκόραν Μάρκοβιτς, Ειδική εκπαίδευση) (όλες το 1977).  Η εικόνα όμως του γηραλέου ηγέτη Τίτο δεν θα αλλοιωθεί. Παρά τα προβλήματα υγείας του στρατάρχη, παρά τα ολοένα και αυξανόμενα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα  η εικόνα της γιουγκοσλαβικής διαφορετικότητας θα διατηρηθεί σε Ανατολή και Δύση και μόνο οι πιο  υποψιασμένοι θα εκφράσουν ανοιχτά τις ανησυχίες τους για το μέλλον της χώρας χωρίς τον Γέρο. Ένας από αυτούς, ο Καρντέλι, επηρεασμένος κι από την άνοδο του Ευρωκομουνισμού, θα διατυπώσει την άποψη για έναν πλουραλιστικό χαρακτήρα της αυτοδιαχείρισης το 1977. Η αναζήτηση μιας κοινής συνιστώσας ανάμεσα στο γιουγκοσλαβικό μοντέλο και το ευρωκομουνιστικό πείραμα απασχόλησε την γιουγκοσλαβική διανόηση λίγο πριν το θάνατο του Τίτο το 1980 και την απαρχή της αντίστροφης μέτρησης για τη διάλυση της χώρας. Είναι τότε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και συγκεκριμένα το 1978 που ο Σρτζάν Καρανόβιτς με τη Μυρωδιά των λουλουδιών θα χαρίσει ένα μικρό κωμικό διαμάντι. Ο Γκόραν Πασκάλεβιτς, ένας νεαρός σκηνοθέτης μόλις είκοσι χρονών θα μεταπηδήσει από το ντοκιμαντέρ στις ταινίες μυθοπλασίας και θα λάβει μέρος στο Βερολίνο το 1978 με το Σκύλο που αγαπούσε τα τρένα και στη Βενετία το 1979 με το Οι μέρες περνούν. Πιο πολιτικός ο Φαντίλ Χάτζικ θα παρουσιάσει το 1979 τον Δημοσιογράφο, μια καυστική κριτική για τις δυσκολίες αυτού του επαγγέλματος στα σοσιαλιστικά καθεστώτα.

Η δεκαετία του 1980 είναι η τελευταία περίοδος του γάμου που δεν ευτύχησε. Ο θάνατος του Τίτο και η αποχώρηση του συνόλου σχεδόν της ιστορικής ηγεσίας των γιουγκοσλάβων κομμουνιστών απελευθέρωσε τις φυγόκεντρες δυνάμεις που είχαν συγκρατηθεί επί 35 χρόνια. Η συλλογική ηγεσία που διαδέχεται τον Τίτο δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στην ανατροπή του ισοζυγίου πληρωμών και την αύξηση των τιμών. Δεν μπορεί να συγκρατήσει ούτε τον πληθωρισμό ούτε την ανεργία. Το κλίμα δυσαρέσκειας δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη των εθνικισμών. Εξάλλου το σύστημα της συμμετοχής των Δημοκρατιών στο ομοσπονδιακό ταμείου επί χρόνια προκαλούσε την αντίδραση των πιο ανεπτυγμένων περιοχών (Σλοβενία, Κροατία) που θεωρούσαν εαυτούς χρηματοδότες των «τεμπέληδων Νότιων».  Το 1981 οι εξεγέρσεις των Κοσοβάρων συνδυάζονται με την οικονομική κρίση που ακολουθείται από την αδυναμία της ηγεσίας να συγκρατήσει τον πληθωρισμό και τις αυξήσεις. Η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει. Ο σέρβικος εθνικισμός βρίσκει στο πρόσωπο του Σλόμποταν Μιλόσεβιτς τον κύριο εκφραστή του από το 1987 και μετά. Οι αναδρομές στο μεσαιωνικό παρελθόν της Σερβίας αναδεικνύονται σε επίσημο λόγο ενός κόμματος που ξαφνικά μετά την εμφάνιση του Γκορμπατσώφ στο διεθνές σκηνικό μοιάζει να αναζητά ιδεολογική ταυτότητα στον εθνικισμό. Η ίδια τακτική όμως ακολουθείται κι από τον Τούτζμαν στην Κροατία ή τους Μουσουλμάνους Βόσνιους. Οι προσπάθειες του Άντε Μάρκοβιτς το 1989 για νέες οικονομικές μεταρρυθμίσεις και ανανέωση του κομματικού μηχανισμού θα αποτύχουν. Η πτώση των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης την περίοδο 1989-1991 αλλάζουν τα δεδομένα. Ο πολιτικός πλουραλισμός στη Γιουγκοσλαβία περνάει μέσα από τη δημιουργία πρωτίστως εθνικιστικών κομμάτων. Οι φωνές της λογικής μοιάζουν να εξαφανίζονται και η χώρα βυθίζεται σε μι εμφύλια σύγκρουση που στερείται κάθε λογικής. Το τέλος ήρθε.

Κι όμως, η περίοδος της ταχύτατης πτώσης της Γιουγκοσλαβίας είναι για τον κινηματογράφο της χώρας μια από τις πιο δημιουργικές περιόδους με εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία εντός και κυρίως εκτός συνόρων. Ο Πασκάλεβιτς γυρίζει το 1980 την Ειδική θεραπεία και με αμερικάνικα κεφάλαια το 1982 τον Καιρό του λυκόφωτος. Ο  Σλόμπονταν Σιτζάν με την κωμωδία του Ποιος τραγουδάει εκεί κάτω (ε.τ. Το λεωφορείο της συμφοράς)  θα γνωρίσει διεθνή επιτυχία, ενώ με σαρκασμό και μαύρο χιούμορ θα συνεχίσει με την Οικογένεια Μαθουσάλα (1982) και το Πως με κατέστρεψε συστηματικά ένας ηλίθιος (1984). Ο Μακαβέγιεφ θα συνεχίσει να γυρίζει ταινίες κυρίως στο εξωτερικό (Σουηδία, Αυστραλία) ακολουθώντας το δικό του δρόμο με ταινίες όπως Μοντενέγκρο-Γουρούνια και Πέρλες (1981) και Κοκα-Κολα Κίντ (1985).Όταν γυρίσει στη Γιουγκοσλαβία το 1988 για το Μανιφέστο η χώρα είναι πια στα πρόθυρα της διάλυσης. Η αποκάλυψη της περιόδου είναι αναμφισβήτητα ο Εμίρ Κουστουρίτσα. Με το νεανικό ρετρό Θυμάσαι τη Ντόλι Μπέλ την πολιτική Ο μπαμπάς λείπει σε ταξίδι για δουλειές (1985) και  το λυρικό Καιρό των τσιγγάνων (1989) ο Κουστουρίτσα σαρώνει τα ευρωπαϊκά κινηματογραφικά βραβεία, καθιερώνεται ως η εικόνα μιας χρωματιστής και πολυφυλετικής Γιουγκοσλαβίας και στρέφει τη ματιά του σινεφίλ κοινού στο έργο του. Ειδικότερα ο Καιρός των τσιγγάνων αν τον δούμε εκ των υστέρων μοιάζει με την μαγική ελεγεία μιας χώρας που χάνεται, μιας άλλης εποχής, άλλων ανθρώπων που δεν θα ξαναέρθουν.

Η διάλυση το 1990 της χώρας δεν σταμάτησε την κινηματογραφική παραγωγή. Σταματάει ίσως τη δική μας αναφορά στον κινηματογράφο της αγαπημένης πρώην. Κι αν η χώρα είναι «πρώην» οι ταινίες μένουν εδώ να μας συντροφεύουν μεταφέροντας όχι μόνο την εικόνα μιας άλλης εποχής αλλά και τη ματιά καλλιτεχνών που ήταν πρώτα απ’όλα δημιουργοί. Γιατί αυτή η αναφορά; Γιατί δυστυχώς ο κινηματογράφος της πρώην Γιουγκοσλαβίας τα τελευταία είκοσι χρόνια έγινε συνώνυμο του πολέμου: θεματικά, αισθητικά, αλληγορικά ο πόλεμος επηρέασε και επηρεάζει πολλούς δημιουργούς. Αλλά και ένα κοινό που ευαισθητοποιήθηκε για τον εμφύλιο των αρχών του ’90, ως ένα βαθμό συνήθισε να θεωρεί ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από τον πόλεμο και τις απώλειές  του. Συνέβαλαν σ’αυτό και η επιτυχία ταινιών όπως το Underground του Κουστουρίτσα, το Όμορφα χωριά,όμορφα καίγονται  του Ντραγκόγιεβιτς (1996), το Νο mans Land του Ντάνις Τάνοβιτς (2001) κ.α. Όμως πέρασαν σχεδόν  25 χρόνια από τον πόλεμο. Η Σλοβενία και η Κροατία  είναι μέλη  της ΕΕ, ο Μιλόσεβιτς δεν υπάρχει πια, χώρισαν και οι Μαυροβούνιοι, έφυγαν και οι Κοσοβάροι. Οι άνθρωποι συνεχίζουν μετά τον πόλεμο να ζουν και να εργάζονται. Η πρόσβαση στα νέα ρεύματα, στις νέες μορφές τέχνης και στις νέες κινηματογραφικές ματιές δεν έχουν πλέον ανάγκη έμπνευσης τον πόλεμο και το διχασμό. Οι κοινωνίες και ιδίως οι νέοι δημιουργοί έχουν άλλες προτεραιότητες. Ζουν, αγαπούν και εργάζονται σε συνθήκες όμοιες ή σχεδόν όμοιες με οποιονδήποτε άλλο. Δεν είναι τα ορφανά του πολέμου. Είναι αυτό που δηλώνουν ότι είναι. Και η ιστορία του κινηματογράφου της μετα-γιουγκοσλαβικής περιόδου γράφεται ακόμα παράλληλα με την ιστορία της των νέων κρατών.

 

 

 

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  • Βαλούκος Στάθης, Ιστορία του κινηματογράφου, τ.Α’, Αιγόκερως, Αθήνα 2003
  • Bianchini Stéfano, La question Yougoslave, Casterman-Giunti, Firenze 1998
  • Brus Wlodzimierz, Histoire économique de l’Europe de l’Est (1945-1985), La Découverte, Paris 1986
  • Kaplan Robert, Φαντάσματα των Βαλκανίων, (μτφ. Ν.Κουβαράκου), Ροές, Αθήνα 2002
  • Kosanovic Dejan, “Serbian film and cinematography (1896-1993)”, in Gordana Dilber (ed.), The history of the Serbian culture, Porthil, Middlesex 1995
  • Mazower Mark, Σκοτεινή ήπειρος. Ο ευρωπαϊκός εικοστός αιώνας, (μτφ.Κ.Κουρεμένος), Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2001
  • Τριανταφύλλου Σώτη, Ιστορία του Παγκόσμιου Κινηματογράφου (1975-1992), Αιγόκερως, Αθήνα 1992
  • Turković Dajana, “DEATH TO ALL FASCISTS! LIBERTY TO THE PEOPLE!” HISTORY AND POPULAR CULTURE IN YUGOSLAVIA 1945 – 1990, Masters’ of Arts. Department of History, McGill University, Montreal, October, 2006
  • Χατζηπροδρομίδης Λεωνίδας, Γιουγκοσλαβία. Η έκρηξη του εθνικισμού, Παρασκήνιο, Αθήνα 1991

 

ΜΑΧΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ» ΚΑΙ 1821 Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΔΙΕΘΝΙΚΗ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΚΑΡΑΚΑΤΣΟΥΛΗ ΑΝΝΑ Βιβλιοπαρουσίαση Ιωάννινα, 7|12|2016

Πριν από 3,5 freedom_fightersχρόνια με τους συναδέλφους Ά. Μανδυλαρα, Γ.Νικολάου και Ν.Αναστασόπουλου αναλάβαμε την οργάνωση ενός διεθνούς συνεδρίου στην Άρτα με θέμα τις διεθνείς διαστάσεις του φιλελληνικού φαινομένου σε μια διασταλτική χρονικά έκταση από τον 18ο αι. μέχρι την σύγχρονη εποχή. Προβληματισμένοι αρχικά για το αν πλαίσια που ορίσαμε για την συνάντηση θα προκαλούσε το ενδιαφέρον αρκετών ερευνητών, με έκπληξη διαπιστώσαμε τελικά ότι η πρόταση για μια επαναδιαπραγμάτευση του θέματος του φιλελληνισμού προκάλεσε την συμμετοχή δεκάδων ερευνητών από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Στο συνέδριο εκείνο μια από τις πιο ενδιαφέρουσες -και τολμηρές θα έλεγα -εισηγήσεις έγινε από την Άννα Καρακατσούλη με θέμα σχετικό με τους Φιλέλληνες και την Ελληνική επανάσταση στην διεθνική της διάσταση. Μετά από μια γόνιμη -όπως αποδείχθηκε – περίοδο η Άννα Καρακατσούλη μας προσφέρει μια ολοκληρωμένη μελέτη του φαινομένου των μαχόμενων Φιλελλήνων, των μαχητών της Ελευθερίας, όχι σε μια στενή ανάγνωση που εξυπηρετεί το κλασικό σχήμα Επανάσταση-Ρομαντισμός-Φιλέλληνες αλλά σε μια προσπάθεια ανάγνωσης της Ελληνικής Επανάστασης στην διεθνική της διάσταση.

Αξιοποιώντας ένα σημαντικό αρχειακό υλικό, απομνημονεύματα αγωνιστών  και μια πολύπτυχη βιβλιογραφία η Καρακατσούλη ξαναπιάνει το θέμα της συμμετοχής των Ευρωπαίων στην ελληνική επανάσταση αλλά αυτή τη φορά επιχειρώντας να επεκτείνει την αρχική σύλληψη του Έρικ Χόμπσμπαουμ για την πρώιμη αυτή φιλελεύθερη διεθνή που έλαβε πανευρωπαϊκές διαστάσεις στις αρχές του 19ου αι. και που από τον κορυφαίο βρετανό ιστορικό η δράση τους συγκρίθηκε με εκείνη των δημοκρατικών των Διεθνών Ταξιαρχιών στην Ισπανία του 1936.

Στην Ευρώπη των εθνικών αφυπνίσεων αλλά και των κοινωνικών αιτημάτων, η περίπτωση των Μαχητών της Ελευθερίας κατέχει μια ξεχωριστή θέση. Η ιταλική Kαρμποναρία, η ισπανική και πορτογαλική περίπτωση, οι Γάλλοι επαναστάτες, οι Γερμανοί ρομαντικοί μαχητές αποτελούν θέματα  που έχουν  απασχολήσει πολλούς έγκριτους μελετητές ήδη από την εποχή της πρώτης τους εμφάνισης. Η Καρακατσούλη προσπαθεί με λόγο μεστό, επιστημονικό αλλά διόλου στρυφνό, να οριοθετήσει τις διεθνείς διαστάσεις του φαινομένου και να ερευνήσει –θέτοντας παράλληλα και νέα ερωτήματα περεταίρω έρευνας- την διαμόρφωση μιας «επαναστατικής διεθνούς», ενός επαναστατικού δικτύου με χαρακτηριστικά και αιτήματα ταυτόχρονα εθνικά και κοινωνικά

Ποια είναι η περίοδος που η συγγραφέας μελετά; Είναι χρονολογικά η περίοδος από τους Ναπολεόντειους πολέμους ως τις ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 1830 χωρίς να αγνοεί και τις επιδράσεις στις επαναστάσεις του 1848. Είναι η περίοδος κατά την οποία οι επαναστάτες διαφόρων ευρωπαϊκών κρατών θεωρούσαν τους εαυτούς τους, ως εκείνες τις προοδευτικές και χειραφετημένες ελίτ που έπρεπε να δράσουν στους κόλπους και προς όφελος μιας τεράστιας αλλά και αδρανούς μάζας «αδαών και πλανημένων», οι οποίοι δίσταζαν να αναλάβουν την όποια δράση αλλά θα στήριζαν σίγουρα το αποτέλεσμα και το νέο καθεστώς που πρέσβευε. Είναι η περίοδος των ριζοσπαστών δημοκρατικών μαχητών που επιζητούν να μεταφέρουν και στην Ευρώπη τα επιτεύγματα της μεγάλης αμερικανικής επανάστασης αλλά και τα ανολοκλήρωτα ιδεώδη της γαλλικής επανάστασης. Είναι η περίοδος των συντηρητικότερων οπαδών της εθνικής χειραφέτησης που χωρίς να αμφισβητούν την μοναρχία υποστηρίζουν τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες όπως εκείνους των Ελλήνων, καθώς κατά την άποψή τους δεν υποσκάπτουν την κοινωνική και πολιτική κατάσταση που είχε διαμορφώσει η Ιερή Συμμαχία.  Οι μαχητές εκείνοι, που στην πλειοψηφία τους ήταν Ιταλοί -αλλά και Βρετανοί, Γάλλοι, Ισπανοί, Γερμανοί, Πολωνοί και Αμερικάνοι-αντιμετώπιζαν την επανάσταση ως ένα φαινόμενο ενιαίο και πανευρωπαϊκό και όχι ως μια σειρά  τοπικών ή και εθνικών κινημάτων με αμιγή εθνικοαπελευθερωτικό σκοπό. Βασιζόμενες στο μοντέλο οργάνωσης που υιοθέτησαν από τον ελευθεροτεκτονισμό, οι επαναστατικές αδελφότητες που ακολούθησαν την πτώση του Ναπολέοντα και την εδραίωση της Ιερής Συμμαχίας σε ολόκληρη την Ευρώπη, βρέθηκαν στην πρωτοπορία των εθνικών αλλά και κοινωνικών αγώνων της εποχής τους. Έχοντας ένα αρκετά συγκεκριμένο και αυστηρό τελετουργικό και θεμελιωμένη  ιεραρχία, οι οργανώσεις των μαχητών  διεκδικούσαν το αναφαίρετο δικαίωμα αποτίναξης κάθε τυραννικού ζυγού και υπηρετώντας αυτή την αντίληψη πολεμούν στην Ιβηρική και στην Ιταλία, στη Λατινική Αμερική,  στην Ελλάδα αλλά και αργότερα στην Πολωνία, στην Ιρλανδία.

Το φαινόμενο αντιμετωπίζεται από την Καρακατσούλη με μια αναλυτική παρουσίαση των ιβηρικών και ιταλικών διαδρομών των μαχητών που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα συνδεθούν και με την ελληνική επανάσταση. Παράλληλα δεν θα αγνοηθούν και μάλιστα θα αναδειχθούν με έναν ιδιαίτερο τρόπο οι επαφές –άμεσες ή έμμεσες- των επαναστατημένων Ελλήνων με τους επαναστάτες της δυτικής Μεσογείου. Θα έχουμε έτσι τη δυνατότητα να αντιληφθούμε τους φόβους και τις ελπίδες που συνυπήρχαν, τις αδυναμίες επαφής και τις πολλές φορές διαφορετικές στοχεύσεις τους.  Οι εθνικές και αντιγαλλικές στοχεύσεις εν μέσω βρετανικών επεμβάσεων από τη μια και οι φιλοδημοκρατικές αλλά και αντιβοναπαρτικές τάσεις άλλων μαχητών από την άλλη, συνθέτουν το παράδοξο, ετερόκλητο αμάλγαμα των διεκδικήσεων των Ιβήρων επαναστατών. Στη γειτονική Ιταλία το αποτέλεσμα της δράσης των δεκάδων οργανώσεων υπήρξε η δημιουργία ενός ισχυρού αντιμοναρχικού αλλά και στη συνέχεια και αντιβοναπαρτικού πυρήνα στον ιταλικό νότο, στην καρδιά δηλαδή της απολυταρχικής αντίδρασης. Κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αι. η Ισπανία και η Ιταλία θα αποτελέσουν ένα πεδίο ανταγωνισμού των ξένων προπαγάνδων -γαλλικής, αυστριακής και βρετανικής- και αντίστοιχης δραστηριοποίησης μυστικών οργανώσεων που αντλούσαν αλλά και οριοθετούσαν την δυναμική τους από το γενικότερο πολιτικό κλίμα των ναπολεόντειων πολέμων.

Η Καρακατσούλη δεν παραβλέπει να τονίσει τις σχέσεις των μαχητών της ελευθερίας με τις ελευθεροτεκτονικές οργανώσεις, με τους βετεράνους του αυτοκρατορικού στρατού του Ναπολέοντα και με τους δεκάδες επαναστατικούς κύκλους που ονομάστηκαν συμβατικά και γενικότροπα ως «Καρμποναροι» ή «Μασονερία» (massoneria).  Αν και συχνά οι διαφορές μεταξύ όλων αυτών ήταν σημαντικές,  ωστόσο, όπως σωστά έχει αναλυθεί, οι βασικές επιδιώξεις (φιλελευθερισμός, αντιμοναρχισμός, εθνική αποκατάσταση, κοινωνική δικαιοσύνη) και ο τρόπος δράσης (μυστικός-συνωμοτικός-επαναστατικός) οδηγούν τους μελετητές να προκρίνουν την άποψη της ύπαρξης ενός άτυπου επαναστατικού δικτύου, που επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον μεσογειακό χώρο (Ισπανία, Γαλλία, Ελλάδα) αλλά και στην ανατολική Ευρώπη (Πολωνία, Ρωσία). Όχι πάντα με τα ίδια ονόματα, αλλά με παρόμοια χαρακτηριστικά έδρασαν οι φιλελεύθεροι αξιωματικοί στην Ισπανία όταν προχώρησαν στα λεγόμενα pronunciamenti ή πραξικοπήματα με την δημιουργία εφήμερων juntas όσο φυσικά και οι Φιλικοί που έχει αποδειχθεί ότι βρίσκονταν σε ανοιχτή επικοινωνία με τους δυτικούς επαναστάτες. Η αδελφότητα των Δεκεμβριστών στη Ρωσία το 1825 έλκει την καταγωγή της επίσης  από την ίδια επαναστατική μήτρα. Η ριζοσπαστικοποίηση πολλών ιδεολόγων από την συμμετοχή τους στη μόνη επιτυχημένη επανάσταση, την ελληνική, οδήγησε στην εξαγωγή των πιο προοδευτικών και επαναστατικών τάσεων στην Πολωνία αλλά και στη Λατινική Αμερική με την συνεχή μετακίνηση των έμπειρων σε πολεμικές και όχι πλέον μόνο σε συνωμοτικές παραστάσεις επαγγελματιών επαναστατών μετά το 1825.  Ωστόσο, όπως σωστά υπογραμμίζει ο Χόμπσμπάουμ, η κληρονομιά του καρμποναρισμού στα σώματα των αξιωματικών στην Ισπανία και τη Λατινική Αμερική υπήρξε εξαιρετικά αμφίσημη, καθώς αποτέλεσε συχνά το πλαίσιο εντός του οποίου εξυφάνθηκαν οι πλέον αντιδραστικές δικτατορίες ως τις μέρες μας.

Παρά την τελική αποτυχία αυτών των κινήσεων, το κίνημα αποτέλεσε φυτώριο για τους μελλοντικούς ηγήτορες τόσο της ιταλικής ενοποίησης όσο και των φιλοδημοκρατικών αγωνιστών στην Γαλλία. Ο Mazzini αλλά και ο Garibaldi  μετέφεραν την συνωμοτική τους εμπειρία στην προεργασία της εθνικής αφύπνισης και στην εκδήλωση των εθνικοαπελευθερωτικών προσπαθειών. Στη γειτονική Γαλλία το κίνημα αρχικά συγκέντρωσε δημοκρατικούς, βοναπαρτιστές και γενικότερα όσους εναντιώνονταν στην Παλινόρθωση. Οι τεκτονικές στοές και οι μυστικές επαναστατικές οργανώσεις που είχαν δημιουργηθεί λίγο πριν την Επανάσταση του 1789 και παρέμειναν εν δράση ως τους Ναπολεόντειους χρόνους, αποτέλεσαν την μήτρα οργάνωσης των μαχητών. Αν και η εξάπλωσή τους υπήρξε εντυπωσιακή δεν ήταν και αποτελεσματική.  Στη δεκαετία του 1820 οι περισσότερες προσπάθειες να εξεγερθεί είτε ο λαός είτε ο στρατός απέτυχαν με αποτέλεσμα την σύλληψη των αρχηγών τους. Η εξάρτηση των μελών του στρατού από την κρατική χρηματοδότηση έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απροθυμία της πλειοψηφίας των ενστόλων να συνταχθούν με τους επαναστάτες και να διακινδυνεύσουν με τον τρόπο αυτό τη μελλοντική θέση τους και τις οικονομικές απολαβές τους. Κάποιοι από τους επαναστάτες-μαχητές της Γαλλίας κατάφεραν να διεισδύσουν τα επόμενα χρόνια στους κύκλους των ορλεανιστών που επέτυχαν, το 1830 με την Ιουλιανή επανάσταση, την ανατροπή των Βουρβόνων και την ενθρόνιση ως συνταγματικού μονάρχη του Λουδοβίκου-Φίλιππου της Ορλεάνης. Άλλοι απόμαχοι της επαναστατικής δράσης χρησιμοποίησαν τα επόμενα χρόνια τον όρο «μαχητής» για να του προσδώσουν ιδεολογικό περιεχόμενο εντός της νόμιμης κοινοβουλευτικής λειτουργίας, προσπαθώντας να εξαργυρώσουν κομματικά πλέον τον μύθο του επαναστατικού παρελθόντος. Θα αποτύχουν οικτρά. Άλλοι πάλι θα συνεχίσουν την επαναστατική δράση και θα αποτελέσουν τους ηγέτες των οργανώσεων που στράφηκαν κατά της Ιουλιανής μοναρχίας. Ο ρόλος τους στην ριζοσπαστικοποίηση και διάδοση των επαναστατικών ιδεών στο δεύτερο μισό του 19ου αι. υπήρξε εντέλει καταλυτικός σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Θα ήθελα να τονίσω ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο της μελέτης που παρουσιάζουμε σήμερα. Η Καρακατσούλη προχωρά σε ένα επόμενο κεφάλαιο στην ανάδειξη του Λονδίνου ως ένα κέντρου οργάνωσης των μαχητών της Ελευθερίας, ως ένα κοινό καταφύγιο των καταπιεσμένων της Μεσογείου. Στο Λονδίνο του 19ου α. ανήσυχα πνεύματα, που στρατεύονται, αμφισβητούν και διεκδικούν παράλληλα και οργανικά δεμένα με το αναδυόμενο πνεύμα του ρομαντισμού. Στην μεγάλη πρωτεύουσα της παγκόσμιας αυτοκρατορίας συγκλίνουν τα τρία ρεύματα του φιλελευθερισμού, του ριζοσπαστισμού και του φιλελληνισμού. Με υποδειγματική χρήση των εργαλείων των αποικιακών σπουδών, η συγγραφέας αποκαλύπτει την άλλη πτυχή του φαινομένου, την πιο «ρεαλιστική» και γιατί όχι την πιο κυνική: την δημιουργία ενός κέντρου αποφάσεων, δημόσιων  διαβουλεύσεων αλλά και μυστικών επαφών μεταξύ εξόριστων συνωμοτών και ιδεολόγων με πολιτικούς, τραπεζίτες και ομολογιούχους. Σε αυτό το πλαίσιο θα οργανωθούν επιτροπές υποστήριξης της ελληνικής επανάστασης που συνδύαζαν τις πολιτικές με τις χρηματοπιστωτικές στοχεύσεις με την εύλογη ανησυχία ρομαντικών πνευμάτων που αντιμετώπιζαν την σύγχρονη Ελλάδα  ως την φυσική συνέχεια της κλασικής αρχαιότητας. Όπως σωστά θα σημειώσει η συγγραφέας στη δημόσια συζήτηση, από την πλευρά της ιδεολογίας και της γεωπολιτικής σχετικά με την Ελλάδα κυριαρχεί η αποικιοκρατική αντίληψη και η ανεξαρτησία των Ελλήνων εργαλειοποιείται είτε στην εφαρμογή των φιλελεύθερων οραμάτων για μια νέα τάξη στην Ευρώπη είτε στην εξυπηρέτηση τω επαναστατικών σχεδίων της βρετανικής κυριαρχίας.

Τέλος, η Καρακατσούλη μας μεταφέρει στην Ελλάδα, σε μια επιτόπια ανθρωπογεωγραφία των ξένων μαχητών.  Στην μνήμη και στην εν πολλοίς δέσμια της παιδικής ηλικίας σχολική γνώση του μέσου Έλληνα, ονόματα όπως του Φαβιέρου, του Τσώρτς, του Κόχραν, του Γκόρντον και του Δεριγνί βρίσκονται στο πάνθεον των ηρώων δίπλα στους Έλληνες μαχητές. Κι όμως με μια προσεκτική μελέτη των αναμνήσεων και των εντυπώσεών τους μπορούμε να δούμε, να συγκρίνουμε και να κατανοήσουμε τα κίνητρα, τις σχέσεις με τους μαχόμενους Έλληνες, τις απογοητεύσεις τους, τις δυσκολίες πολιτισμικής επικοινωνίας αλλά και τις προσωπικές φιλοδοξίες, τον καιροσκοπικό χαρακτήρα αποφάσεων και δράσεων. Και μόνο σε αυτόν τον τομέα να περιοριζόταν η συνεισφορά της Καρακατσούλη, η μελέτη της αξίζει μιας ξεχωριστής θέσης στις ιστορικές μελέτες που είδαν το φως της δημοσιότητας τα τελευταία χρόνια.

Ολοκληρώνοντας αυτή την παρουσίαση, επιστρέφω στη βασική υπόθεση εργασίας της Καρακατσούλη στην αναζήτηση δηλαδή του κατά πόσο οι μαχητές της ελευθερίας αποτελούσαν μέλη μιας πρώτης φιλελεύθερης επαναστατικής διεθνούς   ή ένα επαναστατικό δίκτυο που λειτουργούσε με «χαλαρούς δεσμούς» στα πλαίσια των αλλεπάλληλων επαναστατικών κυμάτων των αρχών του 19ου αι. . Θα απορρίπταμε-όπως κάνει και η Καρακατσούλη- το γοητευτικό αλλά ανεδαφικό πρώτο χαρακτηρισμό. Η έλλειψη ενός κοινού συντονιστικού κέντρου, ενός κεντρικού επαναστατικού προγράμματος και  οι διαφορετικές στοχεύσεις και διαφορετικές επαναστατικές προσεγγίσεις, δεν μας επιτρέπουν να μιλάμε για μια διεθνή, κατά τα πρότυπα του 20ου αι.. Η απουσία θεμελιωδών γραπτών κειμένων, η μυστικότητα και η αδυναμία συντονισμού, απέτρεπαν την κοινή δράση και διάδοση των ιδεών σε πλατιά λαϊκά στρώματα. Η εθνοκεντρική οπτική του γαλλικού επαναστατικού κινήματος υπέσκαψε σαφώς την υπερεθνική διάσταση του φαινομένου, ενώ οι εθνικές ιταλικές διεκδικήσεις υπερείχαν των γενικότερων κοινωνικών εξαγγελιών. Ο βρετανικός παράγοντας μόνο αθώος δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί. Η συμμαχία των επαναστατών με τις αριστοκρατικές αντιπολιτεύσεις απέδειξε τους εθνικούς προσανατολισμούς της πλειοψηφίας των Ιταλών, ενώ η επίδραση της Γαλλίας θεωρήθηκε από πολλούς επαναστάτες -κι όχι άδικα- ως τροχοπέδη στην προσπάθεια ολοκλήρωσης της εθνικής αποκατάστασης. Οι αντιδυναστικές και φιλελεύθερες στοχεύσεις των μαχητών της Ελευθερίας γεννήθηκαν σε μια περίοδο παράλληλης ενίσχυσης των εθνικισμών, με αποτέλεσμα από κάποιο σημείο και έπειτα το εθνικό διακύβευμα να  συγκρούεται με τις φιλοδοξίες για φιλελευθεροποίηση του πολιτικού συστήματος και οι δύο στόχοι να μην είναι πλέον συμβατοί. Αυτή  η επαναστατική κινητικότητα που εμφανίζεται έκτοτε και θα διατηρηθεί ως τα μέσα του 19ου αιώνα προϋπέθετε ένα γενικό και εν μέρει χαλαρό κοινό επαναστατικό πλαίσιο και μια αλληλεγγύη που εδραζόταν στο συνωμοτικό παρελθόν αλλά δεν διεκδικούσε μια οικουμενικότητα. Κι αν στις γενικές αναφορές τους οι μαχητές αναφέρονταν σε οικουμενικές αξίες (ελευθερία, ισότητα κ.λπ.) αυτό βοηθούσε περισσότερο στην ανάδειξη και θεμελίωση ενός δικτύου, παρά μιας διεθνούς οργάνωσης γεγονός που θα έχρηζε ύπαρξης  και κέντρου και σαφούς και γραπτού ιδεολογικού καταστατικού. Όπως αποδεικνύεται από την μελέτη  οι επαφές Ισπανών, Ιταλών, Γάλλων, , Ρώσων, Ελλήνων επαναστατών οδήγησαν στη συγκρότηση μιας πρώτης οργάνωσης με πανευρωπαϊκή δράση κατά των απολυταρχιών (σε όλες τις περιπτώσεις) αλλά με όχι ακόμα πλήρως ξεκάθαρες ιδεολογικές και κοινωνικές στοχεύσεις. Η Ελληνική επανάσταση χρησιμοποιήθηκε ως  πεδίο δράσης και υπήρξε η μόνη επιτυχημένη εξέγερση μιας ταραγμένης περιόδου.

Η Καρακατσούλη αποδεικνύει και κάτι ακόμα: δεν μπορούμε να κατανοήσουμε το κορυφαίο γεγονός της ελληνικής επανάστασης χρησιμοποιώντας τις κλασικές και ελληνοκεντρικές επιστημονικές πρακτικές. Μια ανάγνωση της διεθνικής διάστασης της επανάστασης είναι αναγκαία και ίσως με όχημα τον φιλελληνισμό και επιβάτες του μαχητές της ελευθερίας μπορεί το ταξίδι να γίνει πιο ασφαλές και πιο ενδιαφέρον όπως αποδυκνείει εξάλλου η παρούσα μελέτη.

 

 

Ο θείος Σάμ στο Παρίσι: όψεις της αμερικανικής πολιτιστικής διείσδυσης στην Ευρώπη του 1917

 

 Στις αρχές του 1917 ο περίφημος Αμερικάνος δημοσιογράφος Walter Lipmann, ο πνευματικός πατέρας του όρου «ψυχρός πόλεμος» που έγινε γνωστός μετά το 1946 από τον Τζώρτζ Όργουελ, υποστήριζε ότι στις δύο ακτές του Ατλαντικού έχουν αναπτυχθεί  τόσο στενοί δεσμοί κοινών συμφερόντων που καλύπτουν ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, ώστε αν χαθεί αυτή η κοινότητα συμφερόντων τότε και μόνο θα συνειδητοποιήσουμε τί πραγματικά χάσαμε, [1] Οι Η.Π.Α. προετοιμάζονταν για να εξέλθουν στον πόλεμο και σε κάθε τόνο έπρεπε να υπογραμμιστεί η αναγκαιότητα προάσπισης όχι των αμιγώς οικονομικών και γεωστρατηγικών συμφερόντων της Ουάσιγκτον αλλά να τονιστεί η πολιτισμική ενότητα της Δύσης απέναντι στην απειλή που αντιπροσώπευαν εκείνη την περίοδο  η Γερμανία και οι Σύμμαχοί της. To 1917, τη χρονιά που θα αλλάξει ο κόσμος για πολλούς λόγους, η αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν είχε ακόμα οριστικοποιήσει- ούτε ακόμα διαμορφώσει- τους άξονες εκείνους πάνω στους οποίους θα βασίσει την ιμπεριαλιστική πολιτική της στον ευρωπαϊκό χώρο όπως θα γίνει μετά το 1945.  Συναντούμε όμως στην προπαρασκευή της ευρωπαϊκής και αμερικανικής κοινής γνώμης για την είσοδο των Sammies στον Μεγάλο Πόλεμο τους ίδιους εκείνους παράγοντες -που όπως τονίζει με εμφατικό τρόπο ο Edwars Said [2]- ανέλαβαν την αποστολή για την αιτιολόγηση του πολιτιστικού ιμπεριαλισμού των Η.Π.Α. στην μετα-ναζιστική Ευρώπη. Σε δημοφιλείς συγγραφείς όπως ο H.G.Wells ήδη από το 1906 η Αμερική προβαλλόταν ως η εναλλακτική λύση στην ευρωπαϊκή κατάπτωση μέσα φυσικά από το πρίσμα μιας ενδυνάμωσης του κοινού αγγλο-σαξονικού παρελθόντος. [3] Ο Wells  θα επιστρέψει σε αυτή την ιδέα κατά τη δεκαετία του ’40 τονίζοντας την διπλή απέχθειά του στο ναζισμό και τον κομμουνισμό. Σε ανθρώπους όπως ο Lippmann – ή ο Kennan μετά το 1945- οι ιδέες του αμερικανικού leadership και της αμερικανικής εξαίρεσης ήταν παρούσες αρκετά πριν οι δυνάμεις του στρατηγού Πέρσιγκ αποβιβαστούν στις γαλλικές ακτές τον Απρίλιο του 1917. [4]

 

Όταν οι Η.Π.Α. αποφάσισαν να εισέλθουν στον πόλεμο –αντίθετα με τις προεκλογικές διακηρύξεις τόσο των Ρεπουμπλικάνων του Χιούζ όσο και των Δημοκρατικών του Ουίλσον- η αιτιολόγηση βασίστηκε κυρίως στους παραδοσιακούς δεσμούς φιλίας που τις συνέδεαν με την Γαλλία, το κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο με την Βρετανία, στην ανάδειξη κοινών ιδεωδών που μοιράζονταν στα πλαίσια του δυτικού πολιτισμού. Οι οικονομικοί λόγοι, τα εμπορικά συμφέροντα που πλήττονταν από τον αδικαιολόγητο γερμανικό υποβρύχιο πόλεμο, η ανάγκη εξυπηρέτησης των δανείων που είχαν δοθεί στους Συμμάχους αποτελούσαν τα ουσιαστικά κίνητρα για την συμμετοχή στον «ευρωπαϊκό εμφύλιο». Οι Η.Π.Α., όπως σωστά διατυπώθηκε από τον Wall, εισήλθαν στον πόλεμο ως μια «συνδεδεμένη» δύναμη που ήθελε να διασφαλίσει πρώτιστα τα συμφέροντα των δικών της κεφαλαιούχων και των τραπεζών, και όχι σαν μια «συμμαχική» χώρα που θα εξυπηρετούσε τους προπολεμικούς ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς των Βρετανών και των Γάλλων. [5] Επιπρόσθετα, παράμετροι που έπαιξαν αναμφισβήτητα σημαντικό ρόλο στην τελική απόφαση για συμμετοχή στον πόλεμο ήταν οι εσωτερικές ισορροπίες αναφορικά με την πρόσληψη των πολεμικών συγκρούσεων στην Ευρώπη από τις εθνικές κοινότητες στις ίδιες τις Η.Π.Α. αλλά και οι προσπάθειες του Βερολίνου να εκμεταλλευτεί τις αντιθέσεις της Ουάσιγκτον με περιφερειακές δυνάμεις όπως το Μεξικό [6]

 

Η τελική άφιξη των Sammies στην Ευρώπη το 1917 προκάλεσε αναμφισβήτητα μια ουσιώδη τομή στην εξέλιξη του πολέμου δίνοντας ισχυρό στρατιωτικό πλεονέκτημα στην Αντάντ. Ακόμα κι αν περιοριζόταν σε αυτή την πολεμική παρουσία η αμερικανική συμμετοχή θα αρκούσε να θεωρηθεί το 1917 ως ένα έτος καμπής στο πολεμικό μέτωπο. Ακόμα κι αν το 1917 δεν συνοδευόταν από την τελική συνθηκολόγηση του Μπρέστ-Λιτόφσκ και τις μαζικές εξεγέρσεις στον γερμανικό και γαλλικό στρατό, η παρουσία τελικά στα ευρωπαϊκά μέτωπα περίπου 1,8 εκ. Αμερικανών είναι επαρκής λόγος για να υποστηρίξουμε ότι οι αμερικανο-ευρωπαϊκές σχέσεις αλλάζουν οριστικά από το πρώτο κιόλας εξάμηνο του 1917. Οι επιδράσεις της αμερικανικής επέμβασης δεν περιορίστηκαν μόνο στο στρατιωτικό επίπεδο, στις οικονομικές σχέσεις νικητών αλλά και ηττημένων με το αμερικανικό κεφάλαιο και στην εξέλιξη της μεταπολεμικής διπλωματίας χάρη στις περίφημες αρχές του Προέδρου Ουίλσον. Η έλευση των αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη οδήγησε σε βαθιές αλλαγές στην καθημερινότητα των ευρωπαϊκών λαών με την υιοθέτηση συνηθειών στην κουλτούρα τους που διαφοροποιούσαν το ως τότε κυρίαρχο ευρωπαϊκό μοντέλο. [7] Η εισβολή των αμερικανικών προϊόντων μαζικής κουλτούρας έχει την αφετηρία της στο 1917, όταν όψεις της αμερικανικής διασκέδασης και ψυχαγωγίας, της αμερικάνικης λαϊκής κουλτούρας θα διαδοθούν σε ευρύτερες λαϊκές μάζες. Παράλληλα, φορείς της αμερικάνικης διανόησης (μουσικοί, χορευτές, συγγραφείς, ζωγράφοι, τεχνοκριτικοί κ.α.)  θα εγκατασταθούν στον ευρωπαϊκό χώρο δημιουργώντας μια ιδιάζουσα σχολή πνευματικής παραγωγής που επηρέασε την υψηλή κουλτούρα τόσο της Ευρώπης όσο και της Αμερικής κατά τον Μεσοπόλεμο. Με τον όρο μαζική κουλτούρα εννοούμε την σταδιακή αποδοχή και διάδοση ενός νέου τρόπου ζωής που αποκόβεται από τον παραδοσιακό λαϊκό πολιτισμό των αγροτικών κοινωνιών και βασίζεται εν πολλοίς στην ενσωμάτωση πολιτιστικών στοιχείων των κατώτερων κοινωνικών τάξεων ή και του κοινωνικού περιθωρίου από την πλειοψηφία του αστικού πληθυσμού και η μαζική συμμετοχή σε νέες μορφές έκφρασης. Σε αυτά τα πλαίσια εντάσσουμε την εμφάνιση νέων μορφών τέχνης αλλά και τον εκδημοκρατισμό της σωματικής άσκησης και του διασυλλογικού αθλητισμού. [8] Στην παρούσα ανακοίνωση δεν θα απασχοληθούμε με την «αμερικανοποίηση» της μεσοπολεμικής Ευρώπης των «τρελλών χρόνων» (les années folles). Όση γοητεία κι αν ασκεί η ζωή και η δράση στην Ευρώπη μύθων όπως η Γερτρούδη Στάιν, ο Έρνεστ Χέμινγουέη, ο Σκότ Φιτζέραλντ, ο Χένρρι Μίλλερ ή η Ζοσεφίν Μπέικερ, [9] θα προτείναμε  να ρίξουμε μια ματιά στην είσοδο στην ευρωπαϊκή κουλτούρα στοιχείων που ανέπτυξαν  στενούς δεσμούς και ρίζες με την λαϊκή καθημερινότητα όπως λ.χ. η μουσική ή ο αθλητισμός.

 

Στις Η.Π.Α. η μαζική κουλτούρα αποτελούσε ήδη από το 1900 κυρίαρχο ρεύμα και ο θρίαμβός της είχε προκαλέσει αναπόφευκτα την αντίδραση τόσο των τοπικών ελίτ στο χώρο του πολιτισμού και της εκπαίδευσης όσο και των διαφόρων θρησκευτικών δογμάτων. Οι Η.Π.Α. Η ανακάλυψη και η διάδοση του κινηματογράφου αποτέλεσε τον έναν πυλώνα αυτής της ανάπτυξης κάτι που δεν θα απασχολήσει την παρούσα ανακοίνωση. Ο δεύτερος πυλώνας υπήρξε αναμφισβήτητα η διάδοση της μουσικής τζάζ, της μουσικής έκφρασης δηλαδή μιας απομονωμένης αστικής κοινότητας, της νέγρικης. Ο Έρικ Χόμπσμπαουμ σε ένα περίφημο άρθρο του για την έλευση της τζάζ στην Ευρώπη έκανε την σημαντική επισήμανση σχετικά με το κοινωνικό φορέα υποδοχής της νέγρικης μουσικής στην παλαιά ήπειρο. Στην Βρετανία η υποδοχή της μουσικής που θα πάρει σύντομα-αλλά όχι ακόμα τότε- το όνομα τζάζ είχε πιο πλατιά κοινωνική βάση και μάλιστα αποτέλεσε μέρος των χορευτικών συνηθειών στα εργατικά ψυχαγωγικά κλάμπ της βιομηχανικής Βρετανίας. Αντίθετα στην υπόλοιπη Ευρώπη η διάδοση της τζάζ συνέπεσε με την χαλάρωση των αριστοκρατικών και αστικών συμβάσεων, την υιοθέτηση του χορευτικού ρυθμού από μια μορφωμένη κατηγορία μέσο και μεγαλο-αστών (που είχαν ήδη υιοθετήσει το εξίσου ταπεινό στην καταγωγή τάγκο [10]) και με την ενίσχυση μετά το 1917 των υπερατλαντικών τρόπων επικοινωνίας. [11] Η ανακάλυψη της τζάζ από την ευρωπαϊκή διανόηση και η αναγνώριση των καλλιτεχνικών λαϊκών ριζών της έγινε σχετικά άμεσα, ενώ σύντομα οι μουσικοί της τζάζ θα αναγνωριστούν από τους μεγάλους συνθέτες της Ευρώπης όπως ο Ραβέλ ή ο Ντεμπυσύ ως ισότιμοι και ικανότατοι μουσικοί. [12] Όταν πρωτοακούστηκε το 1917 από τις νέγρικες στρατιωτικές μπάντες σε ένα ευρύτερο κοινό ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του και ο «θορυβώδης» πρωτόγνωρος ρυθμός του έμοιαζε να καταγγέλλει μιμούμενος τον ρυθμό των βομβαρδισμών. Αυτή ακριβώς η αναζωογονητική μελωδία που συνοδευόταν με την υιοθέτηση αντίστοιχων χορευτικών επιλογών αποτέλεσε το σήμα κατατεθέν του περάσματος τόσο στη  νέα εποχή που είχε την ανάγκη να αφήσει πίσω τον πόνο και την τραγωδία του πολέμου όσο και στην εποχή της κυριαρχίας του αμερικάνικου τρόπου διασκέδασης. [13]

 

Στον ευρωπαϊκό χώρο ήδη από το 1900 και κατά τη διάρκεια της διεθνούς έκθεσης στο Παρίσι, το γαλλικό κοινό είχε έρθει σε μια πρώτη επαφή με τους ρυθμούς της χορευτικής νέγρικης μουσικής μέσω της μπάντας του αμερικάνικου ναυτικού υπό τον John Philip Sousa. Η επιτυχία υπήρξε τέτοια που μια σειρά από συναυλίες θα οργανωθούν και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Παρατηρούμε δηλαδή ότι ο αμερικανικός στρατός αποτέλεσε από αρκετά νωρίς το μέσο διάχυσης ενός μουσικού προϊόντος που ακόμα ήταν υπό διαμόρφωση και στις ίδιες τις Η.Π.Α. Το γεγονός αυτό καθιστά την διερεύνηση του όλου θέματος εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αν αναλογιστούμε τον κλασικό συντηρητισμό που χαρακτηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις ακόμα κι όταν μιλάμε για τα μουσικά τους σύνολα.  Η πραγματική εισβολή όμως γίνεται το 1917 όταν οι Αμερικανοί φθάνουν μαζικά στην Ευρώπη. Το 10% του αμερικάνικου στρατού αποτελούταν από μαύρους οι οποίοι αν και δεν υπηρετούσαν στις ίδιες μονάδες με τους λευκούς Αμερικανούς –δείγμα της πολιτικής των διακρίσεων που επικρατούσε ακόμα- επέδειξαν ιδιαίτερο πατριωτισμό ευελπιστώντας μεταξύ άλλων και σε μια βελτίωση της θέσης τους στην αμερικανική κοινωνία. Το 15ο σύνταγμα πεζικού του αμερικανικού στρατού αποτελούταν αποκλειστικά από μαύρους και αποτέλεσε το κέντρο διάδοσης της μαύρης μουσικής στον ευρωπαϊκό χώρο. Ανάμεσα στους εθελοντές που πέρασαν τον Ατλαντικό η πλέον εμβληματική προσωπικότητα υπήρξε του James Reese Europe, ενός αστέρα της μαύρης διανόησης της Νέας Υόρκης και ιδιοκτήτης δύο από τα πιο δημοφιλή τζάζ κλάμπ της αμερικάνικης μεγαλούπολης.  Στον Europe και στον Noble Sissle, έναν άλλο μουσικό του συντάγματος, ανατέθηκε από τη διοίκηση  η οργάνωση μιας ορχήστρας με τους καλύτερους μουσικούς με σκοπό να τονωθεί το ηθικό των στρατιωτών. Ο Europe θα ανακαλύψει τους καλύτερους μουσικούς στις Η.Π.Α., στο Πουέρτο Ρίκο και στην Κούβα και θα δημιουργήσει μια μπάντα (τους «Harlem Hellfighters») που από το τέλος του 1917 ως το 1919 θα πραγματοποιήσει πλήθος εμφανίσεων σε ολόκληρη τη Γαλλία και το Βέλγιο. Παρόμοιες μπάντες μαύρων θα εμφανιστούν και σε άλλες μονάδες του αμερικάνικου στρατού. [14] Το κοινό θα έρθει σε πρώτη επαφή με «την άγρια αυτή τέχνη που ξεπηδάει από τα τραγούδια των νέγρων» όπως ανέφερε η εφημερίδα Ouest-Eclair. Η μουσική παράσταση στο Καζίνο του Παρισιού το 1919 [15] έδωσε το έναυσμα στον Jean Cocteau να γράψει ένα από τα σημαντικότερα κείμενα περιγραφής της νέας αυτής μουσικής και ταυτόχρονα να εισαγάγει την τζαζ στον κύκλο των σουρεαλιστών παρέχοντάς της μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική «υιοθεσία». [16]  Μετά το 1917 τίποτα δεν θα είναι ίδιο στο μουσικό τοπίο της Ευρώπης. Η τζάζ θα ακολουθήσει την πορεία των αμερικάνικων στρατευμάτων. Κι αν το 1917 θα καταλάβει τη μουσική ζωή της Γαλλίας, το 1919 θα σαγηνεύσει το Βερολίνο. [17] Ο πόλεμος άλλαξε οριστικά τις μουσικές συνήθειες των δοκιμαζόμενων ευρωπαϊκών λαών ανατρέποντας πλέον τις παραδοσιακές φόρμες και δημιουργώντας όλες εκείνες τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη μαζικών μορφών μουσικής ψυχαγωγίας. [18]

 

Το 15ο Σύνταγμα στο οποίο αναφερθήκαμε θα μετονομαστεί σε 369ο σύνταγμα πεζικού και θα ενταχθεί υπό γαλλική διεύθυνση ώστε να μην χρειαστεί να συνυπάρξουν κάτω από κοινή διοίκηση λευκοί και μαύροι. Σε αυτό το 369ο σύνταγμα χρωστά η Ευρώπη μια άλλη αμερικανική ανακάλυψη που έκανε την μαζική εμφάνισή της στην Ευρώπη το 1917: το μπάσκετ. Όπως το ποδόσφαιρο από τα μέσα του 19ου αι. αποτέλεσε ένα βασικό όπλο ενίσχυσης της βρετανικής εικόνας, έτσι και το μπάσκετ θα συνδεθεί με την εμφάνιση και την άνοδο της αμερικανικής αυτοκρατορίας. [19] Ήδη από το τέλος του 19ου αι. ο κόσμος των σπόρ και ειδικά εκείνος των νεανικών σωματείων αθλητισμού γνώρισε στην δυτική Ευρώπη μια σημαντική αλλαγή: η πρακτική της άθλησης δημοκρατικοποιείται και εντάσσεται στην σωματική προπαρασκευή των νέων –διαδικασία άμεσα συνδεδεμένη και με την προετοιμασία των εθνικών στρατών για την επερχόμενη σύγκρουση. Στον αμερικάνικο στρατό το 1916 –κατά τη διάρκεια της συνοριακής κρίσης με το Μεξικό- ο αθλητισμός εισήλθε ως βασικό στάδιο για την ορθή προετοιμασία των στρατευμένων. Σε αυτά τα πλαίσια εισήλθαν μια σειρά από σπόρ όπως η πυγμαχία, το μπάσκετ, το μπέηζμπολ στο πρόγραμμα των στρατιωτικών γυμνασίων. [20] Οι πρώτες επιδείξεις μπάσκετ από το γαλλικό παράρτημα της YMCA (ΧΑΝ) στην οδό Trevise  στο Παρίσι το 1893, δηλ. μόλις δύο χρόνια μετά την επινόηση του παιχνιδιού από τον καθηγητή και μέλος της YMCA James Neismith  στο Πανεπιστήμιο του Σπρίνγκφιλντ. Το 1897 οι εφημερίδες στο Νταντί της Σκωτίας κάνουν λόγο για επιδείξεις του νέου αμερικάνικου παιχνιδιού. Στην πραγματικότητα όμως το μπάσκετ γίνεται γνωστό μέσω των θρησκευτικών οργανώσεων περισσότερο στην αμερικανική ήπειρο, στην Ασία ή στην Ωκεανία παρά στην Ευρώπη. [21] Οι επιδείξεις του νέου σπορ στους Ολυμπιακούς του Σεν Λούις το 1904 δεν θα συγκινήσουν τους Ευρωπαίους. Το μπάσκετ θα γίνει πραγματικά γνωστό στο λιμάνι της Saint-Nazaire , στην αμερικανική στρατιωτική βάση, όπου  θα οργανωθούν μπροστά σε ένα ευρύ κοινό οι πρώτοι αγώνες μπάσκετ. Ο αμερικανικός παράγοντας διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην διάδοση ενός  σπορ που μόλις στη δεκαετία του 1920 κατάφερε να λάβει διεθνή νομική υπόσταση και να κωδικοποιήσει τους κανονισμούς προσαρμοσμένους στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα. [22] Η διάδοση του μπάσκετ- όπως και άλλων σπορ- από τον αμερικάνικο στρατό έγινε με βάση έναν κεντρικό σχεδιασμό και με τη  σύμφωνη γνώμη όλων των επιπέδων της αμερικανικής διοίκησης. Οι λόγοι εντοπίζονταν κυρίως στην αναγκαιότητα απόκτησης και διατήρησης υψηλού αξιόμαχου των ενόπλων δυνάμεων αλλά και για την όσο το δυνατόν πιο ήπια διείσδυση του αμερικανικού μοντέλου στον ευρωπαϊκό χώρο. Ο υπουργός Πολέμου των Η.Π.Α. Newton Baker θα αποστείλει στην Ευρώπη τον υπεύθυνο του ιδρύματος Ροκφέλερ [23] Raymond Fosdick για να συντονίσει το πρόγραμμα υγιεινής και αθλητισμού. Σε συνεργασία με άλλες οργανώσεις όπως η YMCA, οι πρόσκοποι και ο Ερυθρός Σταυρός σύντομα θα δημιουργηθεί ένα ευρύ πρόγραμμα που κάλυπτε τα 32 αμερικάνικα στρατόπεδα στην Ευρώπη. Σημαντικό δε ρόλο στην ανάπτυξη του σχετικού προγράμματος διαδραμάτισε και ο εφευρέτης του μπάσκετ James Naismith  ο οποίος ανέλαβε υπεύθυνος του τμήματος υγιεινής της YMCA. [24] Χάρη στις ΧΑΝ, στον αμερικάνικο Ερυθρό Σταυρό και τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις σε σύντομο χρονικό διάστημα το μπάσκετ γνωρίζει αλματώδη ανάπτυξη αρχικά ανάμεσα στις στρατιωτικές δυνάμεις των Συμμάχων και σύντομα στα σχολεία και τα πανεπιστήμια που το εντάσσουν στο πρόγραμμά τους. Στις περιπτώσεις της Γαλλίας και του Βελγίου η διείσδυση πραγματοποιήθηκε άμεσα από τον αμερικανικό στρατό και τις καθολικές οργανώσεις νέων. Στην Ιταλία [25] και στην Ελλάδα σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι ΧΕΝ αλλά και οι ομογενείς όπως φανερώνει η περίπτωση του Μάικ Στεργιάδη μόλις το 1918. [26]  Στη νεαρή Γιουγκοσλαβία τον συγκεκριμένο ρόλο ανέλαβε το αμερικάνικο τμήμα του Ερυθρού Σταυρού στα πλαίσια της προπαγάνδισης των μέτρων υγιεινής μετά το δραματικό πέρασμα της ισπανικής γρίπης. [27] Στις Βαλτικές δημοκρατίες-όπου το μπάσκετ αναδείχθηκε ως ένα από τα βασικότερα μέσα προβολής της εθνικής ιδιαιτερότητας- υπεύθυνοι υπήρξαν οι ομογενείς στρατιώτες και μετανάστες που επέστρεψαν μετά τον πόλεμο στις χώρες αυτές που πρόσφατα είχαν κερδίσει την ανεξαρτησία τους. [28]

 

Το πρόγραμμα του στρατιωτικού αθλητισμού έλαβε σημαντικές διαστάσεις, ενώ η έκδοση μιας σειράς ενημερωτικών επιθεωρήσεων και φυλλαδίων από τις αμερικανικές αρχές με τους κανόνες των σπορ και συμβουλές αθλητικής υγιεινής συντέλεσαν στην αλλαγή των πρακτικών όχι μόνο εντός των συμμαχικών στρατών αλλά και στις ως τότε παραδοσιακές αθλητικές πρακτικές των δυτικών κοινωνιών. Αποκορύφωμα αυτής της ιδιαίτερης αμερικανικής πολιτιστικής διείσδυσης και ενδεικτική του νέου πλέγματος συσχετισμών μεταξύ Η.Π.Α. και Ευρώπης υπήρξαν οι περίφημοι «Διασυμμαχικοί Αγώνες» που πραγματοποιήθηκαν από τις 22 Ιουνίου ως τις 6 Ιουλίου 1919 στο νεότευκτο στάδιο Πέρσινγκ, το οποίο κατασκευάστηκε από τον αμερικάνικο στρατό και την YMCA, στο δάσος της Vincennes στο Παρίσι και προσφέρθηκε ως δώρο των Η.Π.Α. στη Γαλλία. Οι Αγώνες αποτελούσαν το προσωπικό στοίχημα του Elwood S. Brown, διευθυντή του αθλητικού τμήματος της YMCA που μόλις λίγες βδομάδες πριν την Ανακωχή του 1918 είχε περιγράψει σε επιστολή του προς τον συνταγματάρχη Bruce Palmer την αναγκαιότητα επίδειξης σε ευρύ κοινό αγώνων και την διοργάνωση αθλητικών συναντήσεων. Αυτή η «στρατιωτική Ολυμπιάδα» των νικητών διεξήχθη σε μια περίοδο κρίσης του ολυμπιακού κινήματος. [29] Η δε επιτυχία της ήταν μια ακόμα απόδειξη της γρήγορης προόδου που είχε κάνει η αμερικανική αθλητική διείσδυση στον ευρωπαϊκό χώρο από το 1917.[30]

 

Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι το 1917 αποτέλεσε σημείο καμπής για τις σχέσεις των Η.Π.Α και της Ευρώπης γενικότερα. Η ενασχόληση με δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα της λεγόμενης soft power στη διπλωματία δεν μπορεί να είναι παρά ενδεικτική μιας ευρύτερης, πολύπτυχης και σταθερής διείσδυσης του αμερικανικού τρόπου ζωής και της αμερικάνικης κουλτούρας σε μια ευρωπαϊκή κοινωνία που εξερχόταν καταστραμμένη από τον πόλεμο.  Το 1917 αποτελεί σταθμό για τις μουσικές  και ευρύτερα καλλιτεχνικές επιλογές των μεσαίων τάξεων της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης. Αποτελεί τέλος σταθμό στην διάχυση του συλλογικού και ανταγωνιστικού πνεύματος των αθλητικών εκδηλώσεων σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αλλά η μελέτη του φαινομένου απαιτεί μια πιο διεισδυτική ανάλυση των μέσων και των φορέων διαμόρφωσης της μαζικής μουσικής, κινηματογραφικής και αθλητικής κουλτούρας στον ευρωπαϊκό χώρο με έτος σταθμό φυσικά το 1917. Θα επανέλθουμε.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Giuliana Gemelli, “Europe-USA. American foundations and European scientific integration: actors and networks (1920’s-1970’s), στο François Roche (ed.), La culture dans les relations internationales, Ecole Française de Rome, Rome, 2002, σ.411.    

[2] Edward Said, Culture er impérialisme, Fayard, Paris, σ.398-399.

    [3] Βλ. το κλασικό έργο του H.G.Wels, The future in America, Harper and Brothers, London 1906 το οποίο και έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής από το αμερικάνικο κοινό Βλ. σχετικά και David Ellwood, “Defending diversity, the Americanization question in European identity debates”, στο François Roche (ed.), La culture dans les relations internationalεs, Ecole Française de Rome, Rome, 2002, σ.398. 

[4] Alan Axelrod, Selling the Great War : the making of American propaganda, Palgrave, New York, 2009, σ.189-210.

    [5] Irwin M.Wall, L’influence américaine sur la politique française 1945-1954, Balland, Paris, 1989, σ.22-23.    

[6] Βλ. λ.χ. τις εντεινόμενες αντιθέσεις μεταξύ αγγλικής και ιρλανδικής καταγωγής Αμερικανών ειδικά μετά την εξέγερση του Δουβλίνου το 1916 και την θέση των γερμανικής καταγωγής πολιτών ειδικά στις ανατολικές ακτές. Βλ. Marc Ferro, Ο πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος 1914-1918, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1997, γ’ έκδοση, σ.238 και 240-241, καθώς και Thomas Boghardt, “ The Zimmermann Telegram: Diplomacy, Intelligence and the American Entry into World War I”, The BMW Center for German and European Studies Edmund A. Walsh School of Foreign Service Georgetown University Working Paper Series, Working Paper No.6-04  http://georgetown.edu/sfs/cges/working_papers.html, November 2003 Working Paper No.6-04.

[7] Βλ. σχετικά Jacques Dugast, La vie culturelle en Europe au tournant des XIXe et XXe siècle, PUF, Paris, 2001, ειδικά σελ. 1-8. Όπως σημειώνει ο συγγραφέας η άμεση επαφή της Ευρώπης με την διανόηση της αμερικανικής ηπείρου αφορούσε μερικές δεκάδες διανοούμενων που επιχειρούσαν το υπερατλαντικό ταξίδι, ενώ ακόμα λιγότεροι ήταν οι Αμερικανοί που είχαν εγκατασταθεί στον ευρωπαϊκό χώρο (κυρίως στο Παρίσι, Λονδίνο, Βιέννη και Βερολίνο) πριν το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου. Βλ. ο.π., σ. 210-213.

[8] Βλ. Γιώργος Κόκκινος, Πρίσματα ευρωπαϊκής ιστορίας, Μεταίχμιο, Αθήνα 2007, σ.94-95.    

[9] Για μια επισκόπηση της γενιάς των Αμερικανών στο Παρίσι μετά το 1900 και ως τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο βλ. Nancy Green, “Expatriates and Americanization.Paris 1900-1940”, στο Anne Dulphy, Robert Frank, Marie-Anne Matard-Bonucci, Pascal Ory (ed.), Les relations culturelles internationals au XXe siècleDe la diplomatie culturelle à l’acculturation, Peter Lang, Bruxelles, σ.267-276 όπου και η σχετική βιβλιογραφία για το θέμα. Για ειδικότερα θέματα βλ. Paul Colin, Henry Louis Gates and Karen C. C. Dalton,  Josephine Baker and La Revue Nègre , Paul Colin’s Lithographs of Le Tumulte Noir in Paris, 1927, H.N. Abrams, New York, 1998, Michel Fabre,. From Harlem to Paris : Black American Writers in France, 1840-1980, University of Illinois Press, Urbana 1991, Jeffrey H. Jackson, Making Jazz French : Music and Modern Life in Interwar Paris American Encounters/Global Interactions, Duke University Press, Durham 2003.

  [10] Για το τάγκο στα ελληνικά βλ. Salas Horacio, Το Τάνγκο, Πορεία, Αθήνα 2014 και Χρήστος Λούκος, «Κοινωνική ιστορία του τάνγκο. Από τις υποβαθμισμένες συνοικίες του Buenos Aires στα σαλόνια της Ευρώπης », Μνήμων, τ. 20 (1998), σ. 251-270.    

[11] Eric Hobsbawm, Ξεχωριστοί άνθρωποι. Αντίσταση, εξέγερση και τζάζ, Θεμέλιο, Αθήνα 2001, σ.353-363.

  [12] Την ίδια ώρα η «νέγρικη» μουσική του περιθωρίου γνώριζε την αναμενόμενη απόρριψη τόσο από τις λευκές ρατσιστικές κυρίαρχες τάξεις των Η.Π.Α. όσο και από  σημαντικό μέρος των συντηρητικών ευαγγελικών και προτεσταντικών κοινοτήτων των μαύρων. Βλ. Jacques Portes, De la scène à l’écran. Naissance de la culture de masse aux Etats-Unis, Belin, Paris 1997, σ,301.

 

[13] Τα χρόνια που θα ακολουθήσουν από τη λήξη του πολέμου ως το 1940 η Δυτική και η Κεντρική Ευρώπη θα κατακλυστούν από αμερικάνικης προέλευσης χορούς (τσάρλεστον, φοξ-τροτ, μπλάκ μπότομ και σουίνγκ από τις ΗΠΑ, ρούμπα από την Καραϊβική, τάγκο από την Αργεντινή, σάμπα από την Βραζιλία κ.α.α).  Παράλληλα θα διαμορφωθούν και ευρωπαϊκές μουσικές σκηνές οι οποίες θα κυριαρχήσουν στον νεανικό τρόπο διασκέδασης. Βλ. Sophie Jacotot, « « Danses modernes » des Amériques à Paris dans l’ entre-deux-guerres. Etapes de l’acculturation et formes de l’appropriation » στο Anne Dulphy, Robert Frank, Marie-Anne Matard-Bonucci, Pascal Ory (ed.), Les relations culturelles internationals au XXe siècle. De la diplomatie culturelle à l’acculturation, Peter Lang, Bruxelles, σ.237-246 και Thomas J. Hennessey, From Jazz to Swing : African-American Jazz Musicians and Their Music, 1890-1935 Wayne State University Press, Detroit 1994. 

[14] Peter M. Lefferts, «Black US Army Bands and Their Bandmasters in World War I«,  Faculty Publications: School of Music 25, (2012)   http://digitalcommons.unl.edu/musicfacpub/25(πρόσβαση 11/11/2017)

[15] William H. Kenney, “  The assimilation of American jazz in France  1917-1940”, American Studies 25(1), σ. 5-24, όπου πρβλ.  Ray Binder, « Historique du Jazz » , Jazz-Tango (December, 1931), σ.6.  

[16] Jean Cocteau, « Carte blanche – Jazz Band », Paris-Midi, 4 Αυγούστου  1919 και του ιδίου, Jean Cocteau, Le Coq et l’Arlequin. Notes sur la musique, Stock, Paris, 1979 (πρώτη έκδοση La Sirène, 1918), σ. 29 και 53-54. Βλ. και Denis-Constant, Olivier Roueff, La France du jazz. Musique, modernité et identité dans la première moitié du vingtième siècle, Parenthèses, Marseille 2002.

[17] Michael J. Budds (ed.), Jazz & the Germans: Essays on the Influence of «hot» American Idioms on the 20th-century German Music, Pendragon Press, New York 2002, ειδικά σ.1-19, Klaus Nathaus Popular Music in Germany, 1900–1930: A Case of Americanisation? Uncovering a European Trajectory of Music Production into the Twentieth Century, European Review of History: Revue européenne d’histoire, 20:5, (2013), σ.755-776 και Michael H Kater,. Different Drummers : Jazz in the Culture of Nazi Germany,: Oxford University Press, New York 1992. 

[18] Βλ. τον ενδιαφέροντα κατάλογο της έκθεσης «Entendre la guerre» (dir.par Florence Gétreau),  Gallimard, Paris 2014,  που πραγματοποιήθηκε στο Historial de la Grande Guerre στην Péronne . Ενδιαφέρον είναι και το άρθρο του Sophian Fanen, « Les tranchées, berceau musical », Libération, 6/6/2014,   http://next.liberation.fr/musique/2014/06/06/les-tranchees-berceau-musical_1035413 (πρόσβαση 5/11/2017).

[19] Ο Eric Hobsbawm,  Η εποχή των άκρων. Ο σύντομος 20ος αιώνας 1914-1991, Θεμέλιο, Αθήνα 2004, σ.163 αναφέρει επιτυχώς ότι το ποδόσφαιρο αποτέλεσε στον αθλητικό τομέα την σημαντικότερη εικόνα της βρετανικής κυριαρχίας στον κόσμο σε αντίθεση με το κρίκετ που έχει μικρή μόνο επιρροή έξω από τις πρώην βρετανικές κτήσεις. Ομοίως το μπέιζμπολ μικρή επίδραση είχε εκτός των Η.Π.Α. σε αντίθεση με το μπάσκετ.  

[20] Steven Pope, Patriotic games : sporting traditions in the American imagination, 1876-1926, Oxford University Press 1997, σ.145.

  [21]Ειδικά για τις ιμπεριαλιστικές διαστάσεις της αμερικανικής αθλητικής διείσδυσης στην Καραϊβική, τη Νότια Αμερική και τις Φιλιππίνες με έμφαση στη δράση των ΥMCA βλ. Gerald R.Gems, The Athletic Crusade.  Sport and American Cultural Imperialism, University of Nebraska 2006.  

[22] Sabine Chavinier-Réla, « Les règles du basket français dans l’entre-deux-guerres, entre dimension nationale et continentale » και Loic Artiaga, « Jeux de pouvoirs aux premiers temps de la Federation internationale de basket-ball » στο Fabien Archambqult, Loic Artiaga, Gérard Bosc (ed.), Le Continent basket. L’Europe et le basket-ball au XXe siècle, Peter Lang, Bruxelles, 2015, σ.29-46 και 47-66 αντίστοιχα.  

[23] Το Ίδρυμα Ροκφέλερ αποτέλεσε ως τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο τον σημαντικότερο φορέα διείσδυσης της αμερικάνικης πολιτικής στην Ευρώπη και στην διαμόρφωση μιας φιλοαμερικανικής leadership. Τον αντίστοιχο ρόλο διαδραμάτισαν μετά το 1945 το Ίδρυμα Ford και το Ίδρυμα Foulbright. Οι πρώτες αποστολές του Ιδρύματος Ροκφέλερ αφορούσαν ζητήματα υγιεινής και αντιμετώπισης της φυματίωσης, αλλά σταδιακά επεκτάθηκαν σε διάφορους τομείς πολιτιστικής, οικονομικής και πολιτικής σημασίας. Βλ. Ludovic Tournès, « Penser global, agir local. La Fondation Rockfeller en France (1914-1960) » στο Anne Dulphy, Robert Frank, Marie-Anne Matard-Bonucci, Pascal Ory (ed.), Les relations culturelles internationals au XXe siècle. De la diplomatie culturelle à l’acculturation, Peter Lang, Bruxelles, σ. 375-382.

  [24] Pope, ο.π., σ.146-149.  

[25] Saverio Battente-Tito Menzani, Storia sociale della pallacanestro in Italia, Piero Lacaita, Roma 2009, σ.12, 100 και 140 όπου και η σχετική βιβλιογραφία για την YMCA στην Ιταλία.  

[26] Lampros Flitouris, « Le basket-ball en Grèce. Histoire d’une legénde nationale », στο Fabien Archambqult, Loic Artiaga, Gérard Bosc (ed.), Le Continent basket. L’Europe et le basket-ball au XXe siècle, Peter Lang, Bruxelles, 2015, σ.233-234.  

[27] Pero Jelić, « Aux origines du basket-ball en Yougoslavie (1923-1940) », Études balkaniques 11 (2004), σ.177-196.

[28] Julien Gueslin, « Quand les petits deviennent maitres » στο Fabien Archambqult, Loic Artiaga, Gérard Bosc (ed.), Le Continent basket. L’Europe et le basket-ball au XXe siècle, Peter Lang, Bruxelles, 2015, σ.67-84.

[29] Τhierry Terret, « Le Comité International Olympique et les “olympiades militaires” de 1919 »], Olympika. The International Journal of Olympic Studies VIII  (1999), σ.69-80.

[30] Σημειώνουμε χαρακτηριστικά ότι στους αγώνες διεξήχθη το πρώτο εθνικό τουρνουά μπάσκετ με τη συμμετοχή των Η.Π.Α., της Γαλλίας και της Ιταλίας. Έλαβαν μέρος 1500 περίπου αθλητές από 18 χώρες. Βλ. σχετικά Thierry ΤerretLes Jeux interalliés de 1919. Sportguerre et relations internationales, L’Harmattan, Paris 2002 και την επίσημη έκδοση των αγώνων The InterAllied games 1919, Cornell University Library,   https://archive.org/details/cu31924014114353 (πρόσβαση 6/11/2017)Picture1

«HK: Αναζητώντας τη χαμένη ταυτότητα»

images

 

«HK: Αναζητώντας τη χαμένη ταυτότητα»

Του Λάμπρου Φλιτούρη

 

Η ιστορία του βιβλίου «ΗΚ: Αναζητώντας τη χαμένη ταυτότητα. Ένα Εβραιόπουλο στη δίνη του Β’Παγκοσμίου Πολέμου» είναι ένα ταξίδι σε μια σκοτεινή δραματική εποχή, όπως την μεταφέρει η καταξιωμένη γαλλο-ισραηλινή συγγραφέας Σοσάνα Μπουκχομπζά.

Τα έργα για την τύχη των Εβραίων της Ευρώπης κατά τις δεκαετίες του 1930 και 1940 είναι πολλά. Άλλα ιστορικά, άλλα τεκμηρίωσης (ντοκουμέντα), άλλα βιογραφικά, άλλα μυθιστορήματα. Το βιβλίο, το οποίο μετέφρασε υποδειγματικά ο Γιώργος Ξενάριος και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Στερέωμα», έχει μια ιδιαιτερότητα. Δεν πρόκειται για τις αναμνήσεις του Γκύ Μπρεν που στην μεταπολεμική Γαλλία αναζητά τις ρίζες. Δεν πρόκειται για τις αναμνήσεις της βασανισμένης Έλεν Κάλμους. Είναι μια δουλειά τεκμηρίωσης που η Μπουκχομπζά έφερε εις πέρας και ένα αφήγημα που διαβάζεται με ενδιαφέρον και σε κάποια σημεία με έκδηλη την αγωνία. Είναι ένα αφήγημα όχι μόνο για την τύχη των Εβραιόπουλων που οι γονείς τους πίστεψαν σε μια καλύτερη ζωή και μετακόμισαν στη Γαλλία. Δεν αφορά μόνο την τύχη αυτών των παιδιών μετά την γαλλική συνθηκολόγηση τον Ιούνιο του 1940. Είναι ένα αφήγημα που θέτει εκ νέου ερωτήματα για την στάση των Ευρωπαίων συνολικά απέναντι στο ναζισμό, την στάση των Γάλλων απέναντι στις εξελίξεις στο εβραϊκό ζήτημα, την στάση των χριστιανών και της καθολικής εκκλησίας. Είναι ένα αφήγημα που αναζητά την «ταυτότητα» μιας εποχής που το να έχεις μία συγκεκριμένη ταυτότητα προδιέγραφε και το μέλλον σου.

Θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να είναι και ένα είδος ιστορίας μιας χαμένης γενιάς παιδιών που μεγάλωσαν αναγκαστικά σε συνθήκες που δεν επιθυμούσαν, προκειμένου να επιζήσουν. Τέλος, θα μπορούσε να είναι και μια συνοπτική ιστορία των Εβραίων της Γαλλίας. Σ’αυτό ειδικά το θέμα και ειδικά για την περίοδο 1940-1945 θα μπορούσαμε να επεκτείνουμε τον προβληματισμό μας.

Όταν στις 27 Σεπτεμβρίου 1791 η Γαλλική Επανάσταση αναγνώριζε το δικαίωμα του πολίτη σε όλους τους κατοίκους της χώρας χωρίς θρησκευτικές εξαιρέσεις, ξεκινούσε μια άλλη περίοδος για τους χιλιάδες Εβραίους της Γαλλίας. Ο 19ος αι. υπήρξε ο αιώνας της ενσωμάτωσης. Οικογένειες όπως οι Ρότσιλντ, οι Όφφενμπαχ κ.α. κατάφεραν να αναρριχηθούν στην κορυφή του επιχειρηματικού κόσμου της χώρας και της Ευρώπης. Ήταν μια περίοδος σχετικής κοινωνικής γαλήνης και ευημερίας, που ανάγκασε τον Γερμανό ποιητή Χάινριχ Χάιν να αναφερθεί- με έναν τόνο ζήλιας είναι η αλήθεια- στους Εβραίους «που ζουν ευτυχείς σαν θεοί στη Γαλλία». Αυτή η ευτυχία ωστόσο δεν ήταν ανέφελη. Ο 19ος αι. ήταν επίσης εκείνη η περίοδος που στιγματίστηκε από έναν πολιτικό αλλά και πνευματικό αντισημιτισμό μιας σπάνιας βιαιότητας. Αποκορύφωμά της υπήρξε η περίφημη υπόθεση Ντρέιφους, ενώ η τραγική του υλοποίηση πραγματοποιήθηκε από το καθεστώς του στρατάρχη Πετέν την περίοδο 1940-1945. Η συνεργασία του «Γαλλικού Κράτους» του Βισί με τους ναζί οδήγησε πάνω από 75.000 Εβραίους που ζούσαν στη Γαλλία πριν το 1939, στα στρατόπεδα θανάτου. Ο βαθμός της συνεργασίας των γαλλικών αρχών σ’αυτή την πορεία θανάτου σοκάρει ακόμα και σήμερα. Δείγμα της επιφανειακής ίσως αποδοχής από το σύνολο της γαλλικής κοινωνίας μιας πληθυσμιακής ομάδας (των Εβραίων) που έδειχνε να έχει ενσωματωθεί πληρέστερα από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Δυτικής Ευρώπης.

Η γνώση για το Ολοκαύτωμα θα έρθει μετά τον πόλεμο και την επιστημονική κοινότητα θα την αγγίξει ερευνητικά κυρίως μετά τη δεκαετία του 1980 για μια σειρά από λόγους. Η ζωή στα τέλη της δεκαετίας του 1940 ξαναπήρε τους γνωστούς ρυθμούς. Οι επιζώντες προσπάθησαν να σταθούν στα πόδια τους, οι οικογένειες να ξαναβρεθούν, οι ταυτότητες να ξαναδηλωθούν χωρίς φόβο. Η άφιξη περίπου 200.000 Εβραίων (1956-1967) από τη Βόρεια Αφρική δηλαδή μετά το τέλος των αντιαποικιακών πολέμων και την ανακήρυξη των ανεξαρτησιών του Μαρόκου, της Τυνησίας και της Αλγερίας, θα αλλάξει οριστικά τη φυσιογνωμία της γαλλικής εβραϊκής κοινότητας.

Κατά την περίοδο 1940-1943 το γαλλικό κράτος του Βισί υπήρξε ένα βαθιά αντιεπαναστατικό, αντιδραστικό κατασκεύασμα  που στοχοποίησε –μεταξύ άλλων- και τους Εβραίους. Δεν θα πρέπει ωστόσο να παραβλέπουμε και τους άλλους παράγοντες που συνέβαλαν την εποχή εκείνη στην πορεία που έλαβε το εβραϊκό ζήτημα στην Γαλλία: ο γερμανικός παράγοντας, η γαλλική γραφειοκρατία, οι πολιτικές και θρησκευτικές ελίτ, η ίδια η γαλλική κοινωνία. Από τις 22 Ιουλίου 1940 ένα από τα πρώτα μέτρα του Γαλλικού Κράτους ήταν η αναθεώρηση της απόδοσης υπηκοότητας στους ξένους που βρήκαν άσυλο στη Γαλλία μετά την επικράτηση των ναζί στη Γερμανία το 1933. Πρώτα θύματα υπήρξαν οι χριστιανικές και εβραϊκές οικογένειες γερμανικής και αυστριακής καταγωγής. Στην γερμανική ζώνη κατοχής στη Γαλλία απ’τον Σεπτέμβριο του 1940 μεταφέρθηκε στην ουσία το νομικό καθεστώς του Ράιχ και το οποίο βασιζόταν στους άξονες: καταγραφή, αποκλεισμός, δήμευση περιουσιών, απόδοση ειδικού ρόλου στις εβραϊκές θρησκευτικές αρχές. Περίπου 90.000 Γαλλοεβραίοι και άλλοι 65.000 ξένης υπηκοότητας θα καταγραφούν στη γερμανική ζώνη κατοχής μέσα σε λίγες εβδομάδες. Στις 3 Οκτωβρίου 1940 το καθεστώς του Βισί με ειδικό νόμο θα αναγνωρίσει ως ειδικό το status του Εβραίου, ενώ θα δεχθεί ότι οι ξένης υπηκοότητας Εβραίοι θα μπορούσαν να κρατηθούν σε ειδικά στρατόπεδα. Η ‘Τελική Λύση» αρχίζει να συστηματοποιείται στη Γαλλία πριν καν οι Γάλλοι συνειδητοποιήσουν τα νέα δεδομένα.  Το ίδιο και οι Εβραίοι της Γαλλίας που από το 1870 αναγνωρίζονταν ως ισότιμοι πολίτες, έχασαν τη γαλλική υπηκοότητα με την κατάργηση του σχετικού νόμου. Για το Βισί Εβραίοι ήταν : «όσων οι πρόγονοι ως τρίτη γενιά  ήταν εβραϊκής ράτσας ή οι πρόγονοι ως δεύτερη γενιά  και  οι σύζυγοι ήταν Εβραίοι». Ήταν Εβραίοι ακόμη και όσοι είχαν δηλώσει «άθεοι» αν οι πρόγονοί τους ήταν Εβραίοι. Άμεσα ξεκίνησε η «αριανοποίση» των περιουσιών δηλ. στην ουσία η κλοπή των εβραϊκών περιουσιών. Περίπου 3.500 δημόσιοι υπάλληλοι απολύθηκαν, ενώ μέσα σε έξι μήνες απαγορεύθηκε η άσκηση από τους Εβραίους του επαγγέλματος του δικηγόρου και του γιατρού. Σύμφωνα με τα κείμενα που κατατέθηκαν στη δίκη της Νυρεμβέργης από γαλλικής πλευράς, μια σειρά από νομοθετήματα (γαλλικά και γερμανικά) έθεσαν στο περιθώριο της κοινωνίας τους Εβραίους και δήμευσαν το σύνολο των περιουσιών τους ως το 1942. Μετά το έτος αυτό όλες οι κινήσεις είχαν σαν σκοπό τον εκτοπισμό και τον τελικό αφανισμό των Εβραίων. Η υποχρεωτική οργάνωση σε ένα κοινό νομικό σώμα των εβραίων δεν άφηνε περιθώρια διαφυγής. Ήταν μια αριστοτεχνικά δομημένη παγίδα: για να εξασφαλίσει ένας Εβραίος τα απαραίτητα προς το ζην έπρεπε να καταγραφεί. Μετά από αυτό ο εντοπισμός του ήταν θέμα χρόνου. Όπως και η σύλληψή του.

Την Άνοιξη και το Καλοκαίρι του 1941 στην ευρύτερη περιοχή του Παρισιού ξεκίνησε ο εκτοπισμός των Εβραίων (αρχικά εκείνων που είχαν ξένη υπηκοότητα και στη συνέχεια και των Γάλλων) σε μια σειρά από στρατόπεδα με πιο γνωστό εκείνο του Drancy. Η τακτική που ακολούθησαν οι Γερμανοί με την συνεπικουρία των Γάλλων αστυνομικών ήταν προοδευτική: αρχικά σύλληψη των ξένων  στη συνέχεια των ύποπτων για κομμουνιστική δράση, έπειτα των πλουσίων μελών της κοινότητας. Το 1942 στο Vélodrome d’Hiver (στο ποδηλατοδρόμιο του Παρισιού) φυλακίζονται 13.000 Εβραίοι μετά από επιχείρηση 7.000 Γάλλων αστυνομικών και παραστρατιωτικών. Οι περισσότεροι από τους συλληφθέντες οδηγήθηκαν στο Άουσβιτς. Η επιμονή του πρωθυπουργού Πιέρ Λαβάλ για την τύχη των παιδιών των Εβραίων οδήγησε στον τελικό εκτοπισμό και των παιδιών κάτω των 16 ετών, που αρχικά είχαν εξαιρεθεί. Για τους ναζί η συγκέντρωση και ο εκτοπισμός των Εβραίων της ζώνης κατοχής δεν αρκούσε. Χρειαζόταν ο αφανισμός και των Εβραίων που ζούσαν στο γαλλικό Νότο υπό την ευθύνη της κυβέρνησης του Βισί. Εκεί οι πρόθυμοι συνεργάτες θα βρεθούν στο πρόσωπο όχι μόνο της κυβέρνησης Πετέν-Λαβάλ αλλά και των χιλιάδων μελών των φασιστικών οργανώσεων. Μόνο το 1942 εκτοπίστηκαν σχεδόν 43.000 Εβραίοι όταν στο σύνολο της κατοχής εκτοπίστηκαν 76.000 άτομα. Ως το 1942, οι διώξεις των Εβραίων δεν προκαλούσαν πάντα την συμπάθεια των Γάλλων. Μόνο όταν έγινε υποχρεωτικό να φορούν το κίτρινο άστρο άρχισαν να εκδηλώνεται μια κάποια συμπάθεια. Σταδιακά οι αντιδράσεις γίνονταν πιο έντονες. Ακόμα κι από την καθολική εκκλησία όπως απέδειξε η πρωτοβουλία του επισκόπου της Τουλούζ να απευθύνει ένα γράμμα συμπάθειας στο καθολικό ποίμνιο Οι Εβραίοι αναζήτησαν αρχικά την σωτηρία στην ελεύθερη ζώνη αλλά όταν τον Νοέμβριο του 1942 οι ναζί θα παραβιάσουν την περιοχή αυτή η διαφυγή και η σωτηρία θα περάσει στην νοτιοανατολική ιταλική ζώνη κατοχής, στην οποία η εφαρμογή των φυλετικών νόμων ήταν χαλαρή. Με τον τρόπο αυτό περίπου 15.000 Εβραίοι κατέφυγαν στην Ελβετία, πριν κλείσουν και αυτά τα σύνορα. Άλλοι πάλι προσπάθησαν να κρυφτούν στη γαλλική επαρχία με την βοήθεια της Αντίστασης. Ακόμα και βαπτιζόμενοι καθολικοί προς τέρψη πολλές φορές των ακραίων χριστιανών που θεώρησαν την περίσταση κατάλληλη για να φέρουν στον «ορθό δρόμο» τα τέκνα του Ισραήλ. Μια τέτοια πτυχή καλύπτει και το παρόν βιβλίο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται από την συγγραφέα, ο λόγος που πολλοί Εβραίοι- όπως η Έλεν- καταφεύγουν στα καθολικά μοναστήρια ήταν γιατί απλά «κάθε μέρα που περνάει τους φέρνει πιο κοντά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και θανάτου».

Αν η ιστορία των Εβραίων της Γαλλίας κατά τη διάρκεια του πολέμου αποτέλεσε το αντικείμενο πολλών εργασιών τα τελευταία χρόνια, η καταγραφή της μεταπολεμικής τύχης τους είναι ακόμα σε αρχικό στάδιο. Το βιβλίο έρχεται να μιλήσει για την περίφημη υπόθεση των αδελφών Φιναλύ, που συνδέθηκαν με τον Γκύ Μπρεν, το γιο της εβραίας Έλεν και του μαυραγορίτη Αλσατού δωσίλογου Ρενέ Ολ. Μια τραγική-σχεδόν βγαλμένη από κινηματογραφικό σενάριο- ιστορία. Τα αδέρφια Φιναλύ, που μεγάλωσαν όπως και ο Γκύ από την δεσποινίδα Μπρέν, μια διευθύντρια παιδικού σταθμού που συντηρούταν από το καθολικό τάγμα των Αδελφών της Σιόν, θα επιστραφούν μεταπολεμικά στα επιζώντα μέλη των οικογενειών τους. Θα προηγηθεί μια σφοδρή δικαστική διαμάχη που δίχασε την γαλλική κοινή γνώμη, καθώς η καθολική εκκλησία αρνήθηκε αρχικά την επιστροφή των βαπτισμένων καθολικών παιδιών. Η υπόθεση έλαβε πολιτικές διαστάσεις και κατέληξε με την παρέμβαση του κράτους του Ισραήλ στην επιστροφή των Φιναλύ στους συγγενείς τους. Αυτή την υπόθεση την επαναφέρει στο προσκήνιο η Μπουκχομπζά προκειμένου να διηγηθεί την ιστορία του Γκύ.

Ο ιστορικός έχει πολλές δυσκολίες να αντιμετωπίσει για την προσέγγιση του θέματος της επιστροφής των επιζώντων σε μια «κανονικότητα». Κι αυτό αρχικά γιατί η συγκέντρωση των σχετικών πηγών είναι μια αρκετά δύσκολη αποστολή. Μεταπολεμικά οι Εβραίοι θα βρεθούν σκορπισμένοι σε ολόκληρη τη γαλλική επικράτεια, καθώς προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τον κλοιό των μεγάλων πόλεων. Η συμβίωσή τους στην γαλλική επαρχία, κρυμμένοι δίπλα σε χριστιανούς, θα έχει μια παράπλευρη, παράδοξη όσο και ενδιαφέρουσα συνέπεια. Η συντηρητική καθολική επαρχία, διαποτισμένη από έναν θολό αντισημιτισμό με βιβλικές αναφορές, θα έρθει σε επαφή- ενίοτε και για πρώτη φορά δια ζώσης- με πραγματικούς Εβραίους που δεν είναι πλούσιοι, δεν κάνουν ανθρωποθυσίες και δεν πίνουν το αίμα αθώων παιδιών όπως γραφικά είχε επικρατήσει από τον Μεσαίωνα! Όλοι αυτοί οι σκορπισμένοι Εβραίοι θα έπρεπε να επιστρέψουν στα σπίτια τους και να αναζητήσουν τις λίγες χιλιάδες που επέζησαν από τα στρατόπεδα. Έτσι η εύλογη κούραση και η επιλογή της σιωπής θα αποτρέψουν την συγκέντρωση άμεσα μαρτυριών για την πρώτη αυτή μεταπολεμική εποχή. Απ’την άλλη, η μεταπολεμική γαλλική κοινωνία, δυσανεκτική με την αλήθεια της συνεργασίας του Βισί, θα καλύψει με πέπλο σιωπής όλη την ευθύνη του 1940-1945.

Τέλος, τα ορφανά του πολέμου. Κάποια από αυτά αφέθηκαν σε ιδρύματα ή οικογένειες χριστιανών. Μεταπολεμικά έπρεπε να ξαναεντοπιστούν, να δαπανηθούν χρήματα για την στέγασή τους αλλά και να ανοίξουν πληγές σε παιδιά που για πρώτη φορά μάθαιναν την αληθινή καταγωγή τους κι έπρεπε να αφήσουν τις θετές οικογένειές τους. Στις περισσότερες των περιπτώσεων οι εβραϊκές οργανώσεις έσπευσαν να πληρώσουν ό,τι χρειαζόταν για να πάρουν πίσω την κηδεμονία των παιδιών, προκαλώντας πολλές φορές την αντίδραση του Βατικανού. Οι εβραϊκές κοινότητες ανέλαβαν την εκπαίδευση και την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Νέες ταυτότητες για παιδιά που είχαν αναγκαστεί να αλλάξουν ήδη δύο φορές ταυτότητα, προτού ακόμα ενηλικιωθούν.

Το γεγονός που περιγράφει το βιβλίο-όπως παρόμοια άλλα- ξεχάστηκαν μεταπολεμικά παρά τον θόρυβο της υπόθεσης Φινελύ. Πώς εξάλλου να βγουν στην επιφάνεια ζητήματα που έθιγαν στην ουσία ευαίσθητα προσωπικά βιώματα; Μαζί όμως μ’αυτή τη χρόνια σιωπή, έμεινε άγνωστη και η γενναιοδωρία εκείνων που έθεσαν σε κίνδυνο τη ζωή τους για να σώσουν τους Εβραίους. Το βιβλίο δεν είναι μόνο μια καταγγελία για το Ολοκαύτωμα, τη συνεργασία ή την σκληρότητα της καθολικής εκκλησίας. Είναι και μια απόδοση τιμής στους «Δικαίους των Εθνών». Και αυτή η ολοκληρωμένη προσέγγιση γίνεται για πρώτη φορά γνωστή στο ελληνικό κοινό και αξίζει να διαβαστεί.

Β.Τζούκας, Το Φάντασμα του ναζισμού, (παρουσίαση στα Ιωάννινα, 15/3/2017)

17264149_1619649131397053_5252772703421241787_n

Το φάντασμα του ναζισμού έρχεται να συμπληρώσει λειτουργικά μια προηγούμενη προσπάθεια του καθηγητή Γ.Κοκκινου στο έργο του για το Ολοκαύτωμα όπου έκανε λόγο για την προσπάθεια αισθητικοποίησης και αποιστορικοποίησης του ναζιστικού φαινομένου μέσα από την κινηματογραφική και λογοτεχνική παραγωγή της μεταπολεμικής περιόδου. Ο Βαγγέλης Τζούκας καταφέρνει να μας δώσει μια μελέτη που κάνοντας χρήση εξαντλητικής βιβλιογραφίας, επιτρέπει στον αμύητο αναγνώστη να κατανοήσει ότι πέρα από την μελέτη του ιστορικού ναζισμού που έχει απασχολήσει τους ερευνητές, υπάρχει ένα έντονο, συνεχώς κλιμακούμενο ενδιαφέρον για την μελέτη των αναπαραστάσεων και των επιδράσεων του ναζισμού στην λογοτεχνία, το κινηματογράφο, την τηλεόραση, την μουσική κ.α. Επιπρόσθετα, ανατρέχει στα κείμενα εκείνα και τους συγγραφείς που επέδρασσαν καταλυτικά στην συγκρότηση της ναζιστικής ιδεολογίας και λειτούργησαν ως βάσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκαν εν πολλοίς πτυχές των θεωριών που αναπτύχθηκαν γύρω και σχετικά με το φαινόμενο. Η προσπάθεια αυτή αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον, καθώς δεν περιορίζεται σε μια επαναδιατύπωση των γνωστών θεωριών για τις ιδεολογικές ρίζες του εθνικοσοσιαλισμού. Ο συγγραφέας δεν πέφτει στην κοινότυπη παγίδα να ερμηνεύσει τον εθνικοσοσιαλισμό ως μια λογική συνέχεια των θεωριών του Τσάμπερλεν, του Νίτσε, του Γκομιπνώ. Αποφεύγει με αυτόν τον τρόπο και τις γενικεύσεις αλλά και την επανάληψη ακόμα και αδύναμων συνδέσεων. Αντίθετα κινούμενος σταθερά στον άξονα που χρησιμοποιεί σε ολόκληρη την μελέτη του δηλαδή στην ανάδειξη της παραδοξότητας και του ανορθολογισμού που περιβάλει από την γέννησή του τον ναζισμό, προσπαθεί από τα δύο πρώτα –εισαγωγικά- κεφάλαια να καταδείξει την σαγήνη του φαινομένου και την διάδρασή του με τις κατά καιρούς διατυπωμένες θεωρίες συνωμοσίας, με τον μυστικισμό και τον ψευδο-επιστημονισμό.

Ήδη από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης και των επαναστατικών κινημάτων που θα συγκλονίσουν την ευρωπαϊκή ήπειρο τον 19ο αιώνα, ο χώρος του αντι-Διαφωτισμού και της αντεπανάστασης επικαλέστηκε ως απάντηση στις εξελίξεις την ύπαρξη μιας παγκόσμιας συνωμοσίας που είχε αντικληρικά-αντιχριστιανικά χαρακτηριστικά και ελεγχόταν από τους Εβραίους, τον διαχρονικό αποδιαοπομπαίο τράγο. Οι επαναστάτες θα κατηγορηθούν  ως αντικληρικοί συνωμότες που μεταξύ άλλων  σχεδίαζαν την διάβρωση με κάθε τρόπο της εκκλησίας μέσω του προσηλυτισμού και μελών της καθολικής ιεραρχίας.  Σε αυτό το σχήμα  θα ενταχθούν σύντομα κατηγορίες για τον ρόλο και την δράση των μασόνων, για την ύπαρξη μιας συνωμοσίας σιωνιστικής για τον έλεγχο του κόσμου με βάση τα περίφημα πρωτόκολλα των σοφών της Σιών, ενώ μετά την ρωσική επανάσταση στον άξονα του κακού θα ενταχθούν και οι κομμουνιστικοί σχεδιασμοί. Σε αυτό το αμάλγαμα που συγκρότησε εν πολλοίς τον κυρίαρχο λόγο της αντίδρασης και της ριζοσπαστικής δεξιάς στις αρχές του 20ου αιώνα έρχονται και προστίθενται οι ψευδοεπιστημονικές χρήσεις του βιταλισμού και του κοινωνικού δαρβινισμού με σαφή στόχο την ενίσχυση με μια εγκυρότητα του παράδοξου αυτού σχήματος. Ο συγγραφέας όμως εδώ προχωράει παραπέρα από τις γνωστές στο ελληνικό κοινό μελέτες του Αντρέ Ταγκιέφ για τις θεωρίες συνωμοσίας και τα πρωτόκολλα των σοφών της Σιών. Εισάγει τον αναγνώστη στον καθόλα γοητευτικό και παράξενο κόσμο της ινδικής φιλοσοφίας και του μυστικισμού της Ανατολής, της βόρειας παράδοσης και των μύθων που επηρέασαν την οργάνωση διαφόρων ελιτίστικων εταιριών και ομάδων σκέψης, αναζήτησης και φιλοσοφικού ή μάλλον ψευδοφιλοσοφικού προβληματισμού στην προπολεμική Γερμανία και όχι μόνο. Και νομίζω ότι αυτό ειδικά το σημείο της έρευνας του Β.Τ. είναι ξεχωριστό και ιδιαιτέρως σημαντικό για να δούμε το νήμα που συνδέει την προπολεμική και την μεταπολεμική περίοδο που απασχολεί τα δύο επόμενα κεφάλαια της μελέτης. Ο συγγραφέας μας επιτρέπει να καταλάβουμε ότι η δυσκολία ακόμα και σήμερα να κατανοήσουμε την επιτυχία του ναζισμού να εδραιωθεί πολιτικά παρά τις κατά καιρούς εξαιρετικές ερευνητικές προσπάθειες πολλαπλής προσέγγισης του ιστορικού φαινομένου, γίνεται ακόμα μεγαλύτερη αν αντιληφθούμε ποιοι ήταν οι «θεωρητικοί» του ναζισμού και πώς στην ουσία ερμήνευαν τον κόσμο. Δεν αρκείται μόνο στην παρουσίαση του Χίτλερ και του έργου του «Ο Αγών μου», κάτι που εξάλλου απασχολεί έντονα την επιστημονική κοινότητα εκ νέου τα τελευταία χρόνια με την ελεύθερη από πνευματικά δικαιώματα κυκλοφορία του έργου του. Προχωράει σε μια συστηματική- όχι όμως και εξαντλητική πράγμα που θα χρειαζόταν πιθανός ακόμα μερικούς τόμους- αλλά ενδεικτική καταγραφή του ετερόκλητου κόσμου των μυστικιστών οπαδών του φυλετισμού και του εσωτερισμού που βρήκαν στον παράλογο κόσμο των ναζί τους πρόθυμους πολιτικούς εκφραστές των πλέον σχιζοφρενικών θεωριών: η κήλη γη, η εξωγήινη καταγωγή των υπερανθρώπων, η ευγονική κ.α.

Όλες αυτές οι θεωρίες θα παρέμεναν γραφικές και θα απασχολούσαν μόνο τηλεπωλητές- πρώην και νυν βουλευτές και πολιτευτές- κακομεταφρασμένων έργων ευρωπαίων και αμερικάνων «ειδικών» αν δεν μεσολαβούσε η τραγικότητα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου που δεν ήταν σε καμία περίπτωση κάτι το αστείο. Αν δεν μεσολαβούσε το ολοκαύτωμα, ο πόλεμος, οι καταστροφές και οι εκατόμβες των νεκρών θα μπορούσαμε σήμερα να συζητάμε επί ώρες για το παράλογο θέαμα που συναντούμε σε εκθέσεις βιβλίων και σε τηλεοπτικές εκπομπές να αναμιγνύονται οι αντισημιτικές κατηγορίες, με τις ψευδεπίγραφες κρυφορατσιστικές μελέτες, με τις θεωρίες για εξωγήινη ζωή αλλά και καταγωγή των Ελλήνων, τα ΟΥΦΟ με την μυστική υπερτεχνολογία των Ελλήνων κατά Σώρρα και όλα αυτά με τα κρυφά χειρόγραφα των μοναχών του Αγίου Όρους, τις προφητείες και τις μαγικές ιδιότητες της μοναστικής διατροφής. Και ίσως θα μπορούσαμε με σχετική ευκολία να καταλήξουμε σε κρίσεις για το πόσο ευκολόπιστες είναι οι σύγχρονες κοινωνίες και πόσο επιρρεπείς στην κατανάλωση προϊόντων μαζικής υποκουλτούρας.

Ο Τζούκας προσεγγίζει αυτήν ακριβώς την πτυχή του μεταπολεμικού ναζισμού με τρόπο επιστημονικό που δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνίες. Η αισθητικοποίηση του ναζισμού και η χρήση του ως ο καμβάς για την αναθεώρηση της ιστορίας  μέσω της εναλλακτικής ιστορίας ή της εναλλακτικής λογοτεχνίας τονίζεται με την παράθεση περισσότερο ή λιγότερο πετυχημένων έργων. Η ανάλυσή του δεν απορρίπτει την χρήση του ιστορικού παρελθόντος ως πηγή καλλιτεχνικής έκφρασης. Αντίθετα ξεχωρίζει τα έργα εκείνα που παρουσίασαν μια δυστοπική εξέλιξη της ιστορίας θέλοντας σαφώς να υπογραμμίσουν την δύναμη του φόβου από μια ενδεχόμενη επικράτηση του ναζισμού το 1945 και να επιχειρήσουν να αφυπνίσουν τις μεταπολεμικές κοινωνίες για τον κίνδυνο που ελοχεύει. Δίνει όμως προτεραιότητα σε εκείνα τα έργα (βιβλία, ταινίες, μουσική αλλά και βιντεοπαιχνίδια) που φλερτάρουν είτε με μια αποιδεολογικοποιημένη εικόνα του ναζισμού, είτε με την προβολή μιας -για πολλούς- γοητευτικής οπτικής του με σαφείς αναφορές στην σαγήνη της στολής, της επιβολής, του ανδρισμού, της σεξουαλικής διαστροφής ή την τρομολογανική αισθητική ταινιών με εξωγήινα γερμανικά ούφο ή ζόμπι ναζί. Ο συγγραφέας δεν παραβλέπει να ρίξει μια ματιά στην σχέση –αισθητική ή και πιο ουσιαστική- μουσικών συγκροτημάτων της new age, του χάρντ-ροκ και του χέβι-μέταλ με τον ναζισμό είτε απευθείας είτε εμμέσως μέσω των μυστικιστικών θεματικών των τραγουδιών τους και της χρήσης του μοτίβου Καλό/Κακό στις μουσικές προτάσεις τους. Κι εδώ όμως στέκεται προσεκτικός και δεν καταδικάζει τα μουσικά είδη. Κάνει τις αναγκαίες επιστημονικές προσεγγίσεις ξεφεύγοντας από την κλασική παγίδα δαιμονοποίησης τόσο της σύγχρονης μουσικής όσο και των επιλογών των νέων. Αυτή η προσεκτική προσέγγιση γίνεται και στην περίπτωση της παρουσίασης των βίντεοπαιχνιδιών που εμπνέονται από πραγματικές ή φανταστικές ιστορίες του ναζιστικού παρελθόντος.

Ξαναγυρίζω σε αυτό που ανέφερα στην αρχή και προσπαθώ να το συνδέσω με την προσωπική μου οπτική στο ζήτημα. Ο Τζούκας  έκανε μια αρχή μελετώντας ένα ζήτημα που θα θέλαμε πολλοί άλλοι να το προσεγγίσουμε. Πέρα όμως από το προσωπικό ενδιαφέρον, επιστημονικό ή μη, εμμονικό ή και διαστροφικό αν θέλετε, ευχαριστώ τον Βαγγέλη Τζούκα γιατί κοπίασε για να αποδείξει ότι η σαγήνη που άσκησε ο ναζισμός προπολεμικά τόσο σε στενούς κύκλους ανθρώπων όσο και στις μάζες υπήρξε ένα φαινόμενο με συνέχεια που σε πολλές περιπτώσεις ξεπέρασε την απέχθεια που προκάλεσε η πραγματικότητα της δεκαετίας του ’40 και απέκτησε μια δική του δυναμική και εξέλιξη. Το φάντασμα του ναζισμού πλανάται σήμερα όχι μόνο σε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο που εξετάζει τις πολιτικές και κοινωνικές συνιστώσες που το τρέφουν. Υπάρχει σαν αισθητικό πρότυπο, ως επιλογή –όχι κατά ανάγκη πάντα συνειδητή- διασκέδασης. Διαδίδεται εύκολα αλλά και δυσδιάκριτα χάρη στο διαδίκτυο και χάνεται , ενώ υπάρχει, σε ένα απερίγραπτο μωσαϊκό θεωριών συνωμοσίας και παράδοξων ερμηνειών της πραγματικότητας που επηρεάζουν αποφασιστικά ακόμα και τις πολιτικές επιλογές των πολιτών όπως απέδειξαν οι πρόσφατες αμερικανικές εκλογές. Που επηρεάζουν τις αναγνωστικές συνήθειες πολλών συμπατριωτών μας που αρέσκονται να καταναλώνουν θεωρίες συνωμοσίας, που αναζητούν λύσεις στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική κρίση στα Έψιλον, στα νεφελίμ και τα Ελοχίμ αλλά και στους υμνητές της Θούλης και του Τρίτου Ράιχ και στους αυτόκλητους σωτήρες επιχειρηματίες που ορκίζονται στο όνομα του Δία και «πουλούν μυστική υπερτεχνολογία στις ΗΠΑ». Και πώς έπειτα να μην υποστηρίζεις ότι μας ψεκάζουν!

 

«Πότε θα μιλήσουμε για τα εγκλήματα της αποκιοκρατίας;» (HotDoc, 24/9/2017)

images

«Πότε θα μιλήσουμε για τα εγκλήματα της αποκιοκρατίας;»

 

Στις 7 Απριλίου 2000 στην πρωτεύουσα της Ρουάντα, Κιγκάλι, μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης -χαρακτηριστικό της αφρικανικής πρωτεύουσας- ένα σιωπηλό πλήθος άκουγε τον τότε Βέλγο πρωθυπουργό Γκί Φέρχοφσταντ να αναφέρει σε έναν συγκινητικό λόγο: «Υποκλίνομαι μπροστά στα θύματα της γενοκτονίας. Στο όνομα της χώρας μου, στο όνομα του λαού μου, σας ζητώ συγνώμη». Ο Βέλγος πολιτικός αναφερόταν σαφώς στις ευθύνες του Βελγίου-παλιού κυρίαρχου της χώρας- για την αδράνειά του κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου μεταξύ των Χούτου και των Τούτσι. Ειδικότερα, προσδιόριζε τις ευθύνες της χώρας του στην απόφαση των Βρυξελλών να αποσύρουν το 1994 τους κυανόκρανους Βέλγους από την περιοχή της Μινουάρ μετά την δολοφονία πέντε νεαρών στρατιωτών του ΟΗΕ από παραστρατιωτικούς. Το αποτέλεσμα της απόσυρσης των βελγικών ειρηνευτικών δυνάμεων ήταν να σημειωθεί μια από τις μεγαλύτερες σφαγές στην ιστορία του εμφυλίου με περισσότερα από 50000 θύματα. Η συγνώμη από την βελγική πλευρά περιοριζόταν μόνο στην ευθύνη για την σύγχρονη τραγωδία. Καμιά αναφορά στα εγκλήματα και τις ευθύνες των Βέλγων στην περιοχή την εποχή της αποικιοκρατίας.  Μετά όμως από την δημόσια αυτή έκφραση συμπάθειας, ένας δημόσιος διάλογος –που  είχε ήδη αναπτυχθεί, δειλά είναι η αλήθεια, από την δεκαετία του 1980- ανατροφοδοτήθηκε με βασικό ερώτημα: πότε επιτέλους θα μιλήσουμε ανοιχτά για τα εγκλήματα της αποικιοκρατίας;

Η πρακτική του συστηματικού αφανισμού μιας εθνικής ομάδας δεν αφορά μόνο περιοχές της γης όπου συγκρούονταν προ-νεωτερικοί πολιτισμοί όπως λ.χ.  οι σφαγές που συστηματικά εφάρμοσαν οι Ίνκας στους αντιπάλους τους ή η πρακτική του δουλεμπορίου των Αράβων στην αφρικανική ήπειρο προ της ευρωπαϊκής κατάκτησης κ.α.  Ο δυτικός πολιτισμός συνδέεται άμεσα με τέτοιου είδους πρακτικές ήδη από την αρχαιότητα όπως γνωρίζουμε. Η εξολόθρευση των αντιπάλων ή και ολόκληρων εθνικών ομάδων μετά τις μάχες υπήρξε μια συνήθης πρακτική  για τους λαούς της Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής ή και αργότερα κατά την ύστερη Αρχαιότητα για τους νέους λαούς που εισέβαλαν στην Ευρώπη. Θα υπέθετε κάποιος ότι με την εξέλιξη των ηθών και την πρόοδο του νομικού πολιτισμού, την διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου, την κατάργηση της δουλείας, τις συνθήκες της Γενεύης για το δίκαιο του πολέμου, όλες αυτές οι πρακτικές εθνοκάθαρσης και αφανισμού των αντιπάλων λαών θα εξαφανίζονταν. Το αντίθετο. Η αποικιοκρατία- ως βασικό απότοκο του καπιταλισμού- συνδέθηκε στενά με μερικές από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ιστορίας της Δύσης.

Κατά τον 15ο αι., όταν οι Ευρωπαίοι ανακαλύπτουν τον Νέο Κόσμο για λογαριασμό του δυτικού πολιτισμού, έλαβε χώρα η γενοκτονία των ιθαγενών πληθυσμών. Τα ταξίδια του Κολόμβου έφεραν σε επαφή τους Ευρωπαίους με νέους πληθυσμούς και  οι ιθαγενείς άρχισαν άμεσα να χρησιμοποιούνται ως σκλάβοι. Βασικά χαρακτηριστικά της πρώτης αυτής περιόδου των ανακαλύψεων ήταν η βίαια αντιμετώπιση των ιθαγενών της Καραϊβικής, οι οποίοι σε σύντομο διάστημα εξαφανίστηκαν ολοκληρωτικά και η οργάνωση της δουλείας. Οι ανάγκες που προέκυψαν για τις καλλιέργειες οδήγησαν τους αποίκους να εγκαταστήσουν μαύρους δούλους από την Αφρική. Υπολογίζεται ότι από τον 16ο αι. ως τα μέσα του 19ου αι. μεταφέρθηκαν στην Αμερική πάνω από 12,5 εκ. Αφρικανοί ως δούλοι. Στην ηπειρωτική χώρα, οι πόλεμοι των κονκισταδόρων  εναντίον των Αζτέκων, των Μάγιας, των Ίνκας και άλλων τοπικών φυλών υπήρξαν άγριοι και οδήγησαν στον αφανισμό χιλιάδων ανθρώπων και στην καταστροφή μακραίωνων πολιτισμών. Όταν τον 17ο αι. ολοκληρώθηκε η κατάληψη της λεγόμενης Νέας Ισπανίας (Μεξικό και Κ.Αμερική) ο ιθαγενής πληθυσμός από περίπου 25 εκατομμύρια που υπολογιζόταν στα 1519 έφτασε να αριθμεί μόλις το ένα εκατομμύριο. Στην κοιλάδα της πόλης του Μεξικό ο ιθαγενής πληθυσμός υπολογιζόταν στο 1,5 εκ. το 1519 και έφτασε τις 325.000 το 1570 και στις μόλις 70.000 το 1650. Σίγουρα πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα εγκλήματα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Οι προκολομβιανοί πολιτισμοί καταστράφηκαν ολοκληρωτικά και μια σειρά μολυσματικών ασθενειών που μεταφέρθηκαν από την Ευρώπη στην Αμερική ολοκλήρωσαν το έργο των κατακτητών. Ο καθολικισμός δια της βίας αντικατέστησε αρχέγονες θρησκείες επικρατώντας σχεδόν ολοκληρωτικά.  Το δουλεμπόριο αποτέλεσε για παραπάνω από  150 χρόνια την επαχθέστερη αλλά και την επικερδέστερη οικονομική δραστηριότητα των Ευρωπαίων. Τέλος, επαφή των Δυτικών με τους ιθαγενείς πληθυσμούς οδήγησε και στην διατύπωση των πρώτων θεωριών ταξινομήσεων σε ανώτερες και κατώτερες φυλές, στην επικράτηση δηλαδή διακρίσεων με βάση την φυλετική καταγωγή.

 

Η εντύπωση ότι μετά την Αμερικανική Ανεξαρτησία, την Γαλλική Επανάσταση και την κατάργηση της δουλείας (18ος αι.) οι πρακτικές αυτές θα εξαφανίζονταν χάρη και στην κινητοποίηση της ευρωπαϊκής διανόησης αποδείχθηκε φενάκη. Στη Βόρεια Αμερική η συγκρότηση των Η.Π.Α. συνοδεύτηκε από τον σχεδόν ολοκληρωτικό αφανισμό των αυτοχθόνων. Η πορεία προς τη Δύση πόρρω απείχε από την εικόνα που επικράτησε στην λαϊκή κουλτούρα μέσω των κινηματογραφικών ταινιών. Στην παροξυσμική πορεία προς τη Δύση η εθνοκάθαρση έγινε συνώνυμο της κυριαρχίας του τεχνικού πολιτισμού του λευκού ανθρώπου.  Ο δυτικός καπιταλισμός του 19ου αι. βασίστηκε στις δομές της αποικιοκρατικής κυριαρχίας για να εδραιωθεί σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι θεωρίες περί ισονομίας και ισοπολιτείας μπορεί να αποτελούσαν βασικά διακυβεύματα για τις φιλελεύθερες αναζητήσεις των δυτικών κοινωνιών αλλά για τους λαούς που βρίσκονταν υπό την ευρωπαϊκή εξουσία οι έννοιες αυτές ήταν άγνωστες. Οι Ευρωπαίοι έκαναν λόγο για την «πολιτισμική ανωτερότητά» τους και την ανάγκη διάδοσης των αξιών που αντιπροσωπεύει η Ευρώπη σε ολόκληρο τον κόσμο. Η ρητορική αυτή που συνδύαζε ταυτόχρονα την ρατσιστική αντιμετώπιση των εξωευρωπαϊκών κοινωνιών με την μεσσιανική αντίληψη, γνώρισε το αποκορύφωμά της με την διατύπωση των θεωριών του κοινωνικού δαρβινισμού  για την ερμηνεία και την τεκμηρίωση της αποικιοκρατικής πολιτικής. Σ’ αυτή την ιδέα της πνευματικής ανωτερότητας εδράζεται το σύνολο των ερμηνειών που επιχειρήθηκαν για την αποικιακή εξάπλωση στον κόσμο. Εξάλλου, όπως πολύ σωστά έχει διατυπωθεί η οικονομική καθυστέρηση συμβαδίζει με την πολιτιστική καθυστέρηση και η υπανάπτυξη με την βαρβαρότητα. Από τη στιγμή που υπάρχει ένας μόνος πολιτισμένος κόσμος, ο Δυτικός, το εκπολιτιστικό του χρέος συνδυάζεται αναπόφευκτα με την αναγκαιότητα και της οικονομικής εξάπλωσης.

Ο Γάλλος ιστορικός Μάρκ Φερρό δημοσίευσε το 2003 την περίφημη μελέτη του «Η Μαύρη βίβλος της Αποικιοκρατίας», όπου γίνεται μια προσπάθεια καταγραφής των εκατοντάδων περιπτώσεων εγκλημάτων της αποικιοκρατίας αλλά θα προσθέταμε και του καπιταλισμού. Η Αφρική, η Ασία και η Ωκεανία υπήρξαν όχι απλώς τα παιδία ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων αλλά και τα θέατρα των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας που συντελέστηκαν στο όνομα του «εκπολιτισμού». Στην Αφρική ξεχωρίζει η περίπτωση του βελγικού Κογκό.  Ως μια προσωπική αποικία του βασιλιά Λεοπόλδου, μια περίπτωση μοναδική στην ιστορία, το Κογκό χωρίστηκε σε ζώνες οικονομικής εκμετάλλευσης εταιριών όπου και επετράπη η εξαναγκαστική εργασία των ντόπιων στην καλλιέργεια καουτσούκ, στην εύρεση ελεφαντόδοντου και στα ορυχεία πολύτιμων λίθων και μεταλλευμάτων. Την ώρα που η προσωπική περιουσία του Λεοπόλδου αυξάνονταν εντυπωσιακά οι μαύροι εργάτες βασανίζονταν απάνθρωπα για να αυξήσουν την παραγωγή, οι οικογένειες όσων αντιδρούσαν εξανδραποδίζονταν, οι τιμωρίες ήταν απάνθρωπες και ιδιαζόντως σκληρές (με ξεχωριστή την τιμωρία κοπής των άκρων), ενώ οι απάνθρωπες συνθήκες εργασίας οδήγησαν στο θάνατο 3 ως 5 εκ. ανθρώπων. Η συντελούμενη γενοκτονία  προκάλεσε την διεθνή κατακραυγή και τις δημόσιες καταγγελίες ανθρωπιστικών οργανώσεων.  Αν και το 1908 το Κογκό πέρασε υπό τον πλήρη έλεγχο του Βελγίου δεν εξαλείφθηκαν οι συνθήκες που καθιστούσαν την αποικιακή διακυβέρνηση τυραννική για τους ντόπιους.  Νοτιότερα στην γερμανική αποικία της Ναμίμπια (Ν.Δ. Αφρική) η διοίκηση υπήρξε εξίσου αυταρχική. Στην περιοχή αυτή οι Γερμανοί κατέστειλαν βίαια το 1904 την εξέγερση των φυλών Χερέρο και Νάμα εξολοθρεύοντας πάνω από 100.000 άτομα. Η καταστολή έλαβε τις διαστάσεις γενοκτονίας με τον αφανισμό του 84% των Χερέρο και του 50% των Νάμα. Οι επιζήσαντες εγκλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στο Νησί των Καρχαριών, όπου η θνησιμότητα έφθανε το 45%, ενώ οι καταγγελίες της διεθνούς κοινότητας έκαναν λόγο για καταναγκαστική εργασία και ιατρικά πειράματα. Η γενοκτονία που συντελέστηκε αναγνωρίστηκε επίσημα από τον ΟΗΕ μόλις το 1984. Στην Μαδαγασκάρη ο αντιαποικιακός αγώνας των κατοίκων κατά των Γάλλων συνοδεύτηκε από μια βίαιη καταστολή που έλαβε προκάλεσε την κοινή γνώμη αναλογιζόμενοι ειδικά ότι μόλις δύο χρόνια πριν η παγκόσμια κοινότητα ανακάλυπτε την φρίκη της γενοκτονίας των Εβραίων από τους ναζί. Πάνω από 40000 Μαλγάσιοι θα εκτελεστούν ή θα πεθάνουν από τις κακουχίες στα στρατόπεδα των Γάλλων. Στην Αλγερία η γαλλική κατοχή και ο αντιαποικιακός αγώνας κόστισαν τη ζωή ενός πληθυσμού που ξεπερνά τις 500.000. Αναρίθμητα υπήρξαν τα θύματα στη Νότια Αφρική, τόσο κατά το διάστημα της βρετανικής κυριαρχίας όσο και κύρια κατά τα χρόνια του απαρτχάϊντ.  Στην Σιβηρία η κατάκτηση του χώρου από τους Ρώσους συνοδεύτηκε από μια συστηματική εξολόθρευση των πληθυσμών που βρέθηκαν πάνω στον άξονα κατασκευής του Υπερσιβηρικού. Υπολογίζεται ότι στην χερσόνησο της Καμτσάκα σφαγιάστηκαν σχεδόν 20000 ιθαγενείς από τους Κοζάκους. Η ιαπωνική αποικιοκρατία σε όλο το διάστημα της ύπαρξής της από τα τέλη του 19ου αι. ως το 1945 σημαδεύτηκε από μια σειρά εγκλήματα εις βάρος των Κορεατών, των Κινέζων αλλά και των άλλων λαών που βρέθηκαν υπό την κυριαρχία τους ειδικά κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ειδικά η Κορέα θα εξελιχθεί σε αποικία εγκατάστασης των Ιαπώνων και οι γηγενείς θα γνωρίσουν μια περίοδο σκληρής αποικιακής διοίκησης που ενείχε όλα τα χαρακτηριστικά οργάνωσης της οικονομικής δραστηριότητας δουλοπαροικιακά που συνοδευόταν με έντονη ρατσιστική συμπεριφορά προς τους ντόπιους. Κατά τη δεκαετία του 1930 οι Ιάπωνες έθεσαν σε εφαρμογή ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα με στόχο την εξάλειψη της κορεατικής γλώσσας και κουλτούρας και την δημιουργία «νέων Ιαπώνων» κατοίκων που ωστόσο φυλετικά θα βρίσκονταν σε υποδεέστερη κατηγορία. Στην Αυστραλία οι Αβορίγινες μετά την έλευση των Βρετανών μειώθηκαν κατά 84% ενώ στη Νέα Ζηλανδία οι Μαορί σχεδόν κατά 60%. Στον Καναδά εξαιτίας της αγγλικής πολιτικής οι γηγενείς μειώθηκαν σχεδόν κατά 90%. Ο Έντσο Τραβέρσο υπολογίζει τους γηγενείς πληθυσμούς που χάθηκαν κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής εξάπλωσης σε 60 με 70 εκ.

Τα παραδείγματα θα μπορούσαν να γεμίσουν εκατοντάδες σελίδες. Ποια είναι όμως η κατάσταση σήμερα; Μετά την αποαποικιοποίηση αναδείχθηκαν σταδιακά οι σκοτεινές πτυχές της εξάπλωσης των Δυτικών ανά τον κόσμο. Οι μελέτες και οι έρευνες κατέδειξαν την εγκληματική φύση της αποικιοκρατίας και αναπόφευκτα και της μήτρας του, του καπιταλισμού. Ωστόσο, μετά το 1990 εμφανίστηκαν και στο ζήτημα αυτό αναθεωρητικές τάσεις ερμηνείας του αποικιοκρατικού παρελθόντος με μια ταυτόχρονη προσπάθεια τεχνητής μείωσης των αριθμών των θυμάτων. Παράλληλα, η έξαρση του ισλαμικού φονταμενταλισμού έδωσε το άλλοθι για μια συνολική αναδιατύπωση των πολιτικών της αναγνώρισης του εγκληματικού παρελθόντος. O Τσβένταν Τοντόρωφ έγραφε το 2004 ότι «το καθήκον της μνήμης δεν θα είναι δικαιολογημένο ηθικά εάν η ανάκληση του παρελθόντος τρέφει πάνω από όλα την επιθυμία για εκδίκηση ή την ίδια την εκδίκηση, αν επιτρέψει μόνο την απόκτηση προνομίων ή την δικαιολόγηση της αδράνειας στο παρόν. Δεν μπορεί κανείς να κατηγορήσει κάποιον για την εργαλειοποίηση του παρελθόντος: όχι μόνο επειδή το κάνουν όλοι, αλλά και επειδή είναι νόμιμο το παρελθόν να υπηρετεί το παρόν. Μόνο που όλες οι χρήσεις της μνήμης δεν είναι καλές, ενώ μερικές από αυτές μοιάζουν περισσότερο με καταχρήσεις». Οι νεοσυντηρητικές κυβερνήσεις μέσα στο γενικότερο κλίμα αμφισβήτησης επεδίωξαν το ξαναγράψιμο της ιστορίας, μια εργαλειοποίηση του αποικιακού παρελθόντος με στόχο την πολιτική εκμετάλλευση στο στενό παρόν.  Υποβαθμίζοντας τις ευθύνες της Δύσης και προσπαθώντας να «αναδείξουν» τις λεγόμενες θετικές πτυχές της αποικιοκρατίας όπως λ.χ. την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού, την οργάνωση θεσμών, την εκπαίδευση ή την υγεία, θέλησαν  να αντιστρέψουν την πραγματικότητα  χειραγωγώντας τη μνήμη και τους φορείς διαμόρφωσής της όπως λ.χ. η εκπαίδευση (π.χ. νόμος της 23/2/ 2005 στη Γαλλία για την διδασκαλία των θετικών πτυχών της αποικιοκρατίας). Οι προσπάθειες αυτές προκάλεσαν  και εξακολουθούν να προκαλούν την αντίδραση της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας και της προοδευτικής διανόησης.  Ο δημόσιος διάλογος εξακολουθεί να είναι ανοιχτός και τα ερωτήματα  να παραμένουν: πότε θα αποδεχθεί η Δύση να μιλήσει ανοιχτά για τα εγκλήματα της αποικιοκρατίας; Και πότε θα τολμήσει να αποδεχθεί την ευθύνη του πολιτικοκοινωνικού συστήματος που γέννησε το φαινόμενο και εξακολουθεί να γεννά ανισότητες και αποκλεισμούς;

«Η δεύτερη «έξοδος» και το ιδεολογικό της στίγμα. Κονγκό, Βολιβία. Η δολοφονία. Η δημιουργία ενός παγκόσμιου ειδώλου” (περ. HotDoc History, τ.20, 20/8/2017)

59957e33cd3a1867a7318929

«Η δεύτερη «έξοδος» και το ιδεολογικό της στίγμα. Κονγκό, Βολιβία. Η δολοφονία. Η δημιουργία ενός παγκόσμιου ειδώλου”

Λάμπρου Φλιτούρη

(επικ.καθ.Ιστορίας, Παν.Ιωαννίνων)

«Ο Che ήταν ο πιο ολοκληρωμένος άνθρωπος της εποχής μας», Jean-Paul Sartre

Η ζωή του Ερνέστο «Τσέ» Γκουεβάρα δεν μπορεί να ιδωθεί πέρα και έξω από τα ιστορικά, πολιτικά και κοινωνικά πλαίσια της εποχής κατά την οποία έζησε: διπολισμός, αποαποικιοποίηση, ανάδυση του «Τρίτου Κόσμου», επαναστάσεις, σοσιαλιστικές αναζητήσεις, αντι-ιμπεριαλιστική στράτευση κτλπ. Ομοίως δεν μπορούμε να παρακολουθήσουμε την πορεία ενός αυθεντικού επαναστάτη χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη ότι για τον Τσέ η επανάσταση δεν μπορούσε να επιτύχει αν περιοριζόταν σε ένα κράτος και αν δεν αποσκοπούσε στην ανατροπή των παγκόσμιων συσχετισμών με απώτερο στόχο την οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε ολόκληρη την υφήλιο. Για τον Τσέ η επικράτηση της επανάστασης στην Κούβα δεν ήταν το τέλος αλλά η αρχή μιας πορείας που αποσκοπούσε στην ουσιαστική ανεξαρτησία της αμερικανικής ηπείρου (και κυρίως του νότιου τμήματος) από τις αποικιακές και νέο-αποικιακές εξαρτήσεις του βορειοαμερικανικού κεφαλαίου και την απαλλαγή της από τις διεφθαρμένες ολιγαρχίες και τις ελίτ που  την λυμαίνονταν επί αιώνες ως τοποτηρητές των Η.Π.Α. [1]

Η ισορροπία ανάμεσα στον «ρεαλισμό» και την «ουτοπία» της επανάστασης

Η κυβερνητική εμπειρία του Γκουεβάρα σε παραγωγικούς τομείς της κουβανικής οικονομίας (Ινστιτούτο αγροτικής ανάπτυξης, Εθνική Τράπεζα, Υπουργείο Βιομηχανίας) δεν υπήρξε κατά γενική ομολογία επιτυχημένη για μια σειρά από λόγους που δεν είναι της παρούσης να αναλυθούν. Για τον Τσέ η ολοκλήρωση της επανάστασης δεν μπορούσε να περιοριστεί στα κρατικά οικονομικά προγράμματα ειδικά όταν μετά την κρίση του Κόλπου των Χοίρων, γινόταν φανερή η κλιμακούμενη εξάρτηση της Κούβας- πολιτική και οικονομική- από την ΕΣΣΔ. Η διαφοροποίηση στο οικονομικό πρόγραμμα της κουβανικής κυβέρνησης αντικατόπτριζε και έναν ευρύτερο προβληματισμό του Τσέ για τον μελλοντικό ρόλο της Αβάνας στην προώθηση της παγκόσμιας επανάστασης. Η πεποίθηση ότι η Κούβα θα έπρεπε να βρεθεί στην πρωτοπορία των διεθνών αγώνων για την ανατροπή της αποικιοκρατίας, του ιμπεριαλισμού και για την διάδοση του σοσιαλισμού ήταν κοινή στα περισσότερα μέλη της επανάστασης παρά τις διαφορετικές εκτιμήσεις για τον σοβιετικό ρόλο. Ο ίδιος ο Τσέ αντιλαμβανόταν την διάδοση της επανάστασης ως μια αποστολή στην οποία δεν χωρούσε καθυστέρηση και για το λόγο αυτό σε συμφωνία με τον Κάστρο ανέλαβε από το 1963 την διεθνή εκπροσώπηση της Κούβας και τις επαφές με τα επαναστατικά και αντιαποικιακά κινήματα στην Ασία και την Αφρική. Είναι η εποχή κατά την οποία η επαναστατική ρητορική του Τσέ έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την σοβιετική πολιτική του κατευνασμού γεγονός που έφερνε σε δύσκολη θέση τον Κάστρο. Οι σχέσεις των δύο ανδρών θα γνωρίσουν πολλές διακυμάνσεις αλλά δεν θα διακοπούν ποτέ. Οι σχεδιασμοί του Τσέ αλλά και οι γενικότερες αναλύσεις του για την σημασία της ένοπλης πάλης και για την μορφή και τους στόχους της επανάστασης τον έφερναν πιο κοντά στις απόψεις του Μάο.  Θεωρούσε δε ότι οι ιδέες του για τον διεθνή ρόλο της Κούβας ως το νέο πρότυπο της επανάστασης βρίσκονταν πιο κοντά στο κινεζικό μοντέλο, ενώ εξέταζε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο την αλγερινή εμπειρία όσο και τον τιτοϊκό δρόμο προς τον σοσιαλισμό. Από την άλλη πλευρά η κυβέρνηση της Αβάνας, παρά τις ουσιαστικές διαφορές που είχε από το σοβιετικό γραφειοκρατικό μοντέλο, ήταν υποχρεωμένη να επιλέξει την προστασία της Μόσχας απέναντι στην βορειοαμερικανική απειλή και να αναζητήσει διεξόδους από τον αποκλεισμό που είχαν επιβάλει στην Κούβα οι ΗΠΑ και οι πρόθυμες κυβερνήσεις της ηπείρου.  Υπό αυτή την έννοια ο Κάστρο, χωρίς να απορρίπτει την εξαγωγή της κουβανικής επανάστασης είτε στην Αμερική είτε στον υπόλοιπο Τρίτο Κόσμο, δεν επιθυμούσε ωστόσο να προβεί σε παρακινδυνευμένες επιχειρήσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν εμπλοκή στις διεθνείς σχέσεις της νεαρής επαναστατικής κυβέρνησης. Στο σημείο αυτό δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε ότι η Μόσχα μετά την κρίση των πυραύλων του 1962 αντιμετώπιζε με πολύ σκεπτικισμό την ανάδειξη του Κάστρο σε ηγετική φυσιογνωμία του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος και την επίδραση που ασκούσε τόσο ο ίδιος όσο και ο Τσέ στην ευρωπαϊκή Αριστερά. Επιπρόσθετα, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι ο Τσέ εκδήλωσε ανοιχτά την δυσαρέσκειά του για την αναδίπλωση του Χρουτσώφ κατά την πυραυλική κρίση.

Το διάστημα 1963-1965 ο Γκουεβάρα κινήθηκε εντός αυτών των δεδομένων προσπαθώντας να υποστηρίξει στα πλαίσια διεθνών οργανισμών και συναντήσεων τα αιτήματα των λαών που ζητούσαν την ελευθερία τους και πάντα ως επίσημος αντιπρόσωπος της Κούβας.  Παράλληλα Κουβανοί σε συνεργασία με ντόπιους επαναστάτες κατόρθωσαν να διεισδύσουν σε μια σειρά χώρες της Κεντρικής Αμερικής και της Καραϊβικής (Δομινικανή Δημοκρατία, Αϊτή, Νικαράγουα, Παναμάς), ενώ σε κουβανικό έδαφος θα οργανωθούν κέντρα εκπαίδευσης ανταρτών με στόχο την εξαγωγή της επανάστασης στην αμερικανική ήπειρο.   Στα τέλη του 1964 ο Τσέ προΐσταται της κουβανικής αντιπροσωπείας στην γενική συνέλευση του ΟΗΕ. Από το βήμα του οργανισμού σε μια περίφημη ομιλία του θα καταγγείλει τον ιμπεριαλισμό και τις ΗΠΑ, ενώ θα κάνει συγκεκριμένες αναφορές στην κατάσταση στο Βιετνάμ, στο Κογκό που είχε βυθιστεί σε έναν αιματηρό εμφύλιο, ακόμα και στην Κύπρο που γνώριζε την εποχή εκείνη τις ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Ο Τσέ θα ταχθεί ευθέως υπέρ της διεθνιστικής αλληλεγγύης προκαλώντας τον ενθουσιασμό σε όλους όσους αγωνίζονταν για την αυτοδιάθεση.  Τα επίσημα ταξίδια που θα πραγματοποιήσει το διάστημα αυτό –κυρίως εκείνα στην Κίνα και την ΕΣΣΔ- θα οδηγήσουν τον Τσέ σε αναθεώρηση της άποψης που είχε διαμορφώσει στην πρώτη διεθνή περιοδεία του το 1960-1961 σχετικά με το ρόλο της Μόσχας στο διεθνές επαναστατικό κίνημα.  Αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό την ιδεολογική και οικονομική χειραγώγηση που επιδιώκει η σοβιετική γραφειοκρατία στην Κούβα και δεν κρύβει τους φόβους του για την τελική υιοθέτηση από την Αβάνα του σοβιετικού μοντέλου κρατισμού. Ως τις αρχές του 1965 ο Κάστρο θα προσπαθήσει από την μια πλευρά να ανανεώσει την κομματική βάση με την ίδρυση ενός νέου Κομμουνιστικού Κόμματος (το παλιό περιθωριοποιημένο σταλινικό ΚΚ Κούβας είχε περιπέσει σε απαξίωση από την εποχή της επανάστασης) και από την άλλη θα δεσμευτεί ακόμα περισσότερο υλικά από την σοβιετική βοήθεια μην έχοντας ορατή εναλλακτική. Η αντίθεση του Τσέ σε αυτή την πορεία θα αποκρυσταλλωθεί άμεσα τον Φεβρουάριο του 1965 κατά τη διάρκεια της διεθνούς συνδιάσκεψης της Οργάνωσης αφρο-ασιατικής αλληλεγγύης στο Αλγέρι όπου δεν δίστασε να καταγγείλει ανοιχτά και την στάση της ΕΣΣΔ απέναντι στις προσπάθειες του Τρίτου Κόσμου για ανεξαρτησία: «Οι σοσιαλιστικές χώρες έχουν την ηθική υποχρέωση να διαλύσουν τη χειροπιαστή συνενοχή τους με τις εκμεταλλεύτριες χώρες της Δύσης». Η στάση του αυτή που έγινε αποδεκτή ευνοϊκά από πολλά κινήματα και οργανώσεις της Αριστεράς, θα πρέπει να ιδωθεί και στα πλαίσια της ευρύτερης κριτικής που ασκείται κατά την δεκαετία του 1960 στην σοβιετική γραφειοκρατία και στην διπλωματία της Μόσχας. Μια κριτική που προκάλεσε πολλές αντιδράσεις και στην ίδια την Κούβα. Στο εσωτερικό της κουβανικής επανάστασης οι απόψεις των γκεβαριστών θα συνεχίζουν να επηρεάζουν σημαντικά τις ιδεολογικές κατευθύνσεις τουλάχιστον ως το 1968.[2]

Η επιχείρηση στο Κογκό

Μετά την επιστροφή του από το Αλγέρι οι πιέσεις της Μόσχας προς τον Κάστρο για να περιοριστεί η δράση του Τσέ αυξήθηκαν. Στις 14 Μαρτίου 1965 ο Κάστρο και ο Τσέ θα απομονωθούν με σκοπό να συζητήσουν τόσο το μέλλον της επανάστασης όσο και για να ρυθμίσουν τις σχέσεις τους. Παρά την εκ των υστέρων φιλολογία οι δύο άντρες δεν ήρθαν σε ρήξη. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι δύο ηγέτες συγκρούστηκαν για τα πενιχρά αποτελέσματα της βιομηχανικής πολιτικής του  Τσέ ή για τις σχέσεις της Κούβας με την ΕΣΣΔ.  Στις  δύο μέρες που κράτησαν οι μεταξύ τους συζητήσεις συμφωνήσαν μεν ότι η διεθνής επανάσταση δεν μπορούσε να περιμένει αποδέχθηκαν δε ότι οι κινήσεις του Τσέ στο εξωτερικό θα έπρεπε να γίνουν με τρόπο τέτοιο που δεν θα εμπλεκόταν επίσημα η Κούβα για ευνόητους λόγους διπλωματικών ισορροπιών.  Αν ο Τσέ εγκατέλειψε την Κούβα το 1965 για την λεγόμενη «δεύτερη έξοδό» του δεν το έκανε παρασυρμένος από την αυτό-εικόνα του «ρομαντικού επαναστάτη» αλλά επειδή είχε κατανοήσει- όπως και ο Κάστρο- ότι οι ανάγκες εδραίωσης της επανάστασης στην Κούβα δεν ταυτίζονταν εκείνη την περίοδο με την ανάληψη εκ μέρους τη Αβάνας ενός ρόλου «ηγέτη» της παγκόσμιας επανάστασης. Τα επαναστατικά κινήματα όμως του Τρίτου Κόσμου δεν μπορούσαν να περιμένουν ή να εξαρτήσουν την εκδήλωσή τους από τις ισορροπίες του σοσιαλιστικού κόσμου. Η απόφαση του Τσέ να δοκιμάσει την εξαγωγή της επανάστασης στην Αφρική και πιο συγκεκριμένα στο Κογκό βρήκε την σύμφωνη γνώμη του Φιντέλ. Από τον Μάρτιο του 1965 ο Τσέ θα εξαφανιστεί προκαλώντας πάμπολλες υποθέσεις για το που είναι, ακόμα και για το αν ζει. Τον Απρίλιο του 1965 ο Κάστρο θα επιβεβαιώσει ότι ο Τσέ είναι ζωντανός και «βρίσκεται εκεί που είναι πιο χρήσιμος για την Επανάσταση». Κατά την διάρκεια ανακοίνωσης της ίδρυσης του νέου κομμουνιστικού κόμματος της Κούβας τον Οκτώβριο του 1965 θα αναγνώσει δημόσια επιστολή του Τσέ όπου ανέφερε χαρακτηριστικά: «Νιώθω πως έχω πια εκπληρώσει το μέρος εκείνο του χρέους μου που με έδενε με την κουβανική επανάσταση στο έδαφός της και σας αποχαιρετώ, εσένα, τους συντρόφους και το λαό σου που είναι πια και δικός μου. Παραιτούμαι επίσημα από τα καθήκοντά μου στην ηγεσία του κόμματος, από τη θέση του υπουργού, από το βαθμό του κομαντάτε, από την κουβανική υπηκοότητα. Καμιά νομική σχέση δεν με συνδέει με την Κούβα, μόνο δεσμοί άλλου είδους που δεν μπορούν να σπάσουν, όπως οι διορισμοί σε κάποιες θέσεις. Κοιτάζοντας τη ζωή μου ως τα τώρα, πιστεύω πως έχω δουλέψει με αρκετή τιμιότητα και αφοσίωση για την εδραίωση της επαναστατικής νίκης (…) Άλλες χώρες του κόσμου ζητάνε τη συμβολή των σεμνών μου προσπαθειών. Εγώ μπορώ να κάνω αυτό που εσένα δεν σου επιτρέπεται, λόγω των ευθυνών σου απέναντι στην Κούβα, και έφτασε η ώρα να αποχαιρετιστούμε».[3] Από τη στιγμή εκείνη η κουβανική επανάσταση αποκτά όπως αναφέρει ο Alain Joufroy δύο μορφές: την μορφή ενός παρόντος, που αναλύει την επανάσταση μιλώντας στον λαό άμεσα και καθημερινά (Κάστρο) και την μορφή ενός απόντος, που η μορφή του είναι όμως ποικιλοτρόπως παρούσα ως πηγή έμπνευσης και ως μια παράδοξη ενσάρκωση της συνέχισης ενός ρομαντικού αγώνα για την ολοκλήρωση της Επανάστασης (Γκουεβάρα).[4]

Ο Τσέ που είχε ήδη αναφερθεί δημόσια από το βήμα του ΟΗΕ στην ανάγκη απελευθέρωσης του Κογκό από την νέο-αποικιοκρατία, είχε παρακολουθήσει και είχε θαυμάσει- όπως και το σύνολο του προοδευτικού κόσμου της εποχής- την προσπάθεια του μαρξιστή πρωθυπουργού Πατρίς Λουμούμπα να εθνικοποιήσει τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της αφρικανικής χώρας. Η ανατροπή του Λουμούμπα, η σύλληψη και η εκτέλεσή του είχαν σοκάρει την παγκόσμια κοινότητα. Η χώρα είχε περάσει υπό τον έλεγχο του Μομπούτου και είχε στραφεί οριστικά προς την Δύση. Ωστόσο, στις ανατολικές επαρχίες είχε αναπτυχθεί ένα αντιδυτικό αντάρτικο κίνημα το οποίο δεν ήταν ούτε ενιαίο (υπήρχε φιλοσοβιετική, φιλοκινεζική και ανεξάρτητη φιλο-λουμουμπική ομάδα) ούτε και αποτελεσματικό. Απέναντί σε όλες αυτές τις αντάρτικες ομάδες εκτός από τον στρατό του Μομπούτου υπήρχαν Βέλγοι μισθοφόροι και Αμερικανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι. Ο Γκουεβάρα με μια μικρή ομάδα άλλων 13 κουβανών ανταρτών θα εισέλθει στο Κογκό στις 24 Απριλίου και θα προσπαθήσει να οργανώσει έναν αντάρτικο απελευθερωτικό στρατό. Επί έξι μήνες οι προσπάθειες του θα σκοντάφτουν στις διχογνωμίες των ηγετών των κογκολέζων ανταρτών, στις φυλετικές διαφορές, στην αδυναμία ανεφοδιασμού από τις φίλα προσκείμενες χώρες (Αίγυπτο, Αλγερία, Μάλι κ.α.) και στην έλλειψη ξεκάθαρου ιδεολογικού προσανατολισμού των ηγετών της αντιπολίτευσης.  Επιπρόσθετα, οι διεθνείς συσχετισμοί για μια ακόμα φορά  οδήγησαν σε απομόνωση τις επαναστατικές πρωτοβουλίες του Γκουεβάρα: η Κίνα βλέποντας την Αβάνα να στρέφεται όλο και περισσότερο προς την Μόσχα πίεσε τις ελεγχόμενες από αυτή κογκολέζικες ένοπλες ομάδες να ζητήσουν την αποχώρηση των Κουβανών. Ταυτόχρονα, η ίδια η ΕΣΣΔ δεν φαινόταν διατεθειμένη να ενισχύσει τις φιλο-λουμουμπικές ομάδες εναντίον του Μομπούτου ειδικά την ώρα που οι διπλωματικές της προσπάθειες αποσκοπούσαν στην ύφεση και δεν επιθυμούσε να δημιουργηθεί μια νέα εστία έντασης με τους Αμερικανούς.   Οι μισοί από τους αρχικούς συντρόφους του θα χαθούν στις μάχες με τον μισθοφορικό στρατό του Μομπούτου, ενώ οι μερικές δεκάδες των Κουβανών μαχητών που είχαν έρθει στο μεσοδιάστημα ουσιαστικά δεν θα λάβουν μέρος στις επιχειρήσεις περιοριζόμενοι στην εκπαίδευση των κογκολέζων ανταρτών. Το Φθινόπωρο του 1965 αποφασίστηκε η αποχώρηση από το Κογκό, ενώ ήδη ο Κάστρο σε επικοινωνία του με τον Τσέ τον είχε παρακινήσει να εγκαταλείψει την αφρικανική χώρα, καθώς διέβλεπε την αδυναμία εκδήλωσης μιας επιτυχημένης επανάστασης. Ο Τσέ απογοητευμένος θα περάσει το πρώτο εξάμηνο του 1966 στην Τανζανία όπου και θα αποτυπώσει τις εντυπώσεις του από το Κογκό στο περίφημο έργο του Pasajes de la Guerra Revolucionaria: Congo. Στο έργο αυτό δεν θα διστάσει να χαρακτηρίσει την αφρικανική εμπειρία ως την ιστορία μιας αποτυχίας. Αφήνοντας την Αφρική θα περάσει μεταμφιεσμένος στην Τσεχοσλοβακία και εκεί θα αποφασίσει να μεταφέρει την προσπάθειά του σε οικεία μέρη. Είχε σημάνει η ώρα της επιστροφής στην Λατινική Αμερική. Στην Αφρική η επαναστατική παρακαταθήκη του Τσέ θα λάβει μια διαφορετική μορφή, καθώς από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 και ειδικά μετά το τέλος της πορτογαλικής αποικιακής αυτοκρατορίας το 1974-1975, η Κούβα θα εμπλακεί ενεργά τόσο στα αντιαποικιακά κινήματα της Γουινέας-Μπισάου, της Αγκόλας και της Μοζαμβίκης όσο και στους εμφυλίους πολέμους που ξέσπασαν μετά την αποχώρηση των Πορτογάλων. [5]

Η αποτυχία στη Βολιβία και το τέλος του Τσέ

Ο Τσέ θα επιλέξει για την  νέα εξαγωγή της επανάστασης την Βολιβία θεωρώντας την φτωχότερη χώρα της Νότιας Αμερικής ως το κατάλληλο μέρος για την υλοποίηση της τακτικής του  foco δηλαδή της επαναστατικής εστίας που θα μεταδίδονταν με ευκολία στις γειτονικές χώρες.[6] Η Βολιβία βρίσκεται στο κέντρο μιας ευρύτερης ορεινής περιοχής που κατά τις εκτιμήσεις μπορούσε να  διευκολύνει το αντάρτικο, ενώ επειδή συνορεύει με το Περού, τη Βραζιλία, την Παραγουάη, την Αργεντινή και τη Χιλή η φλόγα της επανάστασης θα μπορούσε να μεταδοθεί παντού. Οι Άνδεις θα μπορούσαν να μετατραπούν σε μια νέα Σιέρρα Μαέστρα και οι φτωχοί ιθαγενείς θα αποτελούσαν έναν επαναστατικό στρατό που θα πυροδοτούσε την γενικευμένη εξέγερση στις ορεινές επαρχίες μιας ευρύτερης περιοχής έξω από τα σύνορα της Βολιβίας.  Επιπρόσθετα, το κοινωνικό μοντέλο και το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν διαφοροποιούσε την Βολιβία από τις γειτονικές χώρες. Το διάστημα 1952-1960 η χώρα γνώρισε τη διακυβέρνηση από μια προοδευτική χούντα που υποστηρίχθηκε από την κομμουνιστική αριστερά και προχώρησε σε μια σειρά εθνικοποιήσεων των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας αλλά και στην προώθηση προγραμμάτων αντιμετώπισης της φτώχειας. Μάρτυρας αυτής της προσπάθειας υπήρξε ο ίδιος ο Γκουεβάρα κατά το περίφημο ταξίδι του στη Νότια Αμερική στις αρχές της δεκαετίας του 1950.  Ωστόσο, από το 1960 μια αυταρχική δεξιά κυβέρνηση- με την υποστήριξη των ΗΠΑ- είχε επιβάλει μια πολιτική που εξυπηρετούσε τις ανάγκες των πολυεθνικών εταιριών. Ταυτόχρονα, το ΚΚ της Βολιβίας, πλήρως ελεγχόμενο από την Μόσχα, δεν κατόρθωσε να αναπτύξει δεσμούς με τους φτωχούς ιθαγενείς πληθυσμούς στους οποίους στόχευε κυρίως ο Τσέ για την οργάνωση των επαναστατικών πυρήνων. Μετά από ένα σύντομο και μυστικό διάστημα προετοιμασίας στην Κούβα (Ιούλιος-Οκτώβριος 1966), ο Τσέ θα φύγει για την Βολιβία τον Νοέμβριο του 1966.  Η προσπάθεια να προσεγγίσει το τοπικό ΚΚ θα αποτύχει και θα οδηγηθεί σε ρήξη με τον γ.γ. του Μάριο Μόνχε για την τακτική του ανταρτοπολέμου.  Η σύνθεση της πρώτης ομάδας των ανταρτών εξάλλου αποδείκνυε μια εξαιρετική ανομοιογένεια που δημιουργούσε εύλογα προβλήματα: 17 κουβανοί αξιωματικοί, 4 Περουβιανοί, 15 μέλη του ΚΚ Βολιβίας αλλά και 9 μέλη του μαοϊκού ΜΛ-ΚΚ Βολιβίας. Η μορφολογία του εδάφους δυσκόλευε τους αντάρτες που στην ουσία δεν είχαν καμία επαφή με τους ντόπιους πληθυσμούς οι οποίοι παρέμειναν αδρανείς υπό τον φόβο των αντιποίνων του στρατού. Η αποκοπή από τον ανεφοδιασμό σε συνδυασμό με την απόφαση του ΚΚ Βολιβίας να αποστασιοποιηθεί από την επιχείρηση του Τσέ και να καταγγείλει τη δράση του οδήγησαν σε περιθωριοποίηση του αντάρτικου και στην διακοπή των ούτως ή άλλως ασθενών επαφών με τους αστικούς πληθυσμούς. Τέλος, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε την αναδιοργάνωση του βολιβιανού στρατού από την CIA και την κλιμάκωση της δράσης του σε μια περίοδο που οι αντάρτες βρίσκονταν ακόμα στη φάση της αναγνώρισης του εδάφους.[7] Από τον Μάρτιο ως τον Οκτώβριο του 1967  οι αντάρτες προσπαθούσαν να επιβιώσουν κυνηγημένοι σε ένα αφιλόξενο έδαφος που στην ουσία δεν πληρούσε καμία από τις προϋποθέσεις επιτυχίας του αντάρτικου όπως τις είχε διατυπώσει ο Τσέ στο περίφημο «Εγχειρίδιο του ανταρτοπολέμου». Στις 20 Απριλίου δύο από τους πιο προβεβλημένους συντρόφους του Τσέ ο Γάλλος φιλόσοφος Regis Debray[8]  και ο Αργεντίνος επαναστάτης Ciro Bustos  συνελήφθησαν μαζί με τον Άγγλο δημοσιογράφο George Andrew Roth από τον στρατό. Η σύλληψη του Τσέ και των συντρόφων του μπορεί να αποδόθηκε σε προδοσία αλλά στην ουσία επρόκειτο για το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου από την ώρα που δεν κατέστη δυνατή η κινητοποίηση των ορεινών πληθυσμών. Στις 8 Οκτωβρίου 1967 ο αργεντίνος επαναστάτης τραυματισμένος θα συλληφθεί και την επομένη θα εκτελεστεί με συνοπτικές διαδικασίες κατόπιν άμεσης εντολής του δικτάτορα Μπαριέντος και με την παρουσία των πρακτόρων-συμβούλων της CIA. Έξι από τους συντρόφους του θα περιπλανηθούν για μήνες στα βουνά ώσπου θα καταφέρουν να περάσουν στη Χιλή όπου τους υποδέχθηκε ο τότε πρόεδρος της Γερουσίας Σαλβαντόρ Αλλιέντε.

Ως επίλογος για την επαναστατική διαδικασία στην Λατινική Αμερική οφείλουμε να σημειώσουμε ότι οι προσπάθειες που εκδηλώθηκαν τα επόμενα χρόνια για την οργάνωση αντάρτικων πυρήνων εμπνεύστηκαν από το παράδειγμα του Τσέ και των συντρόφων του. Αν και στη Βολιβία το αντάρτικο θα λάβει τέλος ουσιαστικά με αυτή την αποτυχημένη προσπάθεια, άλλες ένοπλες ομάδες θα δράσουν στις γειτονικές χώρες ως το 2000. Το «Φωτεινό μονοπάτι» και οι Τουπακαμάρο στο Περού, ο ELN και οι FARC στην Κολομβία, το Alfaro Vive στον Ισημερινό, οι αντάρτες πόλεων Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη, το Φαραμπούτο Μαρτί στο Ελ Σαλβαδόρ και πολλές ακόμα οργανώσεις θα προσπαθήσουν ανεπιτυχώς να εξάγουν την επιτυχία της κουβανικής επανάστασης δρώντας πλέον και στο όνομα του Τσέ. Μόνο οι Σαντινίστας στη Νικαράγουα θα καταφέρουν να καταλάβουν την εξουσία ανατρέποντας τον δικτάτορα Σομόζα αλλά και αυτοί δεν θα επιφέρουν ριζικές και μόνιμες επαναστατικές αλλαγές. Οι λόγοι της αποτυχίας των επαναστατικών κινημάτων μετά το 1967 στην Λατινική Αμερική δεν αποτελούν θέμα του παρόντος άρθρου. Αντίθετα θα ήταν αναγκαίο να σκιαγραφήσουμε την κληρονομιά του Τσέ τόσο ως μιας ξεχωριστής μορφής στο παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα όσο και ως διαχρονικό κοινωνικό σύμβολο.

Η παγκοσμιοποίηση της εικόνας του Επαναστάτη

Αν και ο Τσέ δολοφονήθηκε, ο αγώνας του έμεινε ζωντανός. Σε αυτό συνέβαλε αναμφισβήτητα τόσο η προσωπικότητά του όσο και η πορεία του που είχε σαφώς μεσσιανικά-χριστολογικά χαρακτηριστικά (αποστολή, προσφορά, θυσία). Σε μια ήπειρο όπου ο ρόλος της πίστης και η εικόνα του Εσταυρωμένου επηρέαζαν και εξακολουθούν να επηρεάζουν τους φτωχούς αγωνιζόμενους πληθυσμούς, η εικόνα του νεκρού Τσέ στο κρεβάτι να επιδεικνύεται από τους διώκτες του είχε μια επίδραση ανάλογη με εκείνη που είχε η περίφημη φωτογραφία  με τον μπερέ που είχε βγάλει ο Αλμπέρτο Κόρντα το 1960. Το νέο του θανάτου του πυροδότησε μια σειρά αντιδράσεων σε ολόκληρη την Λατινική Αμερική και δεν θα ήταν υπερβολικό να υποστηρίξουμε ότι έκτοτε ο Τσέ μετατρέπεται σε μια διαχρονική πηγή έμπνευσης των κινημάτων και των λαών της αμερικανικής ηπείρου ανεξάρτητα από τις όποιες διαφορές στο ιδεολογικό επίπεδο ή στην τακτική. Η ζωή και η θυσία του ενέπνευσαν μια πρώτη περίοδο πολιτιστικής παραγωγής (βιβλία, άρθρα, διαλέξεις, τραγούδια) που θα μπορούσαν να ενταχθούν στην νεανική επαναστατική μαζική κουλτούρα που ακολούθησε τον Μάη του 1968.  Σε σύντομο χρονικό διάστημα σε ολόκληρο τον κόσμο η εικόνα του νέου επαναστάτη με το βλέμμα προς το επαναστατικό μέλλον θα αποτελέσει το βασικό σύμβολο του ριζοσπαστικοποιημένου νεολαιίστικου κινήματος στην Δυτική Ευρώπη και των απελευθερωτικών κινημάτων σε Ανατολή και Δύση. Στην Ευρώπη, η πρώτη μαζική κυκλοφορία του κλασικού πορτρέτου του Τσέ έλαβε χώρα με την δημοσίευση στις 19 Ιουλίου 1967 ενός αφιερώματος του γνωστού γαλλικού περιοδικού Paris Match για το νοτιοαμερικανικό αντάρτικο, σε μια περίοδο που ήταν ακόμα άγνωστο που βρισκόταν ο Αργεντίνος επαναστάτης. Με τον θάνατό του η εικόνα του «ηρωικού αντάρτη» (Guerrillero heroico) θα αποτυπωθεί στα πρωτοσέλιδα ολόκληρου του κόσμου. Στην πρώτη μεγάλη εκδήλωση στη μνήμη του στην Αβάνα στις 18 Οκτωβρίου 1967 θα εμφανιστεί για πρώτη φορά μια τεράστια αφίσα του δολοφονημένου ηγέτη, ξεκινώντας μια σειρά δημόσιων απεικονίσεων του που συνέβαλαν στην μετατροπή του σε βασικό συνώνυμο της Επανάστασης, εν πολλοίς σε μεγαλύτερο βαθμό κι από τον ίδιο τον Φιντέλ Κάστρο.  Στην Ευρώπη οι φωτογραφικές αναπαραγωγές του δαιμόνιου Ιταλού εκδότη Τζιαντζιάκομο Φελτρινέλι θα αποτελέσουν τη βάση για την δημιουργία του πασίγνωστου πλέον νεανικού πόστερ (Ché Guevara-Hasta siempre) που μετά το 1970 πωλείται σε εκατομμύρια αντίτυπα και κοσμεί τα περισσότερα νεανικά και φοιτητικά δωμάτια.[9] Ως τα μέσα της δεκαετίας του 1970 θα δημιουργηθούν ακόμη και «γκεβαρικές» ομάδες και οργανώσεις στα πλαίσια της ριζοσπαστικής Αριστεράς που αν και δραστήριες εντέλει αποδείχθηκαν βραχύβιες.

Η σύγχρονη ανανέωση του ενδιαφέροντος για τον Τσέ δεν θα πρέπει να συγχέεται με την εμπορευματοποίηση του γνωστού πορτρέτου του Κόρντα που από τη δεκαετία του 1990 και μετά αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα pop σύμβολα. Όπως πολύ εύστοχα έχει αναφέρει ο γνωστός κουβανός συγγραφέας Edmundo Desnoes «η εικόνα του Τσέ μπορεί να τέθηκε κάποια στιγμή στο περιθώριο, να αγοράστηκε, να πουλήθηκε ή  να φορέθηκε σε ντεφιλέ μόδας, συνεχίζει όμως να αποτελεί μέρος του παγκόσμιου συστήματος του επαναστατικού αγώνα και μπορεί να ξαναβρεί ανά πάσα στιγμή την αυθεντική του σημασία».[10] Το ενδιαφέρον για την ζωή και τη δράση του Τσέ, για την σκέψη του και την ιδιαίτερη προσέγγιση της μαρξιστικής θεωρίας αλλά και για τις αναλύσεις της λατινοαμερικάνικης κοινωνίας επέστρεψε ως εύλογο από τη στιγμή που οι λαοί της Νοτίου Αμερικής υιοθέτησαν εναλλακτικές κυβερνητικές πολιτικές. Η ανάδειξη στην Βραζιλία, την Βολιβία, τον Ισημερινό, την Ουρουγουάη, την Αργεντινή, την Βενεζουέλα και τη Χιλή κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αι. κινημάτων με λιγότερη ή περισσότερη ευθεία αναφορά στον Τσέ (σε συμβολικό ή και ιδεολογικό-πολιτικό επίπεδο) είναι ενδεικτική της επίδρασης της γκεβαρικής σκέψης στον αγώνα κατά του νεοφιλελευθερισμού. Ταυτόχρονα, με τη διαμόρφωση ενός διεθνούς κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης και μιας εναλλακτικής πολιτιστικής πλατφόρμας ιδίως μεταξύ των νέων των δυτικών κοινωνιών, η επιστροφή του Τσέ είτε ως ενοποιητικό σύμβολο είτε ως ιδεολογικό σημείο αναφοράς είναι γεγονός. Η επιστροφή στον Τσέ σημαίνει κυρίως μια επιστροφή στις ιδέες και το θεωρητικό πλαίσιο του αγώνα του, στην ουσία δηλαδή των θεωριών του επαναστατικού μαρξισμού, του αντιδογματικού-ουμανιστικού μαρξισμού που χαρακτήρισε την δράση του. Θεωρίες που μόνο ως ξεπερασμένες δεν μπορούν να θεωρηθούν άσχετα αν πάνω σε ένα από τα πολυφορεμένα κάποτε t-shirt που υπάρχουν καταχωνιασμένα στην ντουλάπα μας η εικόνα με τον μπερέ και το αστέρι μπορεί λίγο να ξεθώριασε.

[1] E.Che Guevara, Textes militaires, Maspero, Παρίσι 1976, σ.159-160.

[2] Οι διαφοροποιήσεις μεταξύ της Μόσχας και της Αβάνας για την παγκόσμια επανάσταση θα γίνουν εμφανείς και τον Ιανουάριο του 1966, όταν στην κουβανική πρωτεύουσα έλαβε χώρα η περίφημη “Tricontinetale” δηλαδή η συνδιάσκεψη των επαναστατικών και απελευθερωτικών κινημάτων του Τρίτου Κόσμου. Η τελική διακήρυξη που έκανε λόγο για την οργάνωση «και άλλων Βιετνάμ» με στόχο την ολική ανατροπή του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού αποτέλεσε στην ουσία το έναυσμα για την νέα περιπέτεια του Τσέ στη Βολιβία. Παράλληλα όμως αποτέλεσε και το κομβικό σημείο για τον τρόπο με τον οποίο η Μόσχα θα αντιμετώπιζε πλέον τις μη ελεγχόμενες από την ίδια επαναστατικών πρωτοβουλιών. Βλ. Edouard Bailby, « A la Havane, une conférence des mouvements révolutionnaires », πρώτη δημ. Le Monde diplomatique (Ιανουάριος 1966), αναδημοσίευση Manière de voir 87 (6-7/2006), σ.42-43.

[3] Ερνέστο Τσέ Γκεβάρα, Κείμενα, μτφ. Xρ.Πάντζου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1988.

[4] Λίγα χρόνια αργότερα η διπλή αυτή αποτύπωση της κουβανικής επανάστασης θα οπτικοποιηθεί όταν μετά τον θάνατο του Τσέ, η εικόνα του θα περάσει στο πάνθεο της μυθολογίας του επαναστατικού αγώνα κοσμώντας πλέον κάθε γωνιά της Αβάνας. Βλ. Alain Jouffroy, « Che si », Opus international 3 (10/1967), σ.23.

[5] Peter Calvocoressi, Η διεθνής πολιτική μετά το 1945, τ.Β’, Τουρίκη, Αθήνα, σ.1006-1008.

[6] Jean- Marc Balencie- Arnaud de La Grange, Εξεγερμένοι κόσμοι. Αντάρτικα, μιλίτσιες, τρομοκρατικές ομάδες, μτφ.Μ.Μαλαφέκα, Τυπωθήτω-Γ.Δαρδανος, Αθήνα 2003, σ.161.

[7] Michel Foucher, « La mort de Che Guevara » στο Gérard Chaliand (επιμ.), Stratégies de la Guerilla, Gallimard, Παρίσι 1979, σ.291-307,

[8] Ο Debray όπως και οι άλλοι δύο συλληφθέντες κατηγορήθηκαν αργότερα ότι έδωσαν στις αρχές πληροφορίες που βοήθησαν στην τελική σύλληψη και εκτέλεση του Τσέ. Βλ. το έργο του Ricardo Rojo, Τσέ Γκουεβάρα, η ζωή και ο θάνατος ενός φίλου, Μπάιρον, Αθήνα 1983.  Ο ίδιος ο Debray το αρνήθηκε και περιέλαβε τις αναμνήσεις του στο βιβλίο Loués soient nos seigneurs, Gallimard, Παρίσι 1996.

[9] Βλ. για την ιστορία της εικόνας του Τσέ Frédéric Maguet, « Le portrait de Che Guevara », Gradhiva 11 (2010), σ.140-161.

[10] Από τον οδηγό της έκθεσης για τον Τσέ της Trisha Ziff,  Che Guevara: revolutionary and icon, Victoria and Albert museum, Λονδίνο 2006.

Η αποαποικιοποίηση και ο Ψυχρός Πόλεμος (περ. ΗotDoc History, νο17, 9/7/2017)

Η αποαποικιοποίηση και ο Ψυχρός Πόλεμος

 595f6152cd3a183bb91972b6

του Λάμπρου Φλιτούρη

 

Η πολεμική περίοδος 1939-1945 υπήρξε η αρχή του τέλους στον δρόμο προς την αποαποικιοποίηση. Η εκ νέου εμπλοκή σε μια πολεμική σύγκρουση μετά το 1918 σήμανε επί της ουσίας και το τέλος της πολιτικής της ιμπεριαλιστικής επέκτασης και σηματοδότησε την ουσιαστική χειραφέτηση των τοπικών ελίτ. Οι ευρωπαϊκές αποικιακές δυνάμεις εξήλθαν του πολέμου οικονομικά και πολιτικά καταρρακωμένες. Μέρα με τη μέρα γινόταν κατανοητό ότι ο ιμπεριαλισμός και ο αποικιοκρατικός ανταγωνισμός δεν μπορούσαν να αποτελούν κρατικές ή εθνικές επιλογές. Η  ναζιστική θηριωδία και η πολιτική των φυλετικών διακρίσεων είχαν τέτοια επίδραση που οι ως τότε φαντασιώσεις για την ανωτερότητα του ευρωπαϊκού πολιτισμού δεν μπορούσαν πλέον να είναι ανεκτές. Αποφασιστικό ρόλο στην τελική πορεία προς την κατάρρευση του αποικιακού μοντέλου διαδραμάτισε η νέα μορφή του μεταπολεμικού κόσμου. Σε άμεση συνάρτηση με τη μείωση του ειδικού ρόλου των χωρών της παλαιάς Ευρώπης ως παγκόσμιων δυνάμεων, η ανάδειξη των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ σε παγκόσμιες ηγεμονίες διευκόλυνε την ανεξαρτητοποίηση των αποικιών. Οι δύο υπερδυνάμεις εμφανίζουν κοινά χαρακτηριστικά στη διαμόρφωση της στάσης τους απέναντι στην αποικιοκρατία, όπως είναι λ.χ. η  ιδεολογική αντίθεση, η οποία ωστόσο πηγάζει από διαφορετικές αφετηρίες και ερμηνείες του φαινομένου. Ωστόσο, η διαχείριση της διαδικασίας αποαποικιοποίησης από τις δύο Υπερδυνάμεις  υπαγορεύεται από τα γεωστρατηγικά συμφέροντα της κάθε μίας. Αναγκασμένες να λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα των Ευρωπαίων συμμάχων και την κομμουνιστική εμπλοκή, οι ΗΠΑ θα κινηθούν διαφορετικά και πολυποίκιλα το διάστημα 1945-1960. Οι Σοβιετικοί, από την πλευρά τους, χρησιμοποίησαν με μεγαλύτερη σταθερότητα το χαρτί του αντιαποικιακού αγώνα και κατάφεραν να ενισχύσουν τις θέσεις τους σε διάφορες περιοχές του κόσμου.

 

Οι δύο Υπερδυνάμεις

Για τις ΗΠΑ η Νοτιοανατολική  Ασία θεωρήθηκε ζώνη αμερικανικών συμφερόντων. Η επιστροφή των Ευρωπαίων αποικιοκρατών θα περιέπλεκε τα πράγματα, ενώ αντίθετα η δημιουργία πολλών νέων κρατών θα έδινε τη δυνατότητα στο αμερικανικό κεφάλαιο να απλωθεί σε μια ήδη στρατιωτικά ελεγχόμενη περιοχή.  Παρά την αντιαποικιακή ρητορική, η Ουάσιγκτον στην πράξη δεν είχε απορρίψει παλιότερα τη δική της συμμετοχή στον αποικιακό ανταγωνισμό, όπως απέδειξε με τον αμερικανοοϊσπανικό πόλεμο του 1898 ή με τη στάση της στο ζήτημα ελέγχου της Κίνας. Μετά το 1945 θεωρούσε ότι η συνέχιση της ευρωπαϊκής κυριαρχίας στην Ασία και την Αφρική αποτελούσε ένα βαρίδιο. Κατά την περίοδο του πολέμου, ο Ρούζβελτ τάχθηκε κατά της αποικιοκρατίας κυρίως για να αποτρέψει τη σύμπραξη των αντιαποικιακών κινημάτων με τις δυνάμεις του Άξονα. Η αμερικανική ηγεσία υπό τον Τρούμαν και υπό τον Αϊζενχάουερ χρησιμοποίησε τη ρητορική της αποαποικιοποίησης με γνώμονα πρωτίστως τα γεωστρατηγικά της συμφέροντα. Η διασφάλιση των εθνικών δικαιωμάτων των λαών ήταν απαραίτητη για την εδραίωση του πλέγματος συμμαχιών που θεωρούσε αναγκαίο, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κομμουνιστική απειλή. Οι ΗΠΑ, φοβούμενες την επίδραση των μαρξιστικών ιδεών και της ΕΣΣΔ στα κινήματα του Τρίτου Κόσμου, έσπευσαν να προσεγγίσουν τους εθνικιστές ηγέτες τόσο στην Ινδονησία όσο και στις Φιλιππίνες.  Η σημαντική επίδραση των κομμουνιστών στην Ινδονησία ανάγκασε την Ουάσιγκτον να πιέσει τους Ολλανδούς για παραχώρηση ανεξαρτησίας στην περιοχή, προκειμένου να διατηρηθεί ο δυτικός έλεγχος. Την ίδια περίοδο, αναγνωρίζεται η ανεξαρτησία των Φιλιππίνων από τις ΗΠΑ αφού όμως πρώτα τέθηκε στο  περιθώριο το κομμουνιστικό κίνημα της περιοχής. Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της αμερικανικής πολιτικής στην Ασία έπαιξε η επικράτηση των κομμουνιστών στην Κίνα το 1949 και ο πόλεμος της Κορέας στις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Οι ΗΠΑ τάχθηκαν μεν υπέρ της ανεξαρτητοποίησης των βρετανικών αποικιών στην ινδική χερσόνησο ενίσχυσαν όμως πολιτικά και υλικά την προσπάθεια της Γαλλίας να διατηρήσει τον έλεγχο των αποικιών της στην Ινδοκίνα. Η αντικομμουνιστική υστερία που επικρατούσε στην αμερικανική κοινωνία καθιστούσε την επιλογή ενίσχυσης των Γάλλων αποικιοκρατών μονόδρομο για την αμερικανική διπλωματία, ειδικά μετά την εδραίωση του κομμουνιστικού αντάρτικου των Βιετμίνχ. Όταν τελικά η αποχώρηση των Γάλλων επιβλήθηκε ως μια λύση ανάγκης για τη σωτηρία της Ινδοκίνας από τον κομμουνισμό, οι ΗΠΑ θα εμπλακούν σε έναν δαπανηρό και αιματηρό αγώνα για τον έλεγχο της περιοχής, κάνοντας πλέον φανερό τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζαν τη μετααποικιακή εποχή.

Στην Μέση Ανατολή, οι ΗΠΑ συμπορεύθηκαν αρχικά με την πρόθεση της Βρετανίας να παραχωρήσει ανεξαρτησία στα αραβικά κράτη, αλλά προβληματίστηκαν  με τις επιλογές του Λονδίνου για το ζήτημα του Ισραήλ. Παράλληλα, η αντίθεσή της στην επιχείρηση του Σουέζ το 1956, παρόλο που αντιμετωπίστηκε από την αμερικανική κοινή γνώμη ως μια αντίθεση στην επιστροφή στο πνεύμα της αποικιοκρατίας, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ανεξάρτητα από τους ίδιους αντικομμουνιστικούς σχεδιασμούς που αναπτύχθηκαν στην Ασία. Η αμερικανική διπλωματία κατανοούσε ότι το αραβικό εθνικιστικό κίνημα δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί με όρους και τακτικές του 19ου αιώνα, καθώς ο κίνδυνος στροφής των εθνικιστών προς την ΕΣΣΔ και η επικράτηση ενός αντιδυτικού κλίματος στον  αραβικό κόσμο υπέσκαπταν τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή.

Η αποαποικιοποίηση της μαύρης Αφρικής έγινε δεκτή από τις ΗΠΑ με ακόμη μεγαλύτερη ανακούφιση. Ήταν ένα θέμα που έχαιρε σημαντικής κάλυψης από τον αμερικανικό Τύπο και θεωρείτο ως το τελευταίο στάδιο του αγώνα κατά της δουλείας. Οι ΗΠΑ υποστήριξαν την διαδικασία αποαποικιοποίησης, αφού διασφάλισαν ότι θα διατηρούνταν υπό δυτικό έλεγχο οι πλουτοπαραγωγικές πηγές της ηπείρου και αφού είχαν βεβαιωθεί ότι η μετααποικιακή εξάρτηση των νέων χωρών από τις παλιές μητροπόλεις δεν θα προκαλούσε τριγμούς στην ισορροπία συμφερόντων. Οι Αμερικανοί θεωρήθηκαν από τους Αφρικανούς ως  οι προστάτες της ανεξαρτησίας των νέων κρατών και οι φυσικοί πολέμιοι της αποικιοκρατίας, μια εικόνα που σε πολλές χώρες καλλιεργείται ακόμη και στις μέρες μας. Ωστόσο, η υποστήριξη των εθνικιστικών κινημάτων ήταν μάλλον ρητορική και στη συνέχεια σαφώς διπλωματική στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνώρισης της ανεξαρτησίας από τον ΟΗΕ. Οι ΗΠΑ δεν χρηματοδότησαν τον αντιαποικιακό αγώνα, ενώ βασικό μέλημα ήταν να αποτρέψουν την κομμουνιστική απειλή. Υπό αυτό το πρίσμα θα πρέπει να δούμε τη στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στα μαρξιστικά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα που εμφανίστηκαν κατά τη δεκαετία του ’60 και του ’70. Ο διπολισμός και η ανάγκη αποτροπής της σοβιετικής απειλής οδήγησαν τις ΗΠΑ να επιδείξουν ανοχή τόσο απέναντι στην Πορτογαλία, που συνέχισε να ελέγχει την Αγκόλα και τη Μοζαμβίκη και να αντιμετωπίζει βίαια τα φιλομαρξιστικά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα της περιοχής, όσο και απέναντι στο ρατσιστικό καθεστώς της Νοτίου Αφρικής, το οποίο συνέχιζε και μεταπολεμικά να κατέχει ως μια ιδιότυπη αποικία τη Ναμίμπια παρά τις αποφάσεις του ΟΗΕ.

Η στάση της ΕΣΣΔ καθοριζόταν μάλλον από πιο απλούς παράγοντες. Ιδεολογικά αντίθετος προς τον ιμπεριαλισμό, ο κομμουνισμός αντιμετώπιζε, σε θεωρητικό επίπεδο, με πλήρως αρνητικό τρόπο το αποικιακό φαινόμενο. Η ΕΣΣΔ υιοθέτησε αυτή την οπτική από την πρώτη στιγμή, αν και -όπως και στην περίπτωση των ΗΠΑ- η απόσταση ανάμεσα στη ρητορική και την πράξη αποδείχθηκε τεράστια.

Η ΕΣΣΔ στην Ασία χρησιμοποίησε το ζήτημα της αποαποικιοποίησης για να βελτιώσει τις θέσεις της και να αποκτήσει ερείσματα στα ηπειρωτικά εδάφη, καθώς ήταν φανερό ότι οι δρόμοι του Ειρηνικού ελέγχονταν πλήρως από τις ΗΠΑ.  Η υποστήριξη που έδειξε στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα στην Ινδοκίνα ήταν ενδεικτική της στάσης που τήρησε στις εξεγέρσεις κατά των αποικιοκρατών σε ολόκληρο τον κόσμο. Σε διπλωματικό επίπεδο στήριξε όλες τις προσπάθειες αναγνώρισης της ανεξαρτησίας από τη διεθνή κοινότητα, αλλά σε πολιτικοστρατιωτικό επίπεδο εμφανίστηκε πολύ προσεχτική, ώστε να μην έρθει σε ευθεία αντιπαράθεση με τη Δύση. Μόνο στην περίπτωση του πολέμου της Κορέας και στην πρώτη φάση του πολέμου της Ινδοκίνας η σοβιετική εμπλοκή υπήρξε πιο άμεση. Σε αυτές τις περιπτώσεις ήταν κυρίως η Κίνα εκείνη που είχε πιο ενεργό ρόλο. Η υποστήριξη των Σοβιετικών προς τα κομμουνιστικά αντάρτικα κινήματα στην Ινδονησία, τις Φιλιππίνες ή στην Κεϋλάνη δεν ήταν τέτοια που να καθορίσει τις εξελίξεις προς όφελός τους. Εξάλλου, όταν μετά το 1960 επήλθε ρήξη μεταξύ Κίνας και ΕΣΣΔ, τα κομμουνιστικά αντάρτικα της Ασίας κινήθηκαν ανάμεσα στις δύο κομμουνιστικές χώρες, αλλά αγωνιζόμενα πλέον ως ανεξάρτητα κράτη και όχι ως εξεγερμένες αποικίες. Στη Μέση Ανατολή, παρά τη διπλωματική υποστήριξη στα αραβικά εθνικιστικά κινήματα, η ενεργότερη σοβιετική εμπλοκή ήταν πιο προσεκτική, καθώς τα δυτικά συμφέροντα ήταν ισχυρά. Στην περίπτωση των γαλλικών κτήσεων στο Μαγκρέμπ, η Μόσχα στήριξε τα κινήματα αυτοδιάθεσης, αλλά χωρίς να εμπλακεί άμεσα, ώστε να μην πλήξει τις σχέσεις της με το Παρίσι. Στην περίπτωση της Αιγύπτου και της κρίσης του 1956 τα σοβιετικά συμφέροντα συνέπεσαν, ίσως για πρώτη φορά τόσο εμφανώς, με τα συμφέροντα των ΗΠΑ οδηγώντας σε μια άτυπη συνεργασία τις δύο υπερδυνάμεις.

Οι βρετανικές κτήσεις

Το ξήλωμα της βρετανικής αυτοκρατορίας  ξεκίνησε με την ανεξαρτητοποίηση της Ινδίας, καθώς ήταν φανερή η μεταπολεμική αδυναμία του Λονδίνου να διοικήσει μια τεράστια χώρα με έναν πληθυσμό που, αν και βαθιά διχασμένος από τις θρησκευτικές διαιρέσεις, ήταν έτοιμος να διεκδικήσει με κάθε κόστος την ελευθερία του. Η βρετανική απόφαση να αποδεσμευτεί από την περιοχή ήρθε και ως αποτέλεσμα της κυβερνητικής αλλαγής στη μητρόπολη. Η κυβέρνηση των Εργατικών μεθόδευσε μια γρήγορη απεμπλοκή, προκειμένου να ενισχύσει το κοινωνικό πρόγραμμα, που ήταν αναγκαίο για την ανασυγκρότηση του ταλαιπωρημένου από τον πόλεμο βρετανικού λαού.  Η αποστολή του τελευταίου Αντιβασιλιά  λόρδου Μάουντμπατεν να βρει έναν ειρηνικό τρόπο ανεξαρτητοποίησης ήταν αδύνατη, ειδικά ύστερα από μια αποικιακή πολιτική που βασίστηκε στο δόγμα «διαίρει» τις εθνότητες και βασίλευε. Παρά τις εκκλήσεις του Γκάντι για ειρηνική αποχώρηση, ο ανταγωνισμός των ινδουιστών και των μουσουλμάνων οδήγησε τελικά σε μια νέα χαρτογραφία της περιοχής, που στιγματίστηκε από μετακινήσεις εκατομμυρίων πληθυσμών και τη σφαγή χιλιάδων ανθρώπων. Τέσσερα κράτη προέκυψαν από την αποχώρηση των Βρετανών: η Ινδική Ομοσπονδία, το Δυτικό Πακιστάν και το Ανατολικό Πακιστάν (αρχικά σε μια κοινή κρατική οντότητα και από το 1970 το ανατολικό τμήμα ως ανεξάρτητο κράτος με το όνομα Μπαγκλαντές) και η Σρι Λάνκα. Χωρίς μεγάλα προβλήματα και κυρίως υπό τον φόβο διάδοσης της κομμουνιστικής επανάστασης από τη γειτονική Κίνα στην περιοχή, οι Βρετανοί παραχώρησαν την ανεξαρτησία στη Βιρμανία (1948) και στη Μαλαισία (1957). Οι βρετανικές εταιρείες φρόντισαν σε αυτές τις χώρες να διασφαλίσουν οικονομικά πλεονεκτήματα, αν και σύντομα υπερκεράστηκαν από αμερικανικά και ντόπια κεφάλαια.

Στην Αφρική η ανεξαρτητοποίηση των βρετανικών κτήσεων ξεκίνησε ύστερα από την εντατικοποίηση των απαιτήσεων των ηγετών των εθνικιστικών κομμάτων και την αλλαγή της πολιτικής από τους Εργατικούς μετά το 1945.  Το 1956 ανεξαρτητοποιήθηκε το Σουδάν  και η Γκάνα το 1957, ενώ ακολούθησαν ως το τέλος της δεκαετίας σχεδόν όλες οι βρετανικές κτήσεις. Βασικό χαρακτηριστικό της αφρικανικής περίπτωσης ήταν ότι όλες οι αποχωρήσεις έγιναν σχετικά ειρηνικά με εξαίρεση την Κένυα, όπου η παρουσία πολλών λευκών γαιοκτημόνων περιέπλεκε τα πράγματα και στην οποία αναπτύχθηκε το γνωστό αντιστασιακό κίνημα αυτοδιάθεσης Μάου-Μάου. Σε όλες τις χώρες οι Βρετανοί φρόντισαν τα οικονομικά τους συμφέροντα ενισχύοντας τους δεσμούς με τις ντόπιες ελίτ. Ωστόσο, η διαμόρφωση των συνόρων έγινε χωρίς καμία πρόβλεψη για την εθνολογική σύνθεση των κρατών. Αποτέλεσμα υπήρξε η συμβίωση πληθυσμών με μεγάλες εθνοτικές και θρησκευτικές αντιθέσεις και το ξέσπασμα πολλών πολεμικών συγκρούσεων με τραγικά αποτελέσματα.

Στη Μέση Ανατολή η ανεξαρτητοποίηση της Παλαιστίνης το 1946 προκάλεσε τις πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ Αράβων και Παλαιστινίων και τη δημιουργία δύο κρατών, της Ιορδανίας το 1946 και του Ισραήλ το 1948. Η ήττα των Βρετανών κατά την κρίση του Σουέζ και η εθνικοποίηση της διώρυγας από τον Νάσερ οδήγησε στην απόφαση για την παραχώρηση της ανεξαρτησίας σε περιοχές που άλλοτε η κατοχή τους είχε κομβική στρατηγική σημασία: Μάλτα (1964) και Υεμένη (1967). Στην αραβική χερσόνησο η απαγκίστρωση των Βρετανών θα ολοκληρωθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1970 με την αποχώρησή τους από το Κουβέιτ, το Κατάρ, το Μπαχρέιν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Η περίπτωση της Κύπρου ήταν πιο σύνθετη, καθώς η διεκδίκηση της ένωσης από την ελληνοκυπριακή κοινότητα οδήγησε στη δεκαετία του 1950 στην προώθηση από τη Βρετανία του τουρκοκυπριακού παράγοντα. Η ένοπλη δράση της ΕΟΚΑ προκάλεσε τη βίαιη καταστολή του απελευθερωτικού ελληνοκυπριακού κινήματος. Μόνο μετά την απώλεια του Σουέζ οι Βρετανοί αποφάσισαν να παραχωρήσουν την ανεξαρτησία στο νησί, αφού πρώτα διασφάλισαν τα συμφέροντά τους με τη διατήρηση των βάσεων στη Δεκέλεια και στο Ακρωτήρι. Και σε αυτή την περίπτωση η πολιτική του διαίρει και βασίλευε οδήγησε σε διχασμό του κυπριακού λαού.

Πιο καθυστερημένη υπήρξε η αποχώρηση της Βρετανίας από τις νησιωτικές κτήσεις της Ωκεανίας και της Καραϊβικής. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα νέα κράτη παρέμειναν στην Βρετανική Κοινοπολιτεία, ενώ διατηρήθηκαν ειδικά οικονομικά προνόμια για βρετανικές εταιρείες (κυρίως ναυτιλιακές) και για τράπεζες. Τέλος, το Χονγκ Κονγκ επιστράφηκε στην Κίνα το 1997, αφού προηγουμένως διασφαλίστηκαν τα δυτικά επιχειρηματικά συμφέροντα.

 

Η γαλλική περίπτωση

Η Γαλλία, αν και τυπικά εξήλθε νικήτρια από τον πόλεμο, επί της ουσίας η οικονομική της αποδυνάμωση και η μείωση του ειδικού βάρους που είχε πλέον στη νέα διπολική διεθνή σκηνή ήταν παράγοντες που δεν επέτρεπαν ιδιαίτερη αισιοδοξία για το μέλλον της άλλοτε κραταιάς αυτοκρατορίας.  Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου οι βορειοαφρικανικές αποικίες, οι κτήσεις στη Μέση Ανατολή και η Γαλλική Ινδοκίνα αποτέλεσαν αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης τόσο μεταξύ των εμπολέμων όσο και μεταξύ των Ελεύθερων Γάλλων του στρατηγού Ντε Γκωλ και των πιστών στην κυβέρνηση του Βισί δυνάμεων. Με εξαίρεση τη γαλλική διοίκηση της Ινδοκίνας, οι υπόλοιπες γαλλικές κτήσεις συντάχθηκαν με τους Συμμάχους. Η εικόνα ωστόσο της Γαλλίας δέχθηκε ανεπανόρθωτα πλήγματα και οι Σύμμαχοι αντιμετώπιζαν με δυσπιστία την ικανότητα των Γάλλων να διατηρήσουν τον έλεγχο των αποικιών. Οι γηγενείς πληθυσμοί, από  την πλευρά τους, διαπίστωσαν ότι οι Γάλλοι δεν αποτελούσαν πλέον φόβητρο και η επιστροφή της γαλλικής διοίκησης δεν τους εμπόδιζε να κινηθούν πιο δυναμικά με στόχο την ανεξαρτησία. Η στρατιωτική αποδυνάμωση ήταν εμφανής, όπως και η αδυναμία επιβολής της πολιτικής βούλησης της μητρόπολης στις αποικίες. Το πολιτικό σύστημα εξάλλου της Γαλλίας αποδείχθηκε εξαιρετικά ανώριμο να προσαρμοστεί στις νέες μεταπολεμικές συνθήκες. Κατά τα τελευταία έτη του πολέμου ο Ντε Γκωλ επεδίωξε να ρυθμίσει τη μεταπολεμική πραγματικότητα αναφορικά με το ζήτημα των αποικιών μέσω της δημιουργίας μιας Γαλλικής Ένωσης (Union Française), ενός οργανισμού κατά τα πρότυπα της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, που είχε ως στόχο την οργάνωση των αποικιακών κτήσεων σε μια νέα μορφή σχέσης με τη μητρόπολη. Το σχέδιο της Γαλλικής Ένωσης, όμως, στην πράξη απέτυχε , καθώς απέρριψε την πιθανότητα παραχώρησης αυτοδιοίκησης ή ανεξαρτησίας στις αποικίες.

Στην Ινδοκίνα κατά τη διάρκεια του Πολέμου είχε αναπτυχθεί ήδη ένα σοβαρό αντιαποικιακό κομμουνιστικό αντιστασιακό κίνημα, που στρεφόταν ενάντια στους παλιούς και νέους αποικιοκράτες (Γάλλους και Ιάπωνες). Μετά την αποχώρηση των Ιαπώνων, οι αντάρτες του Χο Τσι Μινχ με τη βοήθεια της Κίνας ανακήρυξαν την ανεξαρτησία του Βιετνάμ. Το 1945 οι γαλλικές δυνάμεις επέστρεψαν στη χερσόνησο και ύστερα από μια σειρά στρατιωτικών επιχειρήσεων κατάφεραν να αποκτήσουν τον έλεγχο της Καμπότζης, του Λάος και της περιοχής του Νοτίου Βιετνάμ. Σύντομα οι Γάλλοι  έπαιξαν το παιχνίδι του αντικομμουνισμού και των τοπικών και θρησκευτικών διαφορών των πληθυσμών της περιοχής. Προσφέροντας τίτλους και αξιώματα σε μέλη της τοπικής αριστοκρατίας και της καθολικής μειονότητας, υπερτονίζοντας τον μαρξιστικό χαρακτήρα του αντάρτικου και βασιζόμενοι στις εθνοτικές διαφορές, ακύρωσαν τις συμφωνίες του 1946 που προέβλεπαν ένα αυτόνομο Βιετνάμ στο πλαίσιο της Γαλλικής Ένωσης. Τον Δεκέμβριο του 1946 ο πρώτος πόλεμος του Βιετνάμ ξέσπασε και κράτησε ως το 1954.  Με τον πόλεμο να στοιχίζει καθημερινά εκατομμύρια φράγκα στη γαλλική οικονομία, το Παρίσι αναζήτησε και βρήκε στρατιωτική βοήθεια στις ΗΠΑ, οι οποίες συνέδραμαν  τους Γάλλους υλικοτεχνικά.  Η προσπάθεια, όμως, θα αποβεί μάταιη.  Η συντριπτική ήττα των Γάλλων στο Ντιεν Μπιεν Φου το 1954 και η αλλαγή πολιτικής στο Παρίσι άνοιξαν  τελικά τον δρόμο για τις συμφωνίες της Γενεύης, που έθεσαν τέλος στη γαλλική κυριαρχία στην περιοχή. Όχι όμως και στον πόλεμο του Βιετνάμ.

Η αποχώρηση των Γάλλων από την Αφρική ήταν περισσότερο επώδυνη, καθώς η εγγύτητα με τη μητρόπολη είχε οδηγήσει χιλιάδες Γάλλους να εγκατασταθούν στην μεσογειακή ακτή ήδη από τον 19ο αι..  Στην Αλγερία κατοικούσαν πάνω από 1 εκατ. Ευρωπαίοι αλλά η συμβίωση ήταν εξαιρετικά δύσκολη με τον πλειοψηφούν μουσουλμανικό στοιχείο.  Τα αιτήματα για παραχώρησή  ανεξαρτησίας γίνονται πιο οργανωμένα από το 1945 και μετά. Οι οπαδοί της ανεξαρτησίας, με την εμπειρία που είχαν αρκετοί από τη  συμμετοχή τους στον πόλεμο, μέσα από πολλές διαδικασίες,  συγκρότησαν το Ενιαίο Απελευθερωτικό Μέτωπο (FLN). Η πρώτη εξέγερση του 1945 καταπνίγηκε στο αίμα από τον γαλλικό στρατό με θύματα πάνω από 50.000 άτομα, γεγονός που προκάλεσε την οργάνωση ενός δυναμικού αντιαποικιακού ρεύματος στη μητρόπολη με την πρωτοβουλία του γαλλικού Κ.Κ. που τήρησε μια σταθερή πολιτική υπέρ της ανεξαρτησίας. Η ένοπλη φάση του αγώνα ξεκίνησε το 1954 και μεταφέρθηκε εντός και εκτός Αλγερίας, ενώ έλαβε και διεθνείς διαστάσεις με την εμπλοκή αραβικών χωρών, της Γιουγκοσλαβίας και της Τσεχοσλοβακίας που τροφοδοτούσαν με όπλα το FLN. Η συνέχιση του πολέμου δημιουργούσε ανυπέρβλητα οικονομικά και διεθνή διπλωματικά προβλήματα και ο διχασμός της γαλλικής κοινωνίας έφθασε σε τέτοιο σημείο που ο κίνδυνος εμφυλίου πολέμου έγινε πολύ πιθανός. Οι πιέσεις από τους Ευρωπαίους της Αλγερίας, από μέρος του στρατού και από τη γαλλική Δεξιά για διατήρηση της γαλλική κυριαρχίας ανέστειλαν τις όποιες ειρηνευτικές πρωτοβουλίες. Το 1958 η κατάσταση ανάγκασε τους Γάλλους πολιτικούς να προσφύγουν εκ νέου στον Ντε Γκωλ. Η παραχώρηση έκτακτων εξουσιών και η ουσιαστική μεταπολίτευση επέτρεψε στον Γάλλο ηγέτη να προωθήσει εν μέσω πολλών δυσκολιών, κατηγοριών για προδοσία και δολοφονικών απειλών ένα σχέδιο ανεξαρτησίας, που κατέληξε το 1962 στις συμφωνίες του Εβιάν και στην αποχώρηση των Γάλλων από τη χώρα. Η ανεξαρτησία συνοδεύθηκε από την έξοδο χιλιάδων Ευρωπαίων αλλά και Αράβων από την Αλγερία, οι οποίοι επέλεξαν ως νέα πατρίδα τη μητρόπολή. Αντίστοιχα προβλήματα δημιουργήθηκαν με τις ανεξαρτητοποιήσεις του Μαρόκο  και της Τυνησίας το 1956. Είχαν προηγηθεί ένοπλες εξεγέρσεις των ντόπιων υπό την επίδραση των αντιαποικιακών κηρυγμάτων κυρίως των σοσιαλιστικών χωρών. Στη Μαδαγασκάρη η εξέγερση του 1947 οδήγησε σε ένοπλη σύγκρουση με αρκετές χιλιάδες νεκρούς και μόνο το 1960 το νησί θα αποκτήσει την ανεξαρτησία του. Στην υποσαχάρεια Αφρική το ντόμινο της απελευθέρωσης ξεκίνησε το 1960, όταν έπειτα από μια περιοδεία του στις γαλλικές αποικίες ο Ντε Γκωλ διαπίστωσε ότι σε όλες τις χώρες το αίτημα για ανεξαρτησία ήταν έντονο. Μέσα σε λίγους μήνες ανεξαρτητοποιήθηκαν χωρίς εντάσεις όλες οι αποικίες στη Δυτική και Κεντρική Αφρική.  Η γαλλική αποχώρηση συνοδεύτηκε από την ανάδειξη στην εξουσία παλαιών συνεργατών των Γάλλων, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις η επίδραση των σοσιαλιστικών ιδεών οδήγησε στην ανάληψη της εξουσίας από φιλοσοβιετικά κόμματα (Σενεγάλη, Κονγκό). Οι εντάσεις ανάμεσα σε εθνοτικές ομάδες, οι διασυνοριακές διαφορές και η εδραίωση των γαλλικών στρατιωτικών και οικονομικών συμφερόντων στις πρώην αποικίες χαρακτηρίζουν την ιστορία των χωρών ως τις μέρες μας.

 

Οι άλλες  περιπτώσεις

 

Στις άλλες περιπτώσεις αποαποικιοποίησης κοινά χαρακτηριστικά υπήρξαν η ανάπτυξη εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων με έντονη την παρουσία των κομμουνιστών, η κατάρρευση των αποικιακών δομών εξαιτίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και η αδυναμία να αντισταθούν οι Ευρωπαίοι στο σαρωτικό κύμα αλλαγών του μεταπολεμικού κόσμου.  Οι ιταλικές αποικίες της Αφρικής και της Μεσογείου, όπως και οι  ιαπωνικές κτήσεις στη ΝΑ Ασία κατέρρευσαν με τη λήξη του πολέμου. Η ανεξαρτησία του Βελγικού Κονγκό (Ζαΐρ) υπήρξε ιδιαίτερη και δύσκολη. Η αναζήτηση νέων αγορών και ευκαιριών για το μεσοαστικό κεφάλαιο οδήγησε πολλούς Βέλγους και άλλους Ευρωπαίους στην εγκατάστασή τους στο Κονγκό μετά το 1945. Τα ορυχεία και οι φυτείες καφέ και φρούτων αποτέλεσαν τη βασική επιλογή των περισσοτέρων. Παρά το αντιαποικιακό κλίμα και τις πρώτες ανεξαρτησίες, οι Βέλγοι συνέχιζαν να συμπεριφέρονταν με αυταρχισμό. Όταν το 1959 θα εκδηλωθούν οι πρώτες αιματηρές εξεγέρσεις κατά των λευκών και υπό το βάρος των τεράστιων οικονομικών πόρων που απαιτούσε η διατήρηση ελέγχου της περιοχής, η βελγική κυβέρνηση αποφάσισε την άμεση αποχώρηση από τη χώρα. Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο δύσκολη για τους λευκούς, όταν μετά την ανεξαρτησία του 1960 η πρώτη κυβέρνηση του Κονγκό υπό τον μαρξιστή πρωθυπουργό Πατρίς Λουμούμπα εξέφρασε τη βούλησή της για εθνικοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας. Η καθοδηγούμενη από τις ΗΠΑ και τους Ευρωπαίους ανακήρυξη της αυτόνομης Δημοκρατίας της Κατάγκα υπό την προστασία Βέλγων αλεξιπτωτιστών βύθισε τη χώρα σε έναν εμφύλιο πόλεμο που έληξε το 1965 με την εξόντωση του Λουμούμπα και με την επανένωση της χώρας κάτω από τη στιβαρή ηγεσία του Μομπούτου, του πιστότερου συμμάχου της Δύσης στην περιοχή ως το τέλος του αιώνα. Στις άλλες δύο περιοχές που κατείχαν οι Βέλγοι, τη Ρουάντα και το Μπουρούντι, η λευκή διοίκηση θέλοντας να διατηρήσει τις θέσεις της χρησιμοποιούσε τις αντιθέσεις των δύο κυρίαρχων φυλών της περιοχής, των Χούτου και των Τούτσι. Οι Βέλγοι βασίζονταν στους Τούτσι, τους οποίους θεωρούσαν «ανώτερη φυλετικά ομάδα» από τους υπόλοιπους ιθαγενείς. Αυτή η διάκριση έμελλε να αποτελέσει τη βάση για τις αλλεπάλληλες διαφυλετικές συγκρούσεις που έλαβαν χώρα στην περιοχή επί πολλές δεκαετίες μέχρι την γενοκτονία της δεκαετίας του 1990. Η Ισπανία του Φράνκο, κοινωνικά διχασμένη και πολιτικά απομονωμένη, συμφώνησε το 1958 στην αποχώρηση από το ισπανικό Μαρόκο διατηρώντας τον έλεγχο μόνο των πόλεων Θέουτα και Μελίγια. Μετά τον θάνατο του Φράνκο το 1975 η Ισπανία αποχώρησε και από τη λεγόμενη Ισπανική Σαχάρα, κληροδοτώντας έναν πόλεμο στην περιοχή που σήμερα ονομάζεται  Δυτική Σαχάρα. Η Πορτογαλία ενεπλάκη σε αιματηρούς αποικιακούς πολέμους, καθώς  οι ανάγκες  της  μητρόπολης για πρώτες ύλες ήταν τεράστιες, ενώ ο αποικιακός στρατός χρησίμευε ως η διέξοδος για την απασχόληση της πορτογαλικής νεολαίας και ως ένα μέσο ενίσχυσης της δικτατορικής κυβέρνησης του Σαλαζαρ. Παρά τις  εξεγέρσεις  στο Πράσινο Ακρωτήρι, στη Γουινέα Μπισσάου, στην Αγκόλα και τη Μοζαμβίκη και την οικονομική αφαίμαξη που προκαλούσε η διατήρηση ενός πολυάριθμου αποικιακού στρατού, η κυβέρνηση σταθερά ηρνείτο την παραχώρηση ανεξαρτησίας. Μόνο μετά την «Επανάσταση των Γαρυφάλλων»  το 1974 και τον ενεργό ρόλο που διαδραμάτισαν οι δημοκράτες αξιωματικοί του αποικιακού στρατού οι Πορτογάλοι αποχώρησαν από τις τελευταίες κτήσεις τους.

Βιβλιογραφία

  • Λάμπρος Φλιτούρης, Αποικιακές αυτοκρατορίες. Η εξάπλωση της Ευρώπης στον κόσμο 16ος – 20ος αι., Ασίνη, Αθήνα 2015
  • Harry Magdoff, Αποικιοκρατία. Η ευρωπαϊκή επέκταση μετά το 1763, Μελάνι, Αθήνα, 2008.
  • John W. Young, Η Ευρώπη του ψυχρού πολέμου, 1945-1991 -πολιτική ιστορία, εκδ. Πατάκης, Αθήνα, 2004

 

 

Οι εβραϊκές κοινότητες και ο αντισημιτισμός ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση 

 

unnamed_41

 

 

 

«Εβραϊκές κοινότητες ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση 15ος-20ος αι. Οικονομία, κοινωνία, πολιτική, πολιτισμός» είναι ο τίτλος του τόμου των πρακτικών του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε στα Ιωάννινα τον Μάιο του 2015 (Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και Εβραϊκή Κοινότητα Ιωαννίνων) που κυκλοφόρησε πρόσφατα (2016) από τις  εκδόσεις Ισνάφι των Ιωαννίνων. Η επιμέλεια του φροντισμένου τόμου έγινε από τις καθηγήτριες ιστορίες του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Λήδα Παπαστεφανάκη και Άννα Μαχαιρά. Είναι εξαιρετικά δύσκολη η προσπάθεια να παρουσιαστεί ένας τόμος με 24 επιστημονικά άρθρα  διακεκριμένων ερευνητών από την Ελλάδα και το εξωτερικό και να καλυφθούν -εν συντομία- όλες οι ανακοινώσεις και οι πολύπτυχες οπτικές που αυτές περικλείουν. Η αδυναμία είναι αντικειμενική για οποιαδήποτε έκδοση τέτοιας μορφής αλλά για τον συγκεκριμένο τόμο η δυσκολία επιτέινεται, καθώς είναι πρακτικά αδύνατον να ξεχωρίσεις ένα κείμενο για να προκρίνεις την παρουσίασή του χωρίς να έχεις την αίσθηση ότι θα αδικήσεις κάποιο άλλο. Η επιστημονική αρτιότητα και η ποιότητα κειμένων που ασχολούνται με τις πολιτισμικές ταυτότητες των εβραϊκών κοινοτήτων, την εβραϊκή ταυτότητα στη λογοτεχνία, τις εβραϊκές κοινότητες στον ελλαδικό χώρο, τις επιχειρήσεις και τα δίκτυα αλλά και την Κατοχή, την Αντίσταση το Ολοκαύτωμα και τη διαχείριση της μνήμης είναι υψηλού επιπέδου. Επιλέγοντας  αναγκαστικά έναν θεματικό άξονα για την παρουσίαση, προέκρινα ίσως εκείνον που εμφανίζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον  για τον μέσο αναγνώστη και εμφανίζει διαχρονικά χαρακτηριστικά: τον αντισημιτισμό.

Ο Ρομέν Σλοκόμπ σε ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα με τίτλο Κύριε Διοικητά (εκδόσεις Πόλις, 2011), όπου ο ήρωας, ένας φανατικός αντισημίτης μπλέκει σε μια ερωτική ιστορία που θα τον φέρει στα όρια της προδοσίας και της ηθικής εξαχρείωσης, περιγράφει μέσα σε λίγες αράδες την μοίρα που επεφύλαξε η ιστορία στους Εβραίους: «Ο Φίλιππος Αύγουστος, με ένα διάταγμα του 1206 […] όρισε ότι οι Εβραίοι έπρεπε να φέρουν μια σφραγίδα που απεικόνιζε έναν μικρό τροχό. Λίγο αργότερα ο πάπας Ινοκέντιος Γ’ απαγόρευσε στους Εβραίους να ντύνονται όπως οι χριστιανοί. Και αργότερα πάλι κατά τον Μεσαίωνα, ο τροχός αντικαταστάθηκε από μια κουκούλα σε ζωηρό χρώμα και γελοίο σχήμα. Στην Αγγλία, το 1434, ο βασιλιάς Ερρίκος ΣΤ’ επέβαλε στα τέκνα του Αβραάμ να φέρουν ραμμένο επάνω στα ρούχα τους έναν πάνινο κίτρινο κύκλο».  Το χρονικό του αντισημιτισμού στην Ευρώπη είναι μακρύ και βαρύ και όψεις του επίσημου και ανεπίσημου αντισημιτισμού, θεσμικού ή όχι,  εξετάζουν εισηγήσεις που εστιάζουν τόσο στην ελληνική όσο και στην ευρωπαϊκή εμπειρία. Η Άννα Μαχαιρά στην συμβολή της σχετικά με την θέση των Εβραίων στην Γαλλία των επαναστάσεων του 18ου και 19ου αι. αναφέρεται διεξοδικά στο αντισημιτικό και αντι-ιουδαϊκό κλίμα που επικρατεί στη Γαλλία πριν το ξέσπασα της υπόθεσης Dreyfus που θα συγκλονίσει την Γαλλία και την Ευρώπη στο γύρισμα του αιώνα. Σ’αυτή τη μελέτη θα τονιστεί ιδιαίτερα η επιβίωση ενός καθημερινού αντισημιτισμού παρά τις προσπάθειες του ίδιου του επίσημου κράτους να ενσωματώσει τις εβραϊκές κοινότητες στην γαλλική κοινωνία μέσω θεσμικών πρωτοβουλιών αλλά και της βούλησης της ίδιας της ηγεσίας των Εβραίων της χώρας. Η ίδια μελέτη θα μας καταδείξει ότι παρά την σχετική αποδοχή μερίδας ευκατάστατων Εβραίων από τους αντίστοιχους μη-ιουδαϊκου θρησκεύματος επιχειρηματικούς κύκλους της χώρας, η καχυποψία και οι στερετοτυπικές προσεγγίσεις θα συνεχίσουν να ισχύουν τόσο στο χώρο της καθολικής εκκλησίας όσο και σε εκείνον της διανόησης. Το αντιεβραϊκό κλίμα που διατηρήθηκε όλο το χρονικό αυτό διάστημα ως μια «αναμενόμενη ή φυσιολογική» αντίδραση του χριστιανικού πληθυσμού θα γνωρίσει την πλήρη του έξαρση και την εδραίωσή του μετά την ήττα των Γάλλων το 1870 από τους Γερμανούς. Είναι η εποχή που θα διαδοθούν εντός και εκτός Γαλλίας -εν είδη επιστημονικής βεβαιότητας- τόσο οι θεωρίες παγκόσμιας συνομωσίας όσο και οι ρατσιστικές απόψεις περί βιολογικής κατωτερότητας των Εβραίων.

Αυτές οι απόψεις – τις οποίες το αναγνωστικό κοινό έχει την ευκαιρία να γνωρίσει καλύτερα από τις διεισδυτικές μελέτες του Πιέρ Αντρε Ταγκέφ- είχαν και μια πιο ευρεία διάδοση στις λαϊκές μάζες μέσω της παραθρησκευτικής φιλολογίας αιώνων που ενίσχυσε τις χριστιανικές δοξασίες όπως ή περίφημη «συκοφαντία του αίματος». Στο γύρισμα του 19ου αι. οι παλιές κατηγορίες για τις ανθρωποθυσίες των Εβραίων εις βάρος χριστιανών που είχαν οδηγήσει σε βιαιοπραγίες σε ολόκληρη την Ευρώπη ήδη από τον Μεσαίωνα, θα επιστρέψουν στις κοινωνίες όπως εκείνες του ελλαδικού χώρου που προσπαθούσαν καθυστερημένα και ασθμαίνοντας να εισέλθουν στην νέα εποχή. Πρόθυμα θα υιοθετηθούν αυτές οι δοξασίες από επαγγελματίες συγγραφείς και δημοσιογράφους στην Ελλάδα αλλά και στον χώρο της ελληνικής Διασποράς όπως μας πληροφορεί η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου στην δική της εισήγηση. Μια συμβολή που έρχεται να τοποθετήσει την ερευνητική ματιά για την ελληνική περίπτωση στα ευρύτερα πλαίσια ανάπτυξης του αντισημιτισμού σε ένα πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Αυτό ακριβώς το δίπολο προσέγγισης της θεματικής του αντισημιτισμού σε ένα τοπικό επίπεδο (ελλαδικός χώρος) και σε ένα ευρύτερο (ευρωπαϊκό) επίπεδο αλλά και μιας μελέτης του ζητήματος τόσο στο επίπεδο των συλλογικών νοοτροπιών και όσο και στην εκδήλωσή του στο επίπεδο του θεσμοθετημένου αντιεβραϊσμού εξετάζουν και μια σειρά από άλλες εισηγήσεις. Ο Σάκης Γκέκας μας μεταφέρει στην Κέρκυρα όταν τα Ιόνια νησιά ενώνονται με το ελληνικό βασίλειο. Η ένταξη στον ελληνικό κορμό μιας ισχυρής εβραϊκής κοινότητας με διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνες της κλασικής Ελλάδας, έφεραν το ζήτημα του αντισημιτισμού στο επίκεντρο ενός εθνικού πλέον ενδιαφέροντος. Η παράδοση των αντιεβραϊκών εκδηλώσεων που είχαν σημειωθεί στον ευρύτερο χώρο των Ιονίων τα περασμένα έτη και που είχαν αναφορά στις λαϊκές δοξασίες, καθώς και οι λογικές της συμβίωσης των διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων, θα απασχολήσουν ποικιλοτρόπως τόσο σε τοπικό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Όταν το 1890 ιδρύθηκε στην Αθήνα η Ισραηλιτική Αδελφότητα θα προκληθεί αντισημιτική εκστρατεία δια του Τύπου και ένας δημόσιος διάλογος που θα φέρει στο επίκεντρο δίπλα στις κλασικές δοξασίες για την «ανθροποθυσία παρά τους Ιουδαίοις» μια φοβική αναφορά στην «παγκόσμια αγανάκτηση εναντίον της απανθρώπου και ειδεχθούς δεσποτείας των Ιουδαίων». Ο Φίλιππος Κάραμποτ στην ενδιαφέρουσα μελέτη του για την Ισραηλιτική Αδελφότητα θα σταθεί στις αντιδράσεις μέρους του ορθόδοξου κλήρου και του δημοσιογραφικού κόσμου που υιοθέτησαν τις -εξαιρετικά δημοφιλείς- θεωρίες περί ενός διεθνούς ιουδαϊκού κέντρου που απεργάζεται τον έλεγχο του κόσμου. Κι αυτό  την ώρα που οι Εβραίοι της Αθήνας τόνιζαν σε όλους τους τόνους την επιθυμία ένταξής τους στον «νεωτερικό κόσμο των εθνικών»!

Τις αντιστοιχίες του  ελληνικού αντισημιτισμού με τον παγκόσμιο αντισημιτισμό θα τις συναντούμε συνεχώς κατά την εξέταση της πορείας της ιστορίας του ελληνικού εβραϊσμού. Κατά την άποψή μου δεν μπορούμε να διακρίνουμε μια εξαίρεση στην μορφή που έλαβε ο αντισημιτισμός στην Ελλάδα. Στη χώρα μας διαμορφώθηκε μια σταθερή αντισημιτική παράδοση που ενείχε τόσο τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής χριστιανικής οπτικής για τον Εβραίο όσο και στοιχεία από τον νεωτερικό ευρωπαϊκό αντισημιτισμό. Σ’αυτή την δεδομένα δύσκολη και πολλές φορές αμήχανη προσέγγιση των σχέσεων χριστιανών και εβραίων στον ελληνικό χώρο (αλλά και στη Διασπορά) νομίζω ότι πολλές πτυχές φωτίζουν αποφασιστικά τα άρθρα της Λήδας Παπαστεφανάκη και της Άννας Μανδυλάρα για τα Γιάννενα και τα εμπορικά δίκτυα μεταξύ Ανατολής και Δύσης (με επίκεντρο την Μασσαλία) αντίστοιχα.

Θα σταθώ κυρίως στη συμβολή του Γιώργου Μαργαρίτη που προσπαθεί με μια ματιά- τολμηρή όπως μας έχει συνηθίσει άλλωστε- να μιλήσει για τον λεγόμενο «οικονομικό αντισημιτισμό». Τον αντισημιτισμό  δηλαδή που εκδηλώθηκε όχι μόνο ως ένας ανταγωνισμός μεταξύ χριστιανών και εβραίων εμπόρων τόσο από τα προεπαναστατικά χρόνια όσο και κυρίως μετά την ενσωμάτωση της Μακεδονίας. Ο Μαργαρίτης προτείνει μια προσέγγιση του ελληνικού οικονομικού αντισημιτισμού και ως αποτέλεσμα μιας  εξ αντανακλάσεως οπτικής για τον εβραϊκό κίνδυνο κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στην διατυπωμένη κατά τις δεκαετίες του 1920 και 1930 εκ μέρους του Αμερικάνου επιχειρηματία Χένρυ Φόρντ θεωρίας για την εβραϊκή οικονομική κυριαρχία στον κόσμο. Αναλύοντας λοιπόν μια σειρά από «τεχνικές παραμέτρους» όπως τις ονομάζει, καταλήγει στο ότι «η εργαλειοποίηση του αντισημιτισμού στην εποχή του  κυρίαρχου καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που ξεκίνησε με τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, έδωσε στον καιρό του πολέμου και κρίσης επιχειρήματα, μεταφυσικά μεν στην εκφορά τους, εξαιρετικά «τεχνικά» όμως στην πολιτική, κοινωνική και πρακτική εφαρμογή τους».

Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης εξετάζοντας τη σχέση χριστιανισμού και αντισημιτισμού πριν και μετά το Ολοκάυτωμα τονίζει δύο σημαντικά στοιχεία που μπορούν να βοηθήσουν στην ερμηνεία της διαιώνισης του αντι-ιδουαϊκού λόγου  και του αντίστοιχου μίσους: της καταδίκης των Ιουδαίων  στην  ίδια την Καινή Διαθήκη που αποτελεί τη βάση της χριστιανικής πίστης και στην αντι-αιρετική στάση της Εκκλησίας που οφείλει με βάση την λογική της να επιβεβαιώνει την μία και μόνη αλήθεια ακόμα και απέναντι στους Εβραίους που δεν έχουν προσηλυτιστική τάση αλλά απλά αποτελούν την απαρχή των αιρέσεων ή αλλιώς «την αίρεση των αιρέσεων».  Ωστόσο, θα γίνει μια εκτενής παρουσίαση και των βημάτων εκείνων που έκανε μετά τον πόλεμο η  δυτική Εκκλησία για την αναγνώριση των σχέσεων με τον Ιουδαϊσμό  αλλά και των ευθυνών της κατά την περίοδο του ναζισμού. Θα μου επιτραπεί να θεωρήσω το κείμενο του Ζουμπουλάκη μια απαραίτητη βάση –τόσο ερμηνευτική όσο και βιβλιογραφική- για την μελέτη αυτής της ιδιαίτερης και ευαίσθητης σχέσης της χριστιανικής διανόησης και θεολογίας με το ζήτημα του Εβραϊσμού, ενώ δεν θα παραβλέψω το σκωπτικό υστερόγραφό του: στο κείμενό του δεν έκανε λόγο παρά για την καθολική εκκλησία και θεολογία. Δεν αναφέρθηκε καθόλου στην Ορθόδοξη εκκλησία καθώς η «φριχτή είδηση της εξόντωσης των Εβραίων στο Άουσβιτς δεν έχει φτάσει ακόμα στα αυτιά της».

Ολοκληρώνοντας τις παρατηρήσεις για τον αντισημιτισμό ως θεματική αυτού του τόμου δεν θα ήθελα να παραβλέψω τις σχετικές αναφορές που κάνουν δύο άλλα άρθρα: ο Χάγκεν Φλάισερ και Άννα Μαρία Δρομπούκη στη μελέτη τους για την ανακάλυψη από το γερμανικό κοινό του τραυματικού παρελθόντός τους μέσω της τηλεοπτικής σειράς «Ολοκαύτωμα» κάνουν λόγο για τις αντισημιτικές κριτικές που δέχθηκε η παραγωγή από την άκρα Δεξιά (αλλά και στην κριτική για την αισθητικοποίηση της Shoah από την άλλη πλευρά). Η Ελένη Μπεζέ τέλος, θα αναφερθεί μεταξύ άλλων στον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν από τους Εβραίους Αριστερούς και τους Εβραίους Σιωνιστές επιζώντες στην μεταπολεμική Ελλάδα οι ειδήσεις για κρούσματα αντισημιτισμού στην Ευρώπη των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων.

Ο τόμος φιλοξενεί επίσης άρθρα της Ρίκα Μπενβενίστε για την ιδέα της εξορίας και την επαναδιαπραγμάτευση της ιστοριογραφίας της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, της Δ. Λάππα για τα πολιτισμικά δίκτυα και την κινητικότητα στην Αν.Μεσόγειο κατά τον 18ο αι., δύο άρθρα του Δημ.Καργιώτη και της Ε.Κουρμαντζή για τον γιαννιώτη ποιητή του Μεσοπολέμου Γιωσέφ Ελιγιά, του Ευ.Χεκίμογλου για τον Σεφαραδισμό στην μακρά παρουσία του στη Θεσσαλονίκη, του Ε. Ginio για την κοινότητα της Καβάλας, του Ανδ. Μπουρούτη για τον γαλλογερμανικό ανταγωνισμό των αφομοιωτικών οργανώσεων των Εβραίων,  των Ιωάννα Σαπφώ-Πεπελάση και Δημ.Βαρβαρίτη για την ιστορία της εβραϊκής επιχειρηματικότητας, της Μ.Φράγκου για την στάση της Ιταλίας απέναντι στους Εβραίους στις κατεχόμενες χώρες, της Μ.Καβάλα για τις εκτελέσεις Εβραίων επί Κατοχής από τις γερμανικές αρχές κατοχής, της Οντέτ Βαρόν-Βασσαρ για την συμμετοχή Εβραίων στις αντιστασιακές οργανώσεις, του Ι.Χανδρινού για το ρόλο του ΕΑΜ στη σωτηρία Εβραίων και μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση του  Michal Corvin για την μνήμη του Ολοκαυτώματος.

Συνοπτικά, ο τόμος δεν περιορίζεται ούτε σε μια τοπική διάσταση μελέτης της ιστορίας των εβραϊκών κοινοτήτων ούτε αρνείται τις τοπικές ιδιαιτερότητες που καθόρισαν την ιστορική πορεία του ελλαδικού εβραϊσμού. Οι μελέτες στις οποίες αναφέρθηκα εκτενέστερα είναι χαρακτηριστικές του πνεύματος που διαπνέει ολόκληρο το έργο: της βούλησης να εξεταστούν οι εβραϊκές κοινότητες ακριβώς εκεί που ήταν και είναι δηλαδή ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση. Και στην περίπτωση του αντισημιτισμού ακριβώς ανάμεσα σε μια  «παραδοσιακή» μορφή «λαϊκού αντι-ιουδαϊσμού» που έρχεται μαζί με  την ανατολική καταγωγή των δύο θρησκειών και με την νεώτερη μορφή του αντισημιτισμού που συνοδεύει λειτουργικά το αντι-νεωτερικό πνεύμα  του αντι-διαφωτισμού που έρχεται από την Δύση. Αλλά αυτό είναι μια άποψη που οδηγεί αναπόφευκτα σε μια συζήτηση που μοιάζει επιτέλους να μπορεί να γίνει απελευθερωμένη από τις προκαταλήψεις και τις δεσμεύσεις του παρελθόντος, ακόμα και από τις απλουστευτικές παρερμηνείες.

 

Περί Ιστορίας και άλλων δαιμονίων