«Κατοχική βία 1939-1945: Η ελληνική και ευρωπαϊκή εμπειρία»

44332977_298375264093428_6054905092715315200_n

«Κατοχική βία 1939-1945: Η ελληνική και ευρωπαϊκή εμπειρία»

Στις 16 και 17 Αυγούστου 2014 πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία μεταξύ του Δήμου Νικολάου Σκουφά Άρτας και του Τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων διεθνές επιστημονικό συνέδριο με θέμα «Κατοχική βία 1939-1945: Η ελληνική και ευρωπαϊκή εμπειρία». Εβδομήντα ένα χρόνια μετά την τραγική καταστροφή της κοινότητας του Κομμένου από τις γερμανικές δυνάμεις Κατοχής, Έλληνες και ξένοι ιστορικοί προσπάθησαν να προσεγγίσουν κατά τη διάρκεια των δύο αυτών ημερών πτυχές της βίας που ασκήθηκε από τους Γερμανούς κατακτητές και τους συνεργάτες τους. Ο τόμος εκδόθηκε το 2016 χρόνια από τις εκδόσεις Ασίνη. Βασίστηκε δε σε εισηγήσεις του συνεδρίου και έρχεται να συνεισφέρει στην πλούσια ιστοριογραφική έρευνα που έχει παραχθεί τα τελευταία χρόνια, αποσκοπώντας στην πολυεπίπεδη μελέτη της ταραγμένης δεκαετίας του 1940 στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Τον τόμο επιμελήθηκαν οι Β.Τζούκας, Σ.Δορδανάς, Λ.Φλιτούρης και Βασιλίκή Λάζου, ενώ με τις μελέτες τους έχουν συνεισφέρει εκτός από τους επιμελητές οι Παναγιώτης Αμπεριάδης, Δημήτρης Αποστολόπουλος, Fabien Archambault, Loic Artiaga, Isabella Insovibile, Ben Sepherd, Ηλίας Σκουλίδας, Δημήτρης Σκαλτσής, Ελένη Πασχαλούδη, Ζέτα Παπανδρέου, Μαρία Παναγιωτοπούλου, Σταυρούλα Μαυρογένη, Χρίστος Μάης, Έλλη Λεμονίδου, Βάιος Καλογρηάς, Alexandar Zidovic και Μιχάλης Δεσύπρης.

 

Η δική μου οπτική θα επικεντρωθεί στο ζήτημα της βίας, της ναζιστικής βίας ως γενεσιουργού συστατικού του ναζιστικού καθεστώτος, διαμορφωτή της πολιτικής εξουσίας και της στρατιωτικής παρουσίας κατά το διάστημα 1933-1945 αλλά -για να εντάξουμε και τον ιταλικό φασισμό- και της περιόδου από το 1922. Παράλληλα θα παρουσιάσω τα άρθρα που εξετάζει ο τόμος αναφορικά με τις εξωελλαδικές εμπειρίες της κατοχικής βίας.

Η μελέτη της βίας που ασκήθηκε την περίοδο της Κατοχής έχει απασχολήσει, απασχολεί και αναπόφευκτα θα απασχολεί  και μελλοντικά τους ερευνητές. Συνήθως η έννοια και οι διαστάσεις της βίας και της τρομοκρατίας εξετάζονται στο πλαίσιο τόσο της έξαρσης των εθνικισμών και της εδραίωσης των ολοκληρωτισμών στον ευρωπαϊκό χώρο κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, όσο και ως αποτέλεσμα της κυριαρχίας στην Γερμανία μιας αναθεωρητικής, αντικοινοβουλευτικής, ολοκληρωτικής και ρατσιστικής ιδεολογίας. Αναρωτιόμαστε συχνά αν η βία της περιόδου που εξετάζει ο τόμος ήταν το προϊόν του τυφλού φανατισμού ενός καθεστώτος που έβλεπε να πλησιάζει η ώρα μιας τελικής αναμέτρησης, ειδικά μετά τη συμμαχική απόβαση στη Σικελία το 1943 και τους αλλεπάλληλους συμμαχικούς βομβαρδισμούς στην ίδια τη Γερμανία. Ο σπουδαίος γερμανός κοινωνιολόγος Νόρμπερτ Ελίας έγραφε το 1961 με αφορμή τη δίκη του Άιχμαν στο Ισραήλ ότι «όπως τα άγρια ζώα, έτσι και τα ισχυρά έθνη γίνονται πολύ ε[επικίνδυνα όταν νιώσουν στριμωγμένα, όταν αισθάνονται ότι η ισορροπία δυνάμεων γέρνει σε βάρος τους, ότι οι αξίες τους απειλούνται κι η υπεροχή τους αργοσβήνει. Όταν παρατηρούνται αυτά τα φαινόμενα, οι άνθρωποι συνήθως καταφεύγουν στη βία».

Να είναι λοιπόν μια νομοτέλεια η κλιμάκωση της βίας που παρατηρήθηκε στη δεκαετία του 1940 και ειδικά μετά τις πρώτες μεγάλες γερμανικές ήττες; Ή μήπως με έναν τέτοιο χρονικό περιορισμό υποβαθμίζουμε τη βία του ναζιστικού καθεστώτος από το 1933 ως τότε;

Μήπως η πρωτόγνωρη βία του 1943, του 1944 και του 1945  ήταν το αποτέλεσμα επίσημων εντολών του καθεστώτος για μηδενική ανοχή στις χώρες και στις περιοχές που δεν είχαν υποκύψει και που ανέπτυξαν αντιστασιακή δράση; Μπορεί να ερμηνευθεί μόνο στο πλαίσιο του σχεδίου για την θεμελίωση ενός «λαϊκού κράτους στη Γερμανία» με εξάντληση κάθε πλουτοπαραγωγικής πηγής των κατεχόμενων χωρών στα πλαίσια μιας «συμφωνίας» ανάμεσα στην πλειοψηφία του γερμανικού λαού και της ηγεσίας του όπως υποστήριξε ο Ali Gotz ;

Μήπως όμως ήταν αποκλειστικά το αποτέλεσμα μιας σχιζοφρενικής πρόσληψης της πραγματικότητας, όπως έχει διατυπωθεί γενικότερα για το ναζιστικό φαινόμενο ή μήπως ερμηνεύεται από τον  υπερβάλλοντα ζήλο φιλόδοξων και ίσως σαδιστών αξιωματικών της Βέρμαχτ;   Κάτι τέτοιο δεν θα οδηγούσε την μεθοδικά σχεδιασμένη μαζική και εν ψυχρώ δολοφονία ανθρώπων να θεωρηθεί από τη μια ως κάτι το μοναδικό ταυτόχρονα όμως και ως μια εξαίρεση που υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν μπορεί να επαναληφθεί; Δεν θα υπήρχε τότε ο κίνδυνος να θεωρήσουμε τον κίνδυνο περασμένο, τα ξεσπάσματα αγριότητας και ωμότητας να μην τα εντάξουμε ερμηνευτικά στις τάσεις που δυνητικά ενυπάρχουν στις σύγχρονες κοινωνίες; Αυτές οι «παρηγορητικές» ερμηνείες- κατά τον ορισμό του Ελίας- ενέχουν πολλούς κινδύνους. Η  ανάλυση του φαινομένου της ναζιστικής βίας – αλλά και της ίδιας της εμφάνισης του ναζισμού –   δεν πρέπει και δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη, καθώς κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στην μονοαιτιακή εξήγηση πολλών πτυχών της περιόδου πράγμα εξαιρετικά προβληματικό.

Ο Έντσο Τραβέρσο θυμίζει ότι ο Ναζισμός έβαλε ως στόχο του την καταστροφή της οικουμενικής έννοιας της ανθρωπότητας, που είχε προωθήσει ο Διαφωτισμός και είχε εκδηλωθεί με την Γαλλική Επανάσταση. Μια έννοια που διατηρήθηκε και διευρύνθηκε από τις σύγχρονες δημοκρατίες της Δύσης. Ωστόσο, η ευρωπαϊκή κοινωνία γαλουχήθηκε με διαφόρων μορφών βία: Από το γύρισμα του αιώνα γινόταν λόγος όλο και ευρύτερα για την βία των απρόσωπων πόλεων και για την επικράτηση της τεχνολογίας επί του ανθρώπου. Το μεταλλαγμένο αστικό τοπίο που διαμόρφωνε νέες αισθητηριακές εμπειρίες και νοοτροπίες όπως σημείωνε το 1902 ο Georg Simmel στην «Μητροπολιτική αισθητική» δημιουργούσε το καθημερινό πλαίσιο κανονικοποίησης μιας μορφής βίας. Ο ιμπεριαλισμός και η αποικιοκρατία μέσω της διατύπωσης των απόψεων περί φυσικής ανωτερότητας της λευκής φυλής, και της εκπολιτιστικής αποστολής της στον κόσμο, καθώς και θεωρία ότι η εξόντωση κατώτερων φυλών ήταν αναπόφευκτη συνέπεια της προόδου, όλα αυτά τα βασικά στοιχεία της ναζιστικής ιδεολογίας αποτελούσαν κοινούς τόπους στον ευρωπαϊκό πολιτισμό του 19ου αιώνα. Το ξέσπασμα της παράλογης βίας του 1914-1918, η ιστορική εμπειρία του και ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώθηκε ο μεσοπολεμικός κόσμος χαρακτηρίζουν την παρακμή της Δύσης ως φορέα του πολιτισμού και ερμηνεύουν εν μέρει –και μόνο εν μέρει- την ιδεολογικοποίηση της βίας μέσω του φασισμού και του ναζισμού. Ο Ludwig Bauer έγραφε το 1932 «ότι το τραίνο της ιστορίας τρέχει προς το νέο Μεσαίωνα που τον ζούμε ήδη χωρίς να τον φανταστούμε» και πρότεινε είτε να διαβάσουμε πάλι τον Βολταίρο ή ακόμα καλύτερα να έρθει πίσω ένας Βολταίρος. Εις μάτην. Αντίθετα, επικράτησε η ιδεολογία της βίας, η θεοποίηση της θυσίας, ο τρόμος και η έκρηξη του νεωτερικού βαρβαρισμού

Αναζητώντας  τις ερμηνείες για την βία του Β’Παγκοσμίου Πολέμου πρέπει να επικεντρωθούμε στην ίδια τη μήτρα του ναζισμού δηλαδή στις συνθήκες εκείνες που επέβαλαν το δυνάμωμα τέτοιων απόψεων με αποτέλεσμα την καταρράκωση κάθε έννοιας ανθρωπισμού και πολιτισμού. Ίσως έτσι  μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα το φαινόμενο. Επιστρέφοντας στην προπολεμική περίοδο – κυρίως της Γερμανίας – οφείλουμε να συνεξετάσουμε  τις κοινωνικές ανισότητες του Μεσοπολέμου, την ανεργία και την ανασφάλεια, την κατακρήμνιση των ηθικών αξιών και των οικογενειακών δεσμών, την απαξίωση της παιδείας και του πνευματικού κόσμου, την  εύκολη αποδοχή και ερμηνεία των δυσκολιών και των αδιεξόδων των κοινωνιών της εποχής με βάση την συνωμοσιολογία και την ευθύνη συγκεκριμένων κοινωνικών τάξεων και εθνοφυλετικών ομάδων, και εντέλει τα αδιέξοδα ενός οικονομικού, πολιτικού και κοινωνικού μοντέλου που για να επιζήσει έψαξε, δημιούργησε και επέβαλε αποδιοπομπαίους τράγους.

Η συγκριτική παρουσίαση του φαινομένου μεταξύ ελληνικής και ευρωπαϊκής περίπτωσης μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τις συνολικότερες διαστάσεις του φαινομένου και να εντάξουμε τις ερμηνευτικές προσπάθειες στα ευρύτερα πλαίσια της περιόδου. Η περιγραφή των ναζιστικών θηριωδιών κατά τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελεί εδώ και δεκαετίες μια εξαιρετικά δύσκολη αποστολή ακόμα και για τον επαγγελματία ιστορικό. Ομοίως πιο δύσκολο είναι  να περιγράψουμε την ψυχοσύνθεση των αξιωματικών –αλλά και των στρατιωτών- που βαρύνονται με τις σφαγές σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Αυτήν ακριβώς την σχέση της ναζιστικής ιδεολογίας με την κλιμάκωση που έλαβε η βία στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη γένεση του αντιστασιακού κινήματος προσεγγίζει σε μια πανοραμική  εισαγωγική μελέτη ο Βαγγέλης Τζούκας. Για τον συγγραφέα, που και σε άλλες μελέτες του έχει ασχοληθεί με την ηδονιστική σαγήνη της ναζιστικής βίας,  η βία που ασκήθηκε από τις γερμανικές δυνάμεις και τους συμμάχους τους κατά τη διάρκεια του Πολέμου εναντίον των αντίπαλων στρατιωτών αλλά και του άμαχου πληθυσμού της κατεχόμενης Ευρώπης συναρτάται απόλυτα με τη ναζιστική κοσμοθεωρία και αποτελεί σαφή ένδειξη του μέλλοντος που ανέμενε τους πληθυσμούς σε περίπτωση τελικής γερμανικής επικράτησης.  Από την άλλη πλευρά η Ευρωπαϊκή Αντίσταση, παρά τις αδυναμίες, τις αποτυχίες και τις αντιφάσεις της, αποτυπώνει τον χαρακτήρα που έλαβε σταδιακά ο πόλεμος με την εμπλοκή σε αυτόν μείζονων κοινωνικών συλλογικοτήτων από ευρωπαϊκές χώρες με εντελώς διαφοροποιημένα χαρακτηριστικά, γεγονός ουσιαστικά πρωτοφανές στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια ιστορία.

Ο Σέρβος καθηγητής Alexander Zivotic προτείνει μια τυπολογία της βίας στον γιουγκοσλαβικό χώρο, ενώ τις διαστάσεις της γιουγκοσλαβικής Αντίστασης αλλά και της εμφυλιοπολεμικής βίας εξετάζει  ο Ben Shepherd, ειδικός στην στρατιωτική και γερμανική ιστορία του Β’Παγκοσμίου Πολέμου. Ειδικά η περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας μας επιτρέπει να εξάγουμε μια σειρά από χρήσιμα συμπεράσματα και να χρησιμοποιήσουμε πρόσφορα μεθοδολογικά εργαλεία για μια συγκριτική προσέγγιση της πραγματικότητας στον ευρύτερο βαλκανικό χώρο.

Η αποτύπωση και η διαχείριση της μνήμης της περιόδου, οι εθνικές πρακτικές, οι χρήσεις της ιστορικής εμπειρίας και οι επιπτώσεις της στις μεταπολεμικές γενιές καλύπτουν το εκτενέστερο μέρος του τόμου. Η αποτύπωση της σύνθετης σχέσης μεταξύ ιστορικού τραύματος και μνήμης, και ειδικότερα, η έκφρασή της στη δημόσια σφαίρα, στις κρατικές πολιτικές παιδείας, στις τέχνες και η ανάδειξη της περιόδου σε έναν παραδειγματικό χαρακτήρα για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες απασχολεί έξι μελέτες. Η Isabella Insovibile ασχολείται με τη διττή διάσταση  που κατέχουν στη συλλογική μνήμη των σύγχρονων Ιταλών δύο τραγικά γεγονότα: Η καταστροφή του Δομένικου από τις ιταλικές δυνάμεις αλλά και η σφαγή των Ιταλών στρατιωτών της Κεφαλονιάς από τη Βέρμαχτ. Πώς δηλαδή ενυπάρχουν στην ιστορική εμπειρία της κατοχής στην Ελλάδα τόσο η πραγματική διάσταση του Ιταλού-κατακτητή όσο και του Ιταλού-θύματος και κάπου εκεί ανάμεσα ο περίφημος μύθος του «Καλού Ιταλού». Η συγκεκριμένη δόκιμη ιστορικός χάρη σε μια σειρά αποχαρακτηρισμένα δικαστικά αρχεία εργάζεται τα τελευταία χρόνια για την ανάδειξη των Ιταλών ως θύτες και θύματα της βίας, ενώ πρόσφατα εξέδωσε μια σημαντική μονογραφία για την περίπτωση της Κεφαλονιάς.  Την δυσκολία αποτύπωσης και διαχείρισης της μνήμης της περιόδου σε εθνικό και τοπικό επίπεδο προσεγγίζει ο Fabien Archambauld,  αξιοποιώντας το ενδιαφέρον παράδειγμα ενός ξεχασμένου «εθνικού» μνημείου για την Αντίσταση και τον ανταγωνισμό των αντιστασιακών οργανώσεων για την διαχείριση και την πολιτική εκμετάλλευση της ασκούμενης κατοχικής βίας στην κεντρική Γαλλία. Μια συμβολή που αναπόφευκτα θα οδηγήσει τον υποψιασμένο αναγνώστη σε αναγωγές για δικά μας ξεχασμένα μνημεία, ξεθωριασμένους εορτασμούς –με κορυφαίο ίσως παράδειγμα τον Γοργοπόταμο- και σε έναν αναστοχασμό των πολιτικών σημαινομένων των μνημονικών τόπων της περιόδου τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη: αλήθεια ποιος σήμερα θυμάται τι άλλο γιορτάζουμε ή τιμούμε στην 25η Νοεμβρίου εκτός από την Αγία Αικατερίνη;    Η Έλλη Λεμονίδου εξετάζει την περίπτωση της Πολωνίας, μιας χώρας που γνώρισε την αλόγιστη βία τόσο απέναντι στους σλάβικους όσο και στους εβραϊκούς πληθυσμούς, ένα παρελθόν που στιγμάτισε την συλλογική μνήμη της χώρας δημιουργώντας μια παράλληλη καλλιτεχνική παραγωγή που αποτυπώνει, συντηρεί και ανοίγει συνεχώς νέους δρόμους διαλόγου τόσο στην επιστημονική όσο και στην δημόσια ιστορία.  Ειδικότερα επικεντρώνεται στον δημόσιο λόγο και στην σχετική κινηματογραφική παραγωγή, καθώς ένα από τα πλέον προσφιλή θέματα των ιστορικών σπουδών είναι η διαχείριση των επίμαχων και τραυματικών ζητημάτων του παρελθόντος, τα οποία πολύ συχνά διχάζουν τις σύγχρονες κοινωνίες σε επίπεδο δημόσιας και ακαδημαϊκής συζήτησης, ο ρόλος της κινηματογραφικής εικόνας ως φορέα μετάδοσης της ιστορικής γνώσης διερευνάται με αναβαθμισμένο ενδιαφέρον, καθώς η επίδραση που μπορεί να ασκήσει ο κινηματογράφος στην εκλαΐκευση της ιστορικής γνώσης, στη διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης, αλλά και στην αντιμετώπιση των συλλογικών τραυμάτων του παρελθόντος είναι ιδιαιτέρως σημαντική. Ο Loic Artiaga, με αφορμή την τραγωδία του Oradur-Sur-Glane στην Κεντρική Γαλλία, τόπος που έλαβε χώρα η μεγαλύτερη σφαγή αμάχων που γνώρισε η Γαλλία κατά τον πόλεμο (642 άμαχοι εκ των οποίων 207 παιδιά) και αποτελεί την μοναδική περίπτωση ολικής καταστροφής ενός οικισμού  και που από μια τραγική σύμπτωση έγινε την ίδια  μέρα με την καταστροφή του Διστόμου, επιχειρεί μια ιδιαίτερη προσέγγιση, αξιοποιώντας τα εργαλεία της πολιτισμικής ιστορίας. Στη Γαλλία, κατά το 1944 αυξήθηκαν οι απώλειες μεταξύ των αμάχων, όταν οι γερμανικές δυνάμεις που ήρθαν από την Ανατολική Ευρώπη, εισήγαγαν μεθόδους που οι Γάλλοι δεν γνώριζαν , εκτός βέβαια  από τους πληθυσμούς που είχαν χαρακτηριστεί από τους ναζί και το καθεστώς του Βισί δηλαδή τους Εβραίους, τους Τσιγγάνους, τους ομοφυλόφιλους, τους κομμουνιστές: τρομοκρατία, αντίποινα σε άντρες και γυναίκες που βοηθούσαν τους αντιστασιακούς, σφαγές που επεκτάθηκαν σε ολόκληρες κοινότητες.  Αυτή η ακραία βία θα επεκταθεί μετά τις νίκες των Συμμάχων και την επερχόμενη Απόβαση. Η Σταυρούλα Μαυρογένη προβαίνει σε μια επισκόπηση της αποτύπωσης και της χρήσης της μνήμης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στα σχολικά εγχειρίδια της πρώην Γιουγκοσλαβίας ανοίγοντας τα ερωτήματα για το πώς μπορεί –και αν μπορεί- να διδαχθεί στους μαθητές η κατοχική βία και στα πλαίσια ποιου αφηγήματος. Ένα άρθρο που γνωρίζει μια σημαντική επικαιρότητα αν αναλογιστούμε τον δημόσιο διάλογο των τελευταίων εβδομάδων για την ανάγκη επανασχεδιασμού των σχολικών προγραμμάτων στην  Ελλάδα με στόχο να περιληφθούν στην διδακτέα ύλη η ξεχασμένη Αντίσταση και ο αγνοημένος Εμφύλιος.  Ο  Ηλίας Σκουλίδας μάς εισάγει στις ιστοριογραφικές προσεγγίσεις του πολέμου στην μεταπολεμική Αλβανία θέτοντας ταυτόχρονα ερωτήματα τόσο για την προέλευση της βίας στην γειτονική χώρα όσο και για την αξιοποίηση του παρελθόντος από τις κομμουνιστικές κυβερνήσεις.  Μια εργασία που η συμβολή της εντοπίζεται κατά την άποψή μου σε δύο άξονες με εξαιρετικό ενδιαφέρον: μας εισάγει στην διαδικασίας διαμόρφωσης ενός βασικού πυλώνα του μεταπολεμικού χοτζικού καθεστώτος δηλαδή στο πώς θεμελιώθηκε ο μύθος της εθνικής αντίστασης στην Αλβανία μέσω της κατοχικής εμπειρίας και επιπρόσθετα στις ιστοριογραφικές αναζητήσεις και επαναδιατυπώσεις ακόμα και στην δημόσια σφαίρα του παρελθόντος με στοχεύσεις εκτός των άλλων και την χρήση της Ιστορίας από την πολιτική. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που είναι γνωστό και στην Ελλάδα κυρίως μέσω του δημοσίου διαλόγου για τον εμφύλιο πόλεμο που έλαβε σαφή χαρακτηριστικά ιδεολογικοπολιτικου ανταγωνισμού με προεκτάσεις στις σύγχρονες πολιτικές αντιθέσεις.

Η αναγέννηση και η διάδοση των ακροδεξιών κινημάτων σε ολόκληρη την Ευρώπη κατά τον τρέχοντα αιώνα συνοδεύεται από την αναπαραγωγή των βίαιων μεθόδων άσκησης της πολιτικής τόσο στο λόγο όσο και στην πράξη. Η συμβολή του ιστορικού συνίσταται σήμερα στη συγκρότηση μιας υπεύθυνης ιστορικής συνείδησης και στην παραγωγή μιας κριτικής ερμηνείας του παρελθόντος. Ο ιστορικός δεν μπορεί και δεν πρέπει να μένει αυτό-εγκλωβισμένος σε μια επιζήμια από πολλές απόψεις ουδετερότητας. Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να ζούμε με την ψευδαίσθηση της ουδετερότητας. Οφείλουμε να έχουμε πολιτική τοποθέτηση αλλά και να έχουμε επίγνωση της θέσης από την οποία εκφέρουμε δημόσιο λόγο.

Ο συγκεκριμένος συλλογικός τόμος αφιερώνεται στη μνήμη των 317 θυμάτων της σφαγής του Κομμένου και σε όσους επέζησαν της τραγωδίας. Θα μπορούσε προφανώς και με μια πιο εκτεταμένη θεώρηση να αφιερωθεί στη μνήμη και όλων όσων έπεσαν θύματα του φασιστικού και ναζιστικού ολοκληρωτισμού όχι μόνο κατά την περίοδο του πολέμου 1939-1945 αλλά γιατί όχι από την άνοδο του Χίτλερ στη Γερμανία το 1933 ή ακόμα και του Μουσολίνι στην Ιταλία του 1922. Γιατί όχι και στα θύματα του σύγχρονου ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας, στους σύγχρονους μάρτυρες της ναζιστικής βίας είτε λέγονται Σαχζατ ή Παύλος.

 

(από την παρουσίαση του τόμου στα Ιωάννινα, 26/10/2018, στο «Θυμωμένο Πορτραίτο», διοργάνωση «Το Μπακίρι»)

 

 

 

Advertisements

Γιάννινα 1948: το Καλοκαίρι του Διχασμού

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ευτυχία πρίντζου η επιστροφή

 

 

 

Το κλίμα του Εμφυλίου

 

Το Καλοκαίρι του 1948 συμπληρώνονταν δύο χρόνια από την έναρξη της  πιο αιματηρής σύγκρουσης που είχε γνωρίσει η Ελλάδα  από την συγκρότηση του ανεξάρτητου Κράτους. Δύο χρόνια εμφύλιας σύγκρουσης, δύο χρόνια διχασμού. Όπως θα σημειώσει εμφατικά ο Walter Laquer, ο ελληνικός εμφύλιος υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους και σημαντικότερους εσωτερικούς πολέμους του αιώνα μετά τον ρωσικό και τον ισπανικό πόλεμο. Στην άγονη και άγρια ηπειρώτικη γη, στα ίδια μέρη που είχε γραφτεί το έπος του 1940, εκεί που αναπτύχθηκε το μεγαλειώδες αντιστασιακό κίνημα από το 1941 ως το 1944, εξελισσόταν ο πλέον αμείλικτος αδελφοκτόνος πόλεμος.

Τα έκτακτα μέτρα της εθνικής κυβέρνησης  με σκοπό την αντιμετώπιση των ένοπλων ομάδων της Αριστεράς, οδήγησαν στην επικράτηση ενός άνευ προηγουμένου κλίματος βίας σε ολόκληρη την ελληνική επαρχία. Οι διώξεις εναντίον των αριστερών, των προοδευτικών ή απλώς των δημοκρατικών πολιτών αντικατόπτριζαν τον φανατισμό της εποχής.  Η επιλογή του Κ.Κ.Ε. να απέχει από τις πρώτες μεταπολεμικές βουλευτικές εκλογές του 1946 óξυναν ακόμα πιο πολύ το ήδη τεταμένο κλίμα. Το νομοθετικó πλαίσιο στα χρóνια του Εμφυλίου διαμορφώθηκε απó το περιβόητο Γ ́ Ψήφισμα της 18ης Ιουνίου του 1946 και τον Αναγκαστικó Νóμο 509 της 27ης Δεκεμβρίου του 1947, που αφορούσαν την δημόσια τάξη και ασφάλεια. Με το νομοθετικό αυτό πλαίσιο τέθηκαν εκτός νόμου το ΚΚΕ και μια σειρά από οργανώσεις της Αριστεράς, ενώ διώχθηκαν τα μέλη, οι οπαδοί και οι φίλα προσκείμενοι σε αυτές.  Στα τέλη του 1946, η τρομοκρατία και η δράση των ένοπλων παρακρατικών ομάδων της Δεξιάς είχαν καταφέρει να περιορίσουν την δράση του ΚΚΕ.  Το ευρύ πρόγραμμα εκκαθάρισης των πόλεων και των κωμοπόλεων από τους κομμουνιστικούς θύλακες έμοιαζε να είχε αποτελέσματα.  Οι οργανώσεις της Αριστεράς είχαν περάσει στην αναγκαστική αδράνεια και στην παρανομία, ο αντιπολιτευόμενος Τύπος δεχόταν τα πλήγματα της λογοκρισίας και οι πρώτοι αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας οργάνωσαν τα ορεινά τους στρατόπεδα.

Στις πόλεις της Ηπείρου και ειδικότερα στα Γιάννενα η κρατική τρομοκρατία λάμβανε επίσημες και ολοκληρωτικές διαστάσεις.  Μαζικές συλλήψεις, απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων,  εκτοπίσεις και έκτακτα στρατοδικεία ήταν μόνο μερικά από τα μέτρα που στόχευαν στην διάλυση των τοπικών οργανώσεων της Αριστεράς και οδηγούσαν στην περιθωριοποίηση της νέας τοπικής ηγεσίας που είχε αναδειχθεί μέσα από την αντιστασιακή δράση. Το καλοκαίρι του 1946 τα έκτακτα στρατοδικεία με συνοπτικές διαδικασίες οδήγησαν στο εκτελεστικό απόσπασμα τρεις αγωνιστές με έντονη δράση στα χρόνια της Κατοχής. Επρόκειτο για τους Γ. Λώλα, Στ. Πανταζή και Λ. Ράφτη.

Το 1947 το κλίμα διχασμού και τρομοκρατίας θα φτάσει στο αποκορύφωμά του, την ώρα που σε ολόκληρη τη χώρα οι ένοπλες μάχες του Εμφυλίου οδηγούσαν σε εκατόμβες νεκρών. Στην πόλη των Ιωαννίνων η δράση των παρακρατικών και του εθνικού Στρατού είχαν σαν στόχο μεταξύ άλλων την ψυχολογική επικράτηση εις βάρος των ιδεολογικών αντιπάλων. Χαρακτηριστική υπήρξε η δημόσια έκθεση το  1947 μπροστά στη Διοίκηση της Χωροφυλακής, στο κέντρο της πόλης, τα κομμένα κεφάλια ανταρτών του ΔΣΕ. Παράλληλα , οι επίσημες εκτελέσεις οδηγούν στο απόσπασμα τον γραμματέας του ΚΚΕ  στην Πρέβεζα Περικλή Καινούργιο.

Η κατάσταση θα επιδεινωθεί την επόμενη χρονιά. Η ανάληψη των στρατιωτικών σχεδιασμών για την αντιμετώπιση των ανταρτών περιλάμβαναν την πλήρη αποκοπή των ερεισμάτων στις τοπικές κοινωνίες. Ο νέος ψυχολογικός πόλεμος που τέθηκε σε εφαρμογή μέσω των εισηγήσεων των Αμερικανών συμβούλων προέβλεπαν την παραδειγματική τιμωρία των Αριστερών στα μετόπισθεν. Στα τέλη του 1947 και στις αρχές του 1948 λαμβάνει χώρα η αποτυχημένη προσπάθεια του ΔΣΕ να καταλάβει την Κόνιτσα. Ο Εθνικός Στρατός θα καταφέρει να κρατήσει τις θέσεις του και να αποκρούσει την πιο οργανωμένη ως τότε επιχείρηση των ανταρτών. Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή επέτεινε τον φόβο για την πορεία των επιχειρήσεων, ενώ στην Ήπειρο προκάλεσε ένα ακόμα πιο έντονο και μαζικό κύμα διώξεων.

Οι συλληφθέντες θα συρθούν κατά βάση στις στρατιωτικές φυλακές του «Φιξ», εκεί που σήμερα είναι το ξενοδοχείο «Παλλάδιο».  Η περιοχή που ως το 1940 φιλοξενούσε το παγοποιείο της πόλης, μετατράπηκε σε φυλακές από τους Ναζί. Στον ίδιο χώρο κρατήθηκαν και βασανίστηκαν εκατοντάδες παλιοί αντιστασιακοί του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και μαχητές του ΔΣΕ. Κάποιοι από αυτούς θα εκτελεστούν σε σημεία στην περιφέρεια της πόλης που είχαν επιλεγεί για το λόγο αυτό: Δουρούτη, Μπιζάνι, Αυγό, Σταυράκι… Γι’αυτά τα κολαστήρια που αποτέλεσαν αντικείμενο εκτενούς έρευνας από τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό, ο ηπειρώτης λογοτέχνης και κρατούμενος Λάμπρος Μάλαμας έγραφε το Καλοκαίρι του 1948:

Στις φυλακές του Φιξ/καθώς νυχτώνει κάθε βράδυ/ακούμε αναλυγμούς/και ουρλιαχτά συντρόφων./Πέφτουμε σωριασμένοι/σ’ ένα θάλαμο 5Χ8/ο ένας πάνω στον άλλο/και το εκκλησάκι στην κορφή/Κάθε Τρίτη και Πέμπτη/Παίρνουν για εκτέλεση αγωνιστές/από τα κάτω σκοτεινά κελιά/Οι βόγγοι των βασανισμένων/γίνονται ρίγη ανατριχίλας,/σφίγγουμε δόντια και γροθιές/και μελλοθάνατοι αποχαιρετούν/τη ζήση τραγουδώντας!

Οι εκτελέσεις αποτέλεσαν ένα από τα πιο δραματικά χαρακτηριστικά της περιόδου. Ειδικά η οι εκτελέσεις γυναικών συγκέντρωσαν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Η εκτέλεση της Κούλας και του Γρηγóρη Ελευθεριάδη στις 6 Μάιου του 1947 στη Θεσσαλονίκη προκάλεσε το έκδηλο ενδιαφέρον όσων παρακολουθούσαν την ελληνική τραγωδία. Τον Οκτώβριου του 1947 πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη η εκτέλεση 24 ατóμων για συμμετοχή στην οργάνωση ΟΠΛΑ, ανάμεσα τους και μια γυναίκα, η Ευθυμία Πατσά. Μέχρι το καλοκαίρι του 1947 ο αριθμóς εκτελεσμένων γυναικών είχε φτάσει τις δέκα, ενώ οι εκτελέσεις γυναικών θα συνεχιστούν παρά τις ποικίλες αντιδράσεις ως το τέλος αριθμóς αυτóς αυξήθηκε ως το 1949.

 

Οι δίκες και οι εκτελέσεις του 1948

Το Καλοκαίρι του 1948 υπήρξε εκείνο του εμφυλιοπολεμικού παροξυσμού στα Γιάννενα και σημαδεύτηκε από τρεις μεγάλες δικαστικές υποθέσεις: τη δίκη της Σοφίας Φαρίδου, της Ευτυχίας Πρίντζου και της δίκης των ιατρών.

Την άνοιξη του 1948 η Ευτυχία Πρίντζου, φιλόλογος, στέλεχος της Εθνικής Αντίστασης, μέλος του ΕΑΜ και του ΚΚΕ στα Ιωάννινα, συλλαμβάνεται και παραπέμπεται σε δίκη στο Έκτακτο Στρατοδικείο Ιωαννίνων. Μαζί με 114 μέλη και οπαδούς του ΚΚΕ κατηγορήθηκαν  για προσπάθεια βίαιης ανατροπής του καθεστώτος και για στρατολογία ανταρτών. Η δίκη της Σοφίας Φαρίδου, της Ευτυχίας Πρίντζου και οχτώ συγκατηγορουμένων τους ξεκίνησε στα μέσα Ιουνίου 1948. Ο Βασιλικός Επίτροπος στην αγόρευση του, ζήτησε το διαχωρισμό της δίκης της Πρίντζου, την καταδίκη τεσσάρων σε ισόβια και την απαλλαγή των υπόλοιπων. Το στρατοδικείο με την απόφασή του στις 16 Ιουνίου διαχώρισε τη δίκη της Πρίντζου και καταδίκασε τους άλλους τέσσερις σε θάνατο. Μια βδομάδα μετά στο Μπιζάνι η Σοφία Φαρίδου, ο Τάσος Παπαχρηστίδης, ο Γιάννης Γάκης κι ο Αλέξανδρος Ντόλφης εκτελέστηκαν.

Στις 8 Ιουλίου 1948, στην αίθουσα τελετών της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας στο κέντρο των Ιωαννίνων, άρχισε η σημαντικότερη -ως τότε- δίκη στην ιστορία της πόλης, που έμεινε γνωστή σαν «υπόθεση Πρίντζου». Συνολικά 115 κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν με την κατηγορία ότι ήταν μέλη και οπαδοί των παράνομων οργανώσεων της Αριστεράς. Αν και τα επιβαρυντικά στοιχεία δεν στοιχειοθετούσαν το βαρύ κατηγορητήριο, μετά από δεκαπέντε μέρες δεκαέξι ακόμα άτομα θα κριθούν ένοχοι και θα τους επιβληθεί η θανατική ποινή. Στις 27 Ιουλίου 1948 στο Σταυράκι Ιωαννίνων εκτελέστηκαν η Ευτυχία Πρίντζου, Χρήστος Πρέντζας, Απόστολος Μπίτης, Ελπινίκη Μπίτη και Παναγιώτης Μαρνέλης. Οι εκκλήσεις των σωματείων της πόλης, του δικηγορικού συλλόγου και της Μητρόπολης για την αναστολή των εκτελέσεων έπεσαν στο κενό. Στις  9 και 10 Αυγούστου, επίσης στο Σταυράκι, εκτελέστηκαν οι Ιωάννης Ασπρίδης, Ευάγγελος Ευαγγελίδης, Τιμολέων Ζουρνάς, Ιωάννης Καλαντζής,  Κωνσταντίνος Ράπτης, Γεώργιος Στεργίου, Χαρίτων Ευάγγελος, Άγγελος Χατζής, Κωνσταντίνος  Χολέβας, Απόστολος Χόνδρος, και Κωνσταντίνος  Χρόνης.

Λίγες μέρες αργότερα μια τρίτη δίκη ήρθε να επιβαρύνει ακόμα περισσότερο το κλίμα.  Η λεγόμενη «δίκη των γιατρών» που ονομάστηκε έτσι εξαιτίας της επαγγελματικής δραστηριότητας των περισσοτέρων κατηγορουμένων. Ένας από τους κατηγορούμενους ήταν ο Ιωάννης Πρίντζος, πατέρας της Ευτυχίας και αρχίατρος του στρατιωτικού νοσοκομείου Ιωαννίνων με σημαντική δράση την περίοδο του Ελληνο-ιταλικού πολέμου. Η δίκη αυτή ξεκίνησε στις 17 Αυγούστου με επτά κατηγορούμενους με παρόμοιο κατηγορητήριο όπως και στις προηγούμενες υποθέσεις. Με την απόφαση της  22ας Αυγούστου, τρεις από τους επτά καταδικάζονται σε θάνατο, και οι άλλοι τέσσερις προσάγονται σε έτερη δίκη. Εντέλει, εξαιτίας της αντίδρασης της κοινής γνώμης από τις προηγούμενες εκτελέσεις, οι θανατικές ποινές δεν θα εκτελεστούν.

Μέσα σε διάστημα λίγων μηνών εξήντα περίπου κάτοικοι της πόλης καταδικάστηκαν σε θάνατο και οι 16 εκτελέστηκαν.

 

 

Η Ευτυχία Πρίντζου

 

Ξεχωριστή υπήρξε η περίπτωση της Ευτυχίας Πρίντζου. Κόρη του αρχίατρου Ιωαννίνων Ιωάννη Πρίντζου, γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1915. Μαθήτρια της Ζωσιμαίας Σχολής, αποφοίτησε με άριστα και σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στα Γιάννενα διορίστηκε  ως φιλόλογος στο Γυμνάσιο Θηλέων. Ως καθηγήτρια ανέλαβε πλούσιο κοινωνικό, παιδαγωγικό και φιλανθρωπικό έργο, ενώ πρωταγωνίστησε στα πρώτα δειλά βήματα που έκαναν οι γυναίκες της πόλης προς την χειραφέτησή τους κατά τον Μεσοπόλεμο.

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος το 1940 προσέφερε τις υπηρεσίες της ως  εθελόντρια νοσοκόμα στο στρατιωτικό νοσοκομείο. Οργανωμένη στο ΚΚΕ και στο ΕΑΜ, ανέπτυξε αντιστασιακή δράση, ενώ το προνόμιο να γνωρίζει γερμανικά της επέτρεψε να συγκεντρώσει πολύτιμες πληροφορίες.  Συνελήφθη από τους Ναζί και μεταφέρθηκε   στο στρατόπεδο Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη, με σκοπό να μεταφερθεί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου στη Βαυαρία.  Επήλθε όμως η Απελευθέρωση και επιστρέφει στα Γιάννενα. Ωστόσο, δεν θα καταστεί δυνατή η επιστροφή της στην εργασία της ούτε στη Ζωσιμαία ούτε στην θέση που κατείχε στην Ζωσιμαία Βιβλιοθήκη. Θα αναδειχθεί σε Γραμματέα της Νομαρχιακής Επιτροπής του ΚΚΕ με αποτέλεσμα να τεθεί σε παρακολούθηση από τις αρχές από το 1946.

Τον Απρίλιο του 1948 συνελήφθη ως βασική υπεύθυνη σύνταξης και διανομής προπαγανδιστικών φυλλαδίων και προκηρύξεων κατά τη διάρκεια της εθνικής εορτής της 25ης Μαρτίου.  Στο έκτακτο στρατοδικείο που θα την δικάσει και θα την καταδικάσει κράτησε μια περήφανη στάση. Απέναντί της ως μέλος του δικαστηρίου θα σταθεί ο Λοχαγός Στυλιανός Πατακός, ο μελλοντικός πραξικοπηματίας…θα συνυπογράψει την καταδίκη της.

Πρίν εκτελεστεί η Ευτυχία Πρίντζου δήλωσε: «Εύχομαι να είμαι το τελευταίο θύμα αυτή της αδελφοσφαγής και η αγάπη και η ειρήνη να βασιλέψει στην πατρίδα μας»

 

 

Η αναγνώριση

Όταν τον Αύγουστο του 1949 τελικά σώπαιναν τα όπλα του πολέμου, ο απολογισμός της τριετούς εμφύλιας σύγκρουσης υπήρξε τραγικός. Δεκάδες χιλιάδες νεκροί, χιλιάδες εξόριστοι, μια κατεστραμμένη χώρα την ώρα που η υπόλοιπη Ευρώπη είχε κάνει ήδη τα πρώτα μεγάλα βήματα για την ανασυγκρότησή της. Μετά το 1949 η χώρα θα εισέλθει σε μια περίοδο «ελεγχόμενης δημοκρατίας»: ατελές κοινοβουλευτικό σύστημα, παρεμβατικός ρόλος του στρατού και του θρόνου, οικονομικός, στρατιωτικός και πολιτικός έλεγχος από τις ΗΠΑ.  Οι ηττημένοι θα περάσουν στο κοινωνικό περιθώριο: άλλοι στην υπερωρία, άλλοι στις φυλακές και στα ξερονήσια. Η πολιτεία θα θεσμοθετήσει τον διχασμό μέσω των απαγορεύσεων, της στυγνής λογοκρισίας, των ποικίλων πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων. Στην Ήπειρο οι πληγές τις Κατοχής και του Εμφυλίου δεν πρόλαβαν να επουλωθούν. Η φτώχεια και η ανέχεια θα οδηγήσουν χιλιάδες ανθρώπους στη μετανάστευση στο εξωτερικό ή προς την πρωτεύουσα. Μια ύπαιθρος θα ερημώσει, ενώ η ζωή στις πόλεις, όπως στα Γιάννενα θα προσπαθήσει να ξαναπάρει τους ρυθμούς της.

Ο διχασμός της ελληνικής κοινωνίας και η εγκαθίδρυση ενός ασφυκτικού και οπισθοδρομικού εθνικισμού, που μετατράπηκε σε επίσημη κρατική ιδεολογία, όριζαν τα πλαίσια λειτουργίας της ελληνικής κοινωνίας ως το 1974. Ο πόλεμος δημιούργησε στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας ένα βαθύ τραύμα που  δεν της επέτρεψε να συνειδητοποιήσει την ιστορική στιγμή και προξένησε μια τάση αποσιώπησης της αλήθειας. Η μνήμη των γεγονότων του 1948 ωστόσο έμεινε άσβεστη. Η πόλη ήταν μικρή, οι άνθρωποι γνώριζαν το παρελθόν κι ακόμα κι αν δεν μιλούσαν γι’αυτό ο πόνος υπήρχε όχι μόνο για τον χαμό των δικών τους ανθρώπων, αλλά κυρίως για τον διχασμό της τοπικής κοινωνίας. Θα έπρεπε να περάσουν σχεδόν δέκα χρόνια από την ομαλοποίηση του πολιτικού βίου της χώρας για να αναγνωριστεί επίσημα η αδικία του 1948. Στις 11 Φεβρουαρίου του 1983, το δημοτικό συμβούλιο των Ιωαννίνων υπό τον δήμαρχο Σπύρο Κατσαδήμα αποφασίζει την ανέγερση μνημείου εκτελεσθέντων στον τόπο του μαρτυρίου στο Σταυράκι. Είχε προηγηθεί στις 23 Αυγούστου 1982 η ψήφιση του νόμου 1285/1982 για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης. Το 1985 ο δήμαρχος Χαρίλαος Τόλης θα εγκαινιάσει τον τόπο μνήμης στο λόφο του Σταυρακίου όπου δεσπόζει η καλλιτεχνική δημιουργία του γλύπτη Κώστα Καζάκου. Έκτοτε το σημείο θα αποτελέσει τόπο μνήμης και περισυλλογής για τους αγώνες για τη Δημοκρατία και την Ελευθερία. Ίσως ήταν εκείνη το ηλιόλουστο πρωινό της 25ης Αυγούστου 1985 που ο εμφύλιος λάμβανε τέλος τυπικά στα Γιάννενα και οι ψυχές της Ευτυχίας Πρίντζου και των συντρόφων της έβρισκαν επιτέλους γαλήνη.

 

Λάμπρος Φλιτούρης

Ιστορικός-Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

 

 

Όταν ο βασιλιάς είναι γυμνός: σκέψεις για τον ελληνικό εθνικισμό με αφορμή το βιβλίο των Κ.Καπόζηλου-Δ.Χριστόπουλου «10+1 ερωτήσεις και απαντήσεις για το Μακεδονικό»

https://chronos.fairead.net/flitouris-ellinikos-ethnikismos

 

Πριν από αρκετά χρόνια –το 1992– ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς και διανοούμενους της μεταπολιτευτικής περιόδου, ο Φίλιππος Ηλιού, ανέφερε σχετικά με την καυτή τότε υπόθεση της αναγνώρισης της Δημοκρατίας της Μακεδονίας: Το πιο ενοχλητικό, επικίνδυνο και ανησυχητικό για την Ελλάδα και τους Έλληνες δεν είναι ότι πιθανόν να αναγνωριστεί ένα κράτος με το όνομα που αυτό έχει επιλέξει, όπως άλλωστε έχει το δικαίωμα, αλλά ότι με αφορμή το Μακεδονικό αναδείχθηκαν και επιβλήθηκαν ως κυρίαρχες τάσεις στην ελληνική κοινωνία και τους παράγοντες που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη, στοιχεία μιας πρωτοφανούς αρχαϊκότητας που μας εμφανίζουν να αθετούμε δημοκρατικές κατακτήσεις και πολύτιμες δημοκρατικές ευαισθησίες, που, μετά τη μεταπολίτευση, είχε θεωρηθεί ότι αποτελούσαν πλέον κοινό κτήμα των ελλήνων πολιτών. Ήταν εκείνες τις αντίστοιχες μέρες του Μαΐου του 1992 που καταδικάζονταν από την ελληνική δικαιοσύνη τέσσερα μέλη της Αντιπολεμικής Αντιεθνικιστικής Συσπέιρωσης για διατάραξη των διεθνών σχέσεων της χώρας και διασπορά ψευδών ειδήσεων. Εικοσιέξι χρόνια μετά, τον «σωφρονιστικό» ρόλο των δικαστηρίων ανέλαβαν μαυροφορεμένοι αγανακτισμένοι ελληνόψυχοι –με πολύ επιδερμική ωστόσο σχέση τόσο με την ιστορία όσο και με την ελληνική γλώσσα–, που δεν διστάζουν να προπηλακίζουν δημόσια όποιον διατυπώνει αντίθετη από την κυρίαρχη στον δημόσιο λόγο άποψη και να θέτουν διά της σωματικής ρώμης τα πλαίσια του επιτρεπτού και τα όρια του ανεκτού. Μετά την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, καθημερινά περιστατικά έντασης και βίας έχουν εμφανιστεί σε διάφορες περιπτώσεις τόσο στην Αθήνα όσο και, κυρίως, στη Θεσσαλονίκη.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Κωστής Καρπόζηλος και ο Δημήτρης Χριστόπουλος τόλμησαν να διατυπώσουν 10+1 ερωτήσεις για το Μακεδονικό. 

Ως ιστορικός είναι εξαιρετικά δύσκολο να τοποθετηθώ υπό αυτή την ιδιότητα όταν ευθύς εξαρχής θεωρώ ότι προκειμένου να αντιμετωπίσει κάποιος νηφάλια την συλλογική εθνική ψύχωση περί της Μακεδονίας χρειάζεται να καταφύγει στην αρωγή επιστημών που δυστυχώς δεν κατέχω. Πώς να προσεγγίσεις το ζήτημα με πειστικότερα επιχειρήματα από εκείνα που η ίδια η ιστορία μας προσφέρει και που με τόσο ουσιαστικό τρόπο –στις λίγες σελίδες της μελέτης τους– οι δύο συγγραφείς τα παραθέτουν; Πώς να ερμηνεύσεις με νηφαλιότητα την παράδοξη και διαρκή «γοητεία» που ασκεί η υπόθεση του ονόματος της Μακεδονίας στην ελληνική κοινή γνώμη και μάλλον πλέον μόνο σε εκείνη και σε καμία άλλη στον υπόλοιπο κόσμο; 

Μετά από ένα μεγάλο διάστημα σιωπής γύρω από το θέμα που όλοι βολικά είχαμε ξεχάσει την εκ του βορρά απειλή, το ζήτημα επέστρεψε διεκδικώντας επιτέλους την πολιτική λύση του μετά από αλλεπάλληλες απουσίες από τα περασμένα ραντεβού με την ιστορία (από την εποχή της Λισαβώνας ώς σήμερα). Η υπόθεση που απασχολεί την ελληνική κοινή γνώμη ένα τέταρτο του αιώνα τώρα, έχει ωστόσο βαθύτερες ιστορικές ρίζες που μας οδηγούν στον 19ο αιώνα και στην συγκρότηση των εθνικών κρατών της Βαλκανικής. Τις απαρχές και την εξέλιξη συγκρότησης των εθνικών μύθων μας επιδιώκουν να επαναφέρουν στον δημόσιο διάλογο οι συγγραφείς, προσφέροντας επί της ουσίας –μέσω της συγκρότησης ενός ερωτηματολογίου– έναν ιδιαίτερο οδικό χάρτη για τον ασφαλή προβληματισμό του αναγνώστη σχετικά με το επίμαχο θέμα. 

Ακολουθώντας το πρότυπο των Καρπόζηλου-Χριστόπουλου θα επιδιώξω να διατυπώσω τα δικά μου σύντομα ερωτήματα για το θέμα, που πηγάζουν από την ανάγνωση ενός βιβλίου γραμμένου με έναν τόνο μετρημένο, ουσιαστικό και τεκμηριωμένο, που δεν προκαλεί και δεν προσβάλλει. 

1. Πόσα εθνικά θέματα μπορεί να αντέξει ο περιούσιος λαός μας; Αναρωτιέμαι πραγματικά αν υπό την σκέπη του όρου «εθνικό θέμα» μπορούμε να συναντήσουμε άλλο λαό-έθνος σε ολόκληρο τον κόσμο που να έχει εθνικά θέματα στην Κύπρο, το Αιγαίο, τα ελληνοτουρκικά, το Μακεδονικό, το Βορειοηπειρωτικό και ίσως και μερικά ακόμα άλλα που να τελούν σε χειμερία νάρκη και να περιμένουν την περαιτέρω εξέλιξη της κρυογονικής για να τα συναντήσουμε και να κληθούμε να τα επιλύσουμε στο μέλλον. Σε εποχές που ίσως τα θέματα της οικονομίας και του χρέους έχουν αναδειχθεί ως «ατελώς εθνικά», ζητήματα όπως η παιδεία και ο πολιτισμός –και εννοώ ο καθημερινός μας πολιτισμός– απουσιάζουν από την δημόσια ατζέντα. Αντίθετα, αντιλαμβανόμενοι τους εαυτούς μας ως επιφορτισμένους με το χρέος επιβολής του ονόματος που εμείς θέλουμε σε κάποιον αλλότριο που φυσικά τυχαίνει να είναι οικονομικά, πολιτικά, πληθυσμιακά σε υποδεέστερη θέση από εμάς, έχουμε αναδείξει για μια ακόμη φορά το Μακεδονικό ως κορυφαίο ζήτημα της πεζής μας καθημερινότητας.

2. Για πόσα ακόμα χρόνια η σύγχρονη Ελλάδα θα προσπαθεί εντός και εκτός συνόρων να εκταμιεύσει άκοπα το αρχαίο κλέος; Με άλλα λόγια, για πόσο ακόμα θα είναι νοητή η δημόσια χρήση της Αρχαιότητας για την αιτιολόγηση πολιτικών επιλογών αλλά και δημοσίων μαζικών παραισθήσεων εντός των παροντικών συμφραζομένων; Το ερώτημα που επανέρχεται τακτικά –και το είδαμε στα πρόσφατα συλλαλητήρια της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας– είναι με ποιο δικαίωμα σήμερα κάποιοι αμφισβητούν την ελληνικότητα της αρχαίας Μακεδονίας; Γιατί χρησιμοποιούν το ιστορικογενές copyright μας οι σημερινοί Σλάβοι της ανώνυμης χώρας; Φυσικά δίπλα στο αρχαιόπληκτο κιτς των εθνικιστών της ΠΓΔΜ που ως πρόσφατα είχαν μετατρέψει τα Σκόπια σε ένα είδος βαλκανικής Disneyland, πλειοδοτούν οι δικοί μας προγονόπληκτοι που όπως το 1992 συνέδεαν τον Βουκεφάλα με τα Zastava έτσι και σήμερα φαίνεται να μην έχουν προχωρήσει την επιχειρηματολογία τους πέρα από το γραφικό. Προφανώς δεν έχει σημασία το τι ήταν η Μακεδονία στην αρχαιότητα αλλά τι είναι τώρα. Και σαφώς η πολιτεία έχει επείγουσα ευθύνη να περάσει αυτό το απλό μήνυμα στη ζαλισμένη από τη μέθη της αρχαιόπληκτης μνήμης κοινωνία μας. Αλλά αρκεί να φροντίσουμε μόνο το θέμα της Μακεδονίας για να διορθώσουμε την προγονοπληξία μας; Την προγονοπληξία ενός λαού που όπως επιτυχώς διατυπώθηκε πρόσφατα μοιάζει να έχει αυτοπαγιδευθεί σε μια «αλλαζονική» θεώρηση της ιστορίας του, σε μια θεωρία «σφετερισμού» της Ιστορίας του που στην περίπτωσή μας μοιάζει να ξεκινάει και να τελειώνει στην Αρχαιότητα, παραβλέποντας τόσο την νεώτερη περίοδο και όσο και την σύγχρονη πραγματικότητα. Τις ιστορικές δηλαδή περιόδους κατά τις οποίες διαμορφώθηκε το λεγόμενο μακεδονικό ζήτημα. Προσωπικά εκτιμώ ότι αποτίναξη της εικόνας μας ως του εκλεκτού λαού που έφτιαχνε Παρθενώνες όταν οι άλλοι έτρωγαν βελανίδια, είναι ίσως η πιο δύσκολη αλλά και η πιο επιτακτική αποστολή μιας σοβαρής πολιτείας που θα ενδιαφερόταν ουσιαστικά για την παιδεία του μέσου Έλληνα. 

3. Πόση ιστορική άγνοια είναι δυνατόν να καταναλώσει ο μέσος πολίτης της Ελλάδας; Είναι δυνατόν μετά από τις χιλιάδες σελίδες που έχουν γραφτεί –κατά παραγγελία ή όχι– για την ιστορία της Μακεδονίας να εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι η Μακεδονία ήταν πάντα ελληνόφωνη, πάντα μία και πάντα ελληνική; Η εικόνα μιας χώρας που ο πληθυσμός της ήταν πάντα ενιαίος πολιτισμικά και εθνολογικά μπορεί να ερμηνευθεί από την επιθυμία μιας επίσημης ιστορικής διαπαιδαγώγησης που επεδίωκε την εθνική ομοιογενοποίηση των πληθυσμών. Ωστόσο, αυτό ανήκει στον περασμένο –ή μάλλον στον πρόπερασμένο– αιώνα. Η ιστοριογραφία ευτυχώς έχει προχωρήσει. Η έρευνα και η μελέτη του παρελθόντος –δεν μιλάω για την αρχαιότητα αλλά για τα τελευταία διακόσια χρόνια– μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε με επιστημονικό τρόπο ζητήματα που αποτέλεσαν για δεκαετίες ταμπού. Η Μακεδονία δεν ήταν ποτέ μία και δεν υπήρξε ποτέ μόνο ελληνική. Το φανερώνουν οι εκθέσεις των Ελλήνων προξένων της περιόδου πριν τους Βαλκανικούς πολέμους, οι εθνογραφικοί χάρτες των Ευρωπαίων, οι αναφορές των ελληνορθόδοξων εκκλησιαστικών αρχών, τα κείμενα εκείνων που από την σημερινή εθνικοφροσύνη προβάλλονται ως οι ιστορικοί ταγοί της ελληνικότητας της Μακεδονίας (βλ. τα γραπτά του Ιώνος Δραγούμη ή τα μυθιστορήματα της Πηνελόπης Δέλτα). Πώς μπορούμε να πείσουμε μια κοινωνία ότι η εικόνα που είχαμε για την ιστορία μας δεν είναι αυτή που μάθαμε και μαθαίνουμε στα σχολεία ή αυτή που αναπαράγουν διάφοροι τηλε-«ιστορικοί»; Ως ιστορικός αναγκάζομαι κάθε χρόνο να αναφέρω σε μαθήματα πανεπιστημιακού επιπέδου ότι πλείστοι όσοι ήρωες της Επανάστασης δεν μιλούσαν λέξη ελληνικά, ότι η αγαπημένη Θεσσαλονίκη το 1912 ήταν μια πόλη όπου οι Έλληνες δεν ήταν η πλειοψηφία, ότι οι Εβραίοι ώς το Ολοκαύτωμα ζούσαν κι εδώ στα Γιάννενα και μιλούσαν ελληνικά. Αναφέρουν σε κάποιο σημείο οι συγγραφείς: πώς να πείσεις έναν τρίτο ότι το σύνθημα μας: «Η Μακεδονία είναι ελληνική» δεν υποκρύπτει από την πλευρά μας επεκτατικές βλέψεις; Δεν τον πείθεις. Και σίγουρα όχι γιατί υπάρχει μια παγκόσμια συνωμοσία που απεργάζεται την καταστροφή του Ελληνισμού. Εκτός αν θεωρήσουμε ως εθνικό εχθρό την απλή λογική. 

4. Ποιος ορίζει αν υπάρχει ή αν δεν υπάρχει μακεδονικό έθνος; Κάποτε ο Μέττερνιχ αναφερόμενος στην Ελλάδα και την Ιταλία έκανε λόγο για γεωγραφικό προσδιορισμό και όχι για έθνος και η απάντηση των απαξιωμένων Νοτίων ήταν η Επανάσταση για την εθνική ανεξαρτησία. Ο Μέττερνιχ όμως δεν είχε αμφισβητήσει την ύπαρξη Ελλήνων στην αρχαιότητα. Αμφισβητούσε την ύπαρξη «ελληνικού έθνους» το 1821. Σήμερα με μια υπεροπτική θεώρηση του ρόλου μας στην ιστορία αρνούμαστε την ύπαρξη μακεδονικού έθνους, αρχικά γιατί αρνούμαστε τη χρήση του όρου «μακεδονικός». Το ίδιο και οι Βούλγαροι βέβαια, καθώς για τους –επί έναν αιώνα– βόρειους εχθρούς μας δεν υπάρχουν Μακεδόνες γιατί απλώς είναι… Βούλγαροι. Εμείς, αρνούμενοι την ύπαρξη έθνους και γλώσσας, αρνούμαστε εντέλει το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό ενός λαού. Ενός λαού όμως που σε πλείστες περιπτώσεις έχουμε αναγνωρίσει και τη γλώσσα του (όπως την μέσω ΟΗΕ αναγνώριση της μακεδονικής γλώσσας το 1977) αλλά και το ότι υπάρχει ένα έθνος με νόμιμη κυβέρνηση και εντός νόμιμων κρατικών συνόρων που ονομάζεται Μακεδονία, έστω και Πρώην Γιουγκοσλαβική. 

5. Τελικά για όλα φταίει ο Τίτο; Αν θεωρήσουμε ότι η κατασκευή εθνών μπορεί να γίνει ερήμην των λαών και εξαιτίας της βούλησης και της συστηματικής προσπάθειας ενός και μόνου ανθρώπου τότε ο υπαίτιος βρέθηκε: ο σύντροφος Γιόζιπ Μπροζ Τίτο. Το «κρατίδιο» των Σκοπίων είναι τεχνητό και κατά συνέπεια δεν έχει τα ίδια δικαιώματα με τα ιστορικά έθνη-κράτη. Νέο πρόβλημα λοιπόν για τον ιστορικό: πώς να πείσεις τον μέσο πολίτη ότι όλα τα εθνη-κράτη είναι λίγο ή περισσότερο τεχνητά. Τα σύνορά τους; Τεχνητά. Η γλώσσα τους κανονικοποιείται μέσω των γραμματικών και συντακτικών κανόνων και της εκμάθησής τους σε μια οργανωμένη επίσημα εκπαιδευτική διαδικασία. Η εθνική ιδέα και η εθνική συνείδηση συγκροτούνται και διαδίδονται δημιουργώντας έναν μέσο κανόνα. Πράγματα δηλαδή που σε ολόκληρο τον κόσμο είναι αποδεκτά εδώ και δεκάδες χρόνια, επιστημονικές κοινοτοπίες στην ουσία, στην Ελλάδα μοιάζουν να είναι είτε η επιτομή του νεωτερισμού είτε η συμπύκνωση της εθνικής μειοδοσίας. Στην Ελλάδα της προεπαναστατικής και επαναστατικής περιόδου αλλά και σε εκείνη της συγκρότησης του πρώτου νεαρού βασιλείου, η βούληση συμμετοχής στο κοινό εγχείρημα, η κοινή επιθυμία συμβολής στο νέο κράτος θεωρήθηκε λογική: Θέλαμε να μετέχουμε στο έθνος των Ελλήνων και δικαίωμα συμμετοχής είχαν τότε και όσοι ξένοι είχαν προσφέρει στον Αγώνα. Σήμερα στον δημόσιο λόγο δεν έχουν δικαίωμα να μετέχουν στο έθνος της επιλογής τους όχι μόνο οι κάτοικοι του ανώνυμου γειτονικού κράτους, όχι μόνο οι Έλληνες πολίτες που νιώθουν εθνικά «άλλοι» αλλά δεν έχουν δικαίωμα να δηλώνουν Έλληνες και όσοι δεν ταυτίζονται με τις εθνικιστικές μισαλλόδοξες απόψεις που δίνουν τον τόνο στο λεγόμενο «εθνικό συμφέρον».

6. Για πόσο ακόμα θα ανεχόμαστε να κατηγορείται η Αριστερά για μια εθνομηδενιστική-προδοτική στάση και κατά συνέπεια ως λιγότερο πατριώτες οι οπαδοί της; Στο πλαίσιο του ανανήψαντος πεπαλαιωμένου αντικομμουνιστικού λόγου των τελευταίων ετών, η επίκληση στις μεσοπολεμικές επιλογές του ΚΚΕ ως απόδειξη της μειωμένης εθνικής ευαισθησίας της Αριστεράς προσωπικά μου μοιάζει το λιγότερο γελοία. Όταν όμως ο πολιτικός λόγος διαμορφώνεται εν μέρει από θαυμαστές της δεξιάς εθνικοφροσύνης και θιασώτες της εμφυλιοπολεμικής ρητορικής το θέμα ξεφεύγει από την γραφικότητα. Δίπλα σε αυτές της αναμενόμενες αντιδράσεις για τη σχέση της μειοδοτικής Αριστεράς με τα «εθνικά» ζητήματα συναντούμε σήμερα την, τουλάχιστον σπασμωδική, στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ αλλά και την πατριωτική πλειοδοσία μιας αυτοαποκαλούμενης «πατριωτικής Αριστεράς». 

7. Γιατί να ξαναπιάσουμε τώρα το Μακεδονικό; Επειδή το ήθελαν οι Αμερικάνοι; Για να εμποδίσουμε τους Ρώσους να διεισδύσουν στα Βαλκάνια σε μια εποχή που γενικά επανακάμπτουν εξαιτίας της σχετικής αναδίπλωσης της αμερικανικής διπλωματίας επί Τράμπ; Ή μήπως η λύση είναι η επιλογή των παγκόσμιων κέντρων της νέας τάξης πραγμάτων που φυσικά ξεδιπλώνουν τους σχεδιασμούς τους για τον αφανισμό των εθνών; Αν οι λόγοι που το ζήτημα επιστρέφει εμπίπτουν σε σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ ή της Ε.Ε. ή του Σκοτεινού Άρχοντα των Σιθ από τον Πόλεμο των Άστρων, η πραγματικότητα είναι μία και είναι απλή. Σήμερα υπάρχει η δυνατότητα επίλυσης μιας κανονικοποιημένης ανωμαλίας, καθώς εκατοντάδες κράτη έχουν αναγνωρίσει ένα Κράτος και κατά συνέπεια ένα έθνος και μια γλώσσα, κάτι που εμείς αρνούμαστε. Μιλάμε για Σκοπιανούς και Σκόπια όμοια σαν να μας αποκαλούσαν Αθήνα και Αθηναίους κάποιοι άλλοι. Στην καλύτερη περίπτωση αναφερόμαστε σε ΠΓΔΜ και πουγουδομίτες ή φυρομίτες και το θεωρούμε και ως παραχώρηση. Ποιος λαός σε ολόκληρο τον κόσμο και ποιο κράτος φέρει 25 χρόνια μετά την ανεξαρτησία του ένα όνομα μεταβατικό που αντιστοιχούσε σε μια προγενέστερη κρατική ομοσπονδιακή οργάνωση; Σε μια πρόσφατη συνέντευξή του ο Χριστόπουλος λέει: η όλη κατάσταση έχει εδραιώσει στη χώρα μας μια νοοτροπία, στην οποία ο καθένας πετάει και από ένα όνομα. Λες ότι εσένα σε λένε Μελπομένη και σου λέω εγώ «Όχι, σε λένε Γιάννα». «Μα όχι, Μελπομένη». «Όχι, Νέα Μελπομένη » και πάει λέγοντας. Και ο Καρπόζηλος συμπληρώνει: Είναι σαν να λες για κάποιον εσαεί «είναι ο πρώην της Τασίας». Δεν πρέπει κάποια στιγμή να τον ονοματίσουμε;

8. Μα γιατί να μην το αφήσουμε ως έχει, γιατί να το σκαλίζουμε; Σαφώς. Η τακτική της στρουθοκαμήλου! Κι όταν θα μιλάμε για Μακεδονία και Μακεδόνες να βάζουμε εισαγωγικά, όταν μιλάμε για το κράτος τους να το λέμε «κρατίδιο» και όταν θέλουμε να τους απαξιώσουμε να μιλάμε στην καλύτερη περίπτωση για «Γυφτοσκοπιανούς». Την ίδια ώρα να βάζουμε βενζίνη στα πρατήριά τους γιατί είναι φτηνότερη, να ψωνίζουμε στα εμπορικά τους, να πηγαίνουμε στους οδοντιάτρους τους, να τζογάρουμε στα καζίνο τους αλλά να σκεπάζουμε με μαύρο το ΜΚ στα αυτοκίνητα, να εφευρίσκουμε τρόπους για να μη βλέπουμε το ΜΚD στις αθλητικές διοργανώσεις, να κρεμάμε στα μανταλάκια όσους τηλεπαρουσιαστές ευχηθούν «καλή επιτυχία στη Μακεδονία» σε μουσικούς διαγωνισμούς και να συνεχίσουμε να έχουμε αναρτημένους χάρτες με μια ανώνυμη χώρα στο κέντρο των Βαλκανίων.

Σε αυτή τη συνεχιζόμενη εθνική παράκρουση νομίζω ότι ήρθε η ώρα να πάρουμε όλοι θέση. Και πρώτοι από όλους όσοι διακονούμε την γοητευτική αυτή επιστήμη: την Ιστορία. Η κοινότητά μας δεν είναι άμοιρη ευθυνών. Όπως υπήρξαν πολιτικοί παράγοντες που έκαναν καριέρα πάνω στο Μακεδονικό έτσι υπήρξαν και ιστορικοί και άλλοι επιστήμονες που έθεσαν τον εαυτόν τους στην υπηρεσία του λεγόμενου εθνικού χρέους σαν να ήταν στελέχη των ενόπλων δυνάμεων της χώρας ή του διπλωματικού σώματος. Κάποιοι δε έφτασαν στο σημείο να προτείνουν ονομασίες εν είδη νονών με επιστημονικά εχέγγυα: Ιλλυρία, Δαρδανία, Παιονία και η λίστα είναι ατέλειωτη. Φτάσαμε στο σημείο οι ίδιοι οι ιστορικοί να αυτοϋπονομεύουμε την επιστήμη μας αρχικά με το να εγκαταλείπουμε την αναγκαία επιστημονική νηφαλιότητα στο όνομα μιας εθνικής αποστολής και αργότερα αρνούμενοι την δημόσια τοποθέτηση από τον φόβο της παρεξήγησης και του στιγματισμού. Στιγματισμού από ποιόν; Από ποιους; Ας αναρωτηθούμε…

Ο υπόπτων εθνικών φρονημάτων Νίκος Δήμου σημείωνε πριν λίγο καιρό: Μάθαμε όλοι στο σχολείο μία φράση τόσο επαναστατική, ανατρεπτική και τολμηρή, που απορώ πώς μπόρεσε να διεισδύσει εκεί μέσα. Είναι η γνωστή ρήση του Σολωμού: «Το έθνος πρέπει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθές». Μάθαμε τη φράση, αλλά ποτέ δεν την σκεφθήκαμε ώς το τέλος. Γιατί αν το κάναμε, θα είχαμε ανατρέψει τα μισά σχολικά μας βιβλία, που είναι γεμάτα εθνικιστικές υπερβολές. Με το ρητό του αυτό ο Διονύσιος Σολωμός, μέσα στην άνθιση του εθνικισμού, πραγματοποιεί την υπέρβασή του. Διαλύει αυτόματα τους εθνικούς μύθους επάνω στους οποίους βασίζεται κάθε υπέρ-πατριωτισμός. Η ιστορία γίνεται χώρος δικαίου. Αν ακολουθήσουμε την φράση του Σολωμού, ο πατριωτισμός γίνεται ένας νέος ανθρωπισμός. Αν κάνουμε σημαία μας την αλήθεια, τότε δεν χρειαζόμαστε πια πολλές σημαίες. Αν φτάσουμε να θεωρούμε εθνικό το αληθές, τότε πατρίδα όλων μας γίνεται μία: η αλήθεια.

Αυτή την αλήθεια έρχεται να υπηρετήσει τούτο το βιβλίο. Και αυτός είναι ο λόγος που καθιστά την ανάγνωσή του τόσο αναγκαία. Ίσως έτσι ο καλοπροαίρετος αναγνώστης θα κατανοήσει ότι ο ελληνικός εθνικισμός –όπως και ο κάθε εθνικισμός– θυμίζει την κωμικοτραγική ιστορία εκείνου του βασιλιά που επιζητούσε τον θαυμασμό για την εμφάνισή του ενώ ήταν ολόγυμνος.

 

(Πρώτη δημοσίευση: ΧΡΟΝΟΣ, 18 Ιουλίου 2018)

« Στην γραμμή της ανατροπής….το 1968 στην Ασία και την Αφρική», HotDoc History 29, 6-7/1/2018

To 1968 υπήρξε αναμφισβήτητα η πλέον ανατρεπτική –ως τότε- χρονιά της μεταπολεμικής περιόδου. Γεμάτη γεγονότα βίαια και τραγικά και εικόνες που χαράχτηκαν για πάντα στην ιστορική μνήμη είτε για την ουσιαστική δυναμική τους είτε ακόμα και για την γραφικότητά τους. Παντού, κατά τη διάρκεια μιας περιόδου οικονομικής ευημερίας χωρίς προηγούμενο, νέοι, συχνά προερχόμενοι από τις πιο εύπορες τάξεις, εξεγείρονται κατά των κρατικών και εκπαιδευτικών θεσμών, του στρατού, της μισθωτής εργασίας, του καταναλωτισμού, κατά όσων αντιπροσώπευαν οι προηγούμενες γενιές. Έχει επικρατήσει- ίσως όχι άδικα- το 1968 να ταυτίζεται με μια σειρά γεγονότα στον ευρωπαϊκό χώρο που ωστόσο, αν και συντάραξαν τις κοινωνίες της Γηραιάς Ηπείρου, στην πράξη δεν μετέβαλαν τις πολιτικές εξελίξεις. Η Άνοιξη της Πράγας ή οι εξεγέρσεις των Πολωνών δεν οδήγησαν σε ανατροπή των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης. Οι νεανικές εξεγέρσεις της Γαλλίας, της Γερμανίας ή της Ιταλίας, όσο κι αν επηρέασαν σε ιδεολογικό επίπεδο τις πολιτικές και πολιτισμικές επιλογές μιας ολόκληρης γενιάς, δεν επέφεραν το τέλος του καπιταλιστικού μοντέλου ζωής στις δυτικές κοινωνίες. Το 1968 όμως δεν ήταν μόνο η Ευρώπη. Δεν ήταν μόνο οι πολιτικές δολοφονίες και οι κρίσιμες εκλογές στις ΗΠΑ. Μια σειρά από πολιτικά, κοινωνικά, πολιτιστικά γεγονότα στην Κεντρική και Νότια Αμερική, στην Ασία και στην Αφρική απέδειξαν ότι η «περίεργη» αυτή χρονιά είχε παγκόσμια χαρακτηριστικά και ένα νοητό νήμα, αυτό της επιθυμίας για «ανατροπή», συνέδεσε το Quartier Latin στο Παρίσι με την Σαϊγκόν, το Μπέρκλεϊ με το Πεκίνο, την Πράγα με τους σκονισμένους δρόμους της Μπιάφρα και το διχασμένο Βερολίνο με τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη.

 

 

 

Στην Κίνα ….

Στην Κίνα η φαντασίωση της Πολιτιστικής επανάστασης που είχε ξεκινήσει το 1966 λάμβανε ουσιαστικά τέλος εν μέσω μιας σφοδρής πολιτικής κρίσης. Το βίαιο πείραμα επιστροφής της επανάστασης στο προλεταριάτο δεν είχε ως αποτέλεσμα μόνο την περιθωριοποίηση-για κάποια χρόνια όπως αποδείχθηκε- της ομάδας των «ρεβιζιονιστών» υπό τον Ντιέγκ Ξιάο-Πίγκ και την κατάργηση της θέσης του Προέδρου Λιού Σαοκί  αλλά οδήγησε σε καταστάσεις που ακόμα και ο Μάο δυσκολευόταν πλέον να ελέγξει. Οι νεαροί ερυθροφρουροί στο όνομα της επιστροφής στο γνήσιο επαναστατικό πνεύμα και μέσα σε ένα κύμα πρωτοφανούς βίας, κατάφεραν να δώσουν στον Μάο την δυνατότητα μιας δυναμικής επιστροφής μετά την απώλεια του ελέγχου στον στρατό και στο κόμμα. Είχε προηγηθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1960 η αποτυχία του οικονομικού προγράμματος (το περίφημο Μεγάλο άλμα προς τα εμπρός) που στοίχισε εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Κινεζικού Λιμού. Η Πολιτιστική Επανάσταση επέτρεψε στον Μάο και την στενή ομάδα των συνεργατών του όπως ο Τσου Ενλάι ή ο Λιν Μπιάο να επιστρέψουν δυναμικά στο προσκήνιο. Το επαναστατικό όμως κύμα των ερυθροφρουρών τιθασεύτηκε μόνο χάρη στην χρήση των εργατών και του στρατού που εντός του 1968 κατάφεραν να θέσουν υπό μερικό έλεγχο τους εξεγερμένους φοιτητές. Άμεσα και ως το τέλος του 1969 ένα ευρύ πρόγραμμα προώθησης των ερυθροφρουρών  στην επαρχία θα επιτρέψει την επιστροφή στην ομαλότητα. Η πίστη του Λαϊκού Στρατού στον Λιν Μπιάο- ο οποίος λίγο καιρό αργότερα θα ονομαστεί επισήμως διάδοχος του Μάο- και οι κινήσεις τακτικής της μαοϊκής ηγεσίας εντός του κόμματος επέτρεψαν το τέλος της Πολιτιστικής Επανάστασης ως το τέλος του 1969. Μιας επανάστασης που αν και σχεδιάστηκε αρχικά ως εργαλείο για την ενίσχυση της μαοϊκής πτέρυγας του κόμματος, από κάποια στιγμή ξέφυγε από τον όποιο έλεγχο. Μιας επανάστασης που προκάλεσε τον τρόμο στο εσωτερικό αλλά που μαζί με το συνολικότερο κινεζικό πείραμα  είχε γοητεύσει χιλιάδες νέους στη Δύση. Ήταν η εποχή που το «Κόκκινο βιβλιαράκι» με τα αποφθέγματα του Μάο –το οποίο είχε συντάξει ο Μπιάο- διαβαζόταν με φανατισμό από τους εξεγερμένους νέους της Ευρώπης και η φωτογραφία του Μεγάλου Τιμονιέρη είχε την θέση της δίπλα σε εκείνη του Τσέ Γκεβάρα στα φοιτητικά αμφιθέατρα της Δύσης.

 

 

 

Στο Βιετνάμ, στην Καμπότζη…

Μια άλλη φωτογραφία που κοσμούσε τα φοιτητικά δωμάτια της Δύσης ήταν εκείνη του ηγέτη του Βορείου Βιετνάμ Χό-Τσι Μίνχ. Το Βιετνάμ και ο βρώμικος πόλεμος που διεξήγαγαν οι Αμερικανοί και οι πιστοί τους σύμμαχοι το 1968 θα έμπαινε σε μια νέα φάση. Στις 20 Ιανουαρίου οι Βιετκόνγκ πολιόρκησαν την αμερικανική βάση του Κε Σαν σε ένα προανάκρουσμα των όσων θα επακολουθούσαν. Από τις 30 Ιανουαρίου (μια μέρα πριν τη νέα σεληνιακή χρονιά της Τετ κατά την τοπική παράδοση) εξαπολύεται μια άνευ προηγουμένου συντονισμένη επίθεση του στρατού του Βορείου Βιετνάμ και των Βιετκόνγκ του Νοτίου Βιετνάμ με στόχο να αποδειχθεί ότι οι αμερικανικές δηλώσεις σύμφωνα με τις οποίες η κατάσταση ήταν πλέον ελεγχόμενη, δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Στις 31 Ιανουαρίου περίπου 80000 βορειοβιετναμέζοι στρατιώτες επιτέθηκαν σε περισσότερες από εκατό πόλεις σε όλη την χώρα στην μεγαλύτερη ως τότε επιχείρηση του πολέμου. Στην νοτιοβιετναμέζικη πρωτεύουσα Σαϊγκόν οι Βιετκόνγκ έφτασαν μέχρι το προαύλιο της αμερικανικής πρεσβείας, ενώ στην πόλη Χουέ-παλιά πρωτεύουσα του βασιλείου των Αννάμ- συγκροτήθηκε επαναστατική κυβέρνηση. Οι νοτιοβιετναμικές δυνάμεις και οι ΗΠΑ εξεπλάγησαν από το μέγεθος της επιχείρησης και με ιδιαίτερο κόπο κατάφεραν να συγκρατήσουν την ορμητικότητα των αλλεπάλληλων κυμάτων επίθεσης. Η σταθεροποίηση του μετώπου οδήγησε στην αμερικανική αντεπίθεση που εκφράστηκε με σφοδρότατους βομβαρδισμούς στον Βορρά. Το Ανόι δήλωσε έτοιμο να διαπραγματευτεί μια αμφίδρομη κατάπαυση του πυρός και ο Πρόεδρος Τζόνσον- που έμοιαζε ιδιαίτερα απομονωμένος μετά την έκπληξη της Τετ- φάνηκε πρόθυμος για μια πολιτική λύση. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις από τους Αμερικάνους συνεχίστηκαν με βασικό σκοπό την κατάλυση της επαναστατικής εξουσίας στην Χουέ. Στις 28 Φεβρουαρίου και έπειτα από σφοδρό βομβαρδισμό τριών εβδομάδων οι αμερικανικές δυνάμεις εισέβαλαν στην κατεστραμμένη πόλη. Η αμερικανική αντεπίθεση όμως που είχε ως απώτερο στόχο και την βελτίωση της επιχειρησιακής ικανότητας των πεζοναυτών και την διασκέδαση των εντυπώσεων της κοινής γνώμης στις ΗΠΑ, θα μετατραπεί σε τραγωδία στην Μί Λάι (My Lai). Στην περιοχή αυτή του κεντρικού Βιετνάμ οι αμερικανικές δυνάμεις διέπραξαν μια από τις απεχθέστερες σφαγές της παγκόσμιας μεταπολεμικής περιόδου. Στις 16 Μαρτίου εισβάλλουν στο μικρό χωριό Σον Μάι προς αναζήτηση ανταρτών. Στο χωριό όμως υπήρχαν μόνο άμαχοι: γυναίκες, ηλικιωμένοι και παιδιά. 520 κάτοικοι θα σφαγιαστούν –χωρίς πρόκληση- από 120 πεζοναύτες του 3ου λόχου της 2ης ταξιαρχίας πεζοναυτών. Για περίπου ένα χρόνο η σφαγή θα παραμείνει άγνωστη στις ΗΠΑ και όταν θα δημοσιοποιηθεί θα ενισχύσει ακόμα περισσότερο το έντονο αντιπολεμικό κλίμα που συγκλόνιζε ήδη από το 1967 το σύνολο των δυτικών κοινωνιών, προκαλώντας ανεπανόρθωτο πλήγμα στον αμερικανικό στρατό και στην διακυβέρνηση του Τζόνσον. Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος αποφασίζει στις 31 Μαρτίου να μην είναι εκ νέου υποψήφιος για το χρίσμα των Δημοκρατικών. Το έγκλημα της Μι Λάι θα μείνει ουσιαστικά ατιμώρητο αλλά η επίδρασή του στην ηθική απαξίωση της αμερικανικής εμπλοκής στον πιο βρώμικο μεταπολεμικό πόλεμο υπήρξε τεράστια.

Η επίδραση των φωτογραφιών από την σφαγή του Μι Λάι μπορεί να συγκριθεί με την επίδραση που είχε στην διεθνή κοινή γνώμη η περίφημη φωτογραφία της εκτέλεσης στο κέντρο της Σαιγκόν από τον  αρχηγό της Αστυνομίας του Νοτίου Βιετνάμ, στρατηγό Νγκουγιέν Νγκοκ Λόαν, του Βιετκόνγκ Νκουγιέν Βαν Λεμ την 1η Φεβρουαρίου 1968. Η φωτογραφική αποτύπωση της φρικτής αυτής πράξης ερχόταν να επιβεβαιώσει τις ειδήσεις που έφθαναν στην Δύση για δημόσιες εκτελέσεις αντιφρονούντων από τα όργανα της διεφθαρμένης νοτιοβιετναμέζικης κυβέρνησης. Περιστατικά σαν αυτά- αλλά και άλλες δραματικές εικόνες όπως λ.χ. της δημόσιας αυτοπυρπόλησης βουδιστών μοναχών στην Σαϊγκόν- άλλαξαν την παγκόσμια οπτική για τις εξελίξεις στην Ινδοκίνα, ενίσχυσαν την αμφισβήτηση και το αντιπολεμικό κλίμα και πυροδότησαν νέες αντιδράσεις σε ολόκληρο τον κόσμο. Τον Μάιο του 1968 οι φοιτητές στη Γαλλία, την Βρετανία, την Γερμανία, την Ιταλία θα καταγγείλουν δημόσια την αμερικανική ιμπεριαλιστική πολιτική. Στην Ιαπωνία, οι εξεγερμένοι της Ζενγκακουέρν- της ομοσπονδίας των αυτονομιστών φοιτητών- που συγκρούονταν από το 1966 με τις αρχές θα στραφούν και κατά των αμερικανικών βάσεων και της γενικότερης αμερικανικής παρουσίας με την διοργάνωση πολλαπλών καταλήψεων πανεπιστημίων και άλλων ακτιβιστικών ενεργειών. Στα αμερικανικά πανεπιστήμια οι φοιτητές θα ριζοσπαστικοποιηθούν και μαζί τους μια ολόκληρη γενιά. Τον Νοέμβριο ο Τζόνσον – λίγο πριν παραχωρήσει τη θέση του στον Νίξον- αποφασίζει να σταματήσει τους βομβαρδισμούς του Βορείου Βιετνάμ, ενώ το Ανόι δέχεται να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις.  Ο πόλεμος στο Βιετνάμ θα συνεχιστεί για αρκετά χρόνια ακόμη, αλλά οι εξελίξεις του 1968 άλλαξαν ανεπιστρεπτί την πορεία του.

Η επίδραση του πολέμου στο Βιετνάμ για ολόκληρη την ινδοκινεζική χερσόνησο υπήρξε άμεση. Στις γειτονικές πρώην γαλλικές αποικίες του Λάος και της Καμπότζης οι ισορροπίες ήταν ανέκαθεν εύθραυστες, ενώ το όλο κλίμα επιβάρυναν οι συχνές μετακινήσεις των Βιετκόνγκ εντός των επικρατειών των δύο αυτών χωρών προκειμένου να αποφύγουν τον εγκλωβισμό από τα αμερικανικά στρατεύματα. Στην Καμπότζη ο ουδετερόφιλος πρίγκιπας Σιχανούκ προσπαθούσε μάταια να διατηρήσει τον έλεγχο του κράτους του. Το 1968 είναι το έτος που θα αναδυθεί το πιο αμφιλεγόμενο επαναστατικό κίνημα του 20ου αιώνα. Η οργάνωση των Ερυθρών Χμέρ – θεωρητικά το ένοπλο τμήμα του σεχταριστικού Κομμουνιστικού Κόμματος- από τις  18 Ιανουαρίου του 1968 θα υποδαυλίσει μια σειρά από εξεγέρσεις στην επαρχία με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης της Πνόμ Πενχ. Αν και σχετικά περιθωριακό, το κίνημα στο οποίο ηγείται ένας παλιός καθηγητής γαλλικής λογοτεχνίας και ιστορίας με το όνομα Saloth Sâr, θα εδραιωθεί σταδιακά στις δώδεκα από τις δεκαεννέα επαρχίες της χώρας χάρη στην απήχηση που είχε στους φτωχούς αγροτικούς πληθυσμούς. Ο Saloth Sâr – που θα μείνει γνωστός στην ιστορία ως Πολ Πότ- έκανε μέσα στο 1968 το πρώτο μεγάλο βήμα για την κατάληψη της χώρας, γεγονός που θα επιτευχθεί μετά από μια σειρά συγκρούσεων και αλλαγής συμμαχιών εφτά χρόνια αργότερα.

 

 

Στην Κορέα, στην Ινδονησία ….

Η κατάσταση για την αμερικανική υπερδύναμη δεν ήταν σε κανένα σημείο της Ασίας εύκολη την περίοδο αυτή. Το 1968 υπήρξε μια χρονιά που η πολεμική μηχανή των ΗΠΑ δέχθηκε αλλεπάλληλα χτυπήματα, ενώ η εικόνα της Ουάσιγκτον επλήγη ανεπανόρθωτα. Μια τέτοια περίπτωση ήταν η κατάληψη του αμερικανικού κατασκοπευτικού πλοίου Πουέμπλο τον Ιανουάριο του 1968 στα ανοιχτά της Βόρειας Κορέας. Το γεγονός ενέπλεξε ακόμα περισσότερο την ήδη περιπλεγμένη κατάσταση στην περιοχή όπου η ισορροπίες ήταν εξαιρετικά εύθραυστες. Για σχεδόν ένα χρόνο οι Βορειοκορεατικές αρχές κράτησαν φυλακισμένους-κατηγορούμενους για κατασκοπία- 83 μέλη του πληρώματος. Το επεισόδιο- που χρονικά συνέπεσε με την βιετναμική επίθεση της Τετ- προκάλεσε τριγμούς στην κυβέρνηση Τζόνσον, έθεσε υπό αμφισβήτηση την πολεμική ικανότητα των ΗΠΑ και επέτεινε το κακό κλίμα μεταξύ της Ουάσιγκτον και του Πεκίνο.

Στην Ινδονησία από την άλλη οι εξελίξεις θα ευνοήσουν την αμερικανική διπλωματία. Η αναρρίχηση στην εξουσία του Σουχάρτο από το 1966 θα επικυρωθεί εντός του 1968 με την οριστική αδρανοποίηση του Σουκάρνο, που με την αδέσμευτη πολιτική του είχε προκαλέσει πολλές ανησυχίες στην Δύση. Η χώρα το 1966-1967 εντάχθηκε εκ νέου στον ΟΗΕ- από όπου είχε αποχωρήσει το 1965 λόγω της ένταξης στον Οργανισμό της «νέο-αποικιακής» Μαλαισίας, όπως υποστήριζε ο  Σουκάρνο. Παράλληλα θα ενταχθεί στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην Παγκόσμια Τράπεζα, ενώ θα υπογραφούν μια σειρά οικονομικών συμφωνιών με δυτικές πετρελαϊκές εταιρίες. Στις 21 Μαρτίου 1968 ο Σουχάρτο, ο σφαγέας του ενός εκατομμυρίου  κομμουνιστών το 1965,  ανακηρύσσεται πρόεδρος της νησιωτικής ομοσπονδίας. Θα παραμείνει στη θέση αυτή ως το 1998, εφαρμόζοντας πολιτική αμφίδρομης καταστολής των κινημάτων της αριστεράς και του πολιτικού Ισλάμ και μετατρέποντας την χώρα του στον πιστότερο στρατιωτικό σύμμαχο των ΗΠΑ στον Ειρηνικό.

 

Στη Μέση Ανατολή …

Το 1968 υπήρξε ιδιαίτερο έτος και για την ταραγμένη Μέση Ανατολή. Οι αραβικές χώρες δεν είχαν καταφέρει να συνέλθουν από την άμεση και καταλυτική ισραηλινή επικράτηση στον πόλεμο των έξι ημερών το 1967. Το Κράτος του Ισραήλ είχε καταφέρει να πλήξει το γόητρο του Νάσερ καταλαμβάνοντας το Σινά, της Συρίας καταλαμβάνοντας τα υψίπεδα του Γκολάν και να αδρανοποιήσει την Ιορδανία και τους παλαιστίνιους μαχητές με την κατάληψη της Γάζας και της Δυτικής Όχθης.  Στους μήνες που ακολουθούν οι ισραηλινές αρχές θα προσπαθήσουν να πλήξουν τους μαχητές της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης που έδρευαν στην Ιορδανία. Έχοντας άμεση πληροφόρηση από την CIΑ, οι ισραηλινοί στρατηγοί διατάσσουν την επιχείρηση εναντίον του παλαιστινιακού στρατοπέδου της Φατάχ- της οργάνωσης του Γιασέρ Αραφάτ- στην Καραμέχ εντός ιορδανικού εδάφους. Η επιχείρηση θα διεξαχθεί στις 21 Μαρτίου με βασικό οργανωτή τον Υπουργό Άμυνας του Ισραήλ Μοσέ Νταγιάν. Η μάχη υπήρξε σκληρή, ενώ και ο ίδιος ο Αραφάτ που βρισκόταν στην περιοχή, σώθηκε την τελευταία στιγμή. Οι Ισραηλινοί σκότωσαν 200 περίπου Φενταγίν, ενώ συνέλαβαν άλλους 150 πριν αποχωρήσουν στην επικράτειά τους. Τα αποτελέσματα της επιχείρησης υπήρξαν εξαιρετικά διφορούμενα. Οι Ισραηλινοί δεν κατάφεραν να διαλύσουν την Φατάχ. Αντίθετα προκάλεσαν την αντίδραση του ΟΗΕ που καταδίκασε την μονομερή αυτή ενέργεια. Η επιδρομή των Ισραηλινών ενίσχυσε την εικόνα της ΟΑΠ και του Αραφάτ στον αραβικό κόσμο, προκάλεσε ένα κύμα ηθικής και υλικής συμπαράστασης στο Ιρακ, την Συρία αλλά και στις χώρες του Κόλπου και οδήγησε χιλιάδες νέους Παλαιστίνιους να δυναμώσουν τις γραμμές των Φενταγίν. Ωστοσο, η ηθική δικαίωση του Αραφάτ  και η αριθμητική αύξηση των Παλαιστίνιων μαχητών στην Ιορδανία θα προκαλέσουν την δυσαρέσκεια του φιλοδυτικού βασιλιά Χουσεΐν που κατά την επιχείρηση της Καραμέχ είδε την επικράτειά του να παραβιάζεται από τον ισραηλινό γείτονα. Η ένταση ανάμεσα στις ιορδανικές αρχές και τον Αραφάτ οδήγησαν δύο χρόνια αργότερα στην επιχείρηση διάλυσης της ΟΑΠ στο Αμμάν και την αποχώρηση των Παλαιστίνιων μαχητών στον Λιβανο (Μαύρος Σεπτέμβρης 1970). Λίγους μήνες αργότερα (τέλη Οκτωβρίου), οι Ισραηλινοί με νέα επιχείρησή τους (υπό το όνομα Helem) θα πλήξουν στόχους στο κανάλι του Σουέζ προκαλώντας ενεργειακά προβλήματα στην Αίγυπτο και πλήττοντας εκ νέου την εικόνα του Προέδρου Νάσερ στον αραβικό κόσμο.

Η αποδυνάμωση της επιρροής του Νάσερ έγινε ακόμα πιο εμφανής στην περίπτωση του Ιράκ. Το επαναστατικό εθνικιστικό κίνημα στον αραβικό κόσμο γνώρισε μια νέα περίοδο ανανέωσης με την επικράτηση του πραξικοπήματος του Αραβικού Σοσιαλιστικού Κινήματος Μπαάθ στη Βαγδάτη το καλοκαίρι του 1968. Η κατάληψη της εξουσίας από μια ομάδα φιλόδοξων εθνικιστών αξιωματικών οδήγησε στην μεταστροφή της ιρακινής εξωτερικής πολιτικής που ταυτόχρονα προσπάθησε να αποδεσμευτεί από την νασερική επιρροή και να διαμορφώσει έναν νέο άξονα εναντίον του Ισραήλ. Στο εσωτερικό της χώρας τόσο ο νέος πρόεδρος Ahmad Hasan al-Bakr όσο και ο διάδοχός του Σαντάμ Χουσεΐν κατέστειλαν τόσο τους νασερικούς όσο και τους κομμουνιστές, ενώ προχώρησαν σε ένα ευρύ πρόγραμμα εκσυγχρονισμού της οικονομίας με την εθνικοποίηση των πετρελαιοπηγών.

 

Στην Αφρική ….

Το 1968 υπήρξε μια ιδιαίτερη χρονιά και για την Μαύρη Ήπειρο, καθώς ολοκληρωνόταν η πρώτη φάση της μετάβασης στην μεταποικιακή εποχή. Η εντατικοποίηση των απαιτήσεων των εθνικο-απελευθερωτικών οργανώσεων  για επιτάχυνση των διαδικασιών αποχώρησης των αποικιακών δυνάμεων, επέτρεψε την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας μερικών από τις τελευταίες ευρωπαϊκές κτήσεις. Μέσα στο έτος κέρδισαν την ανεξαρτησία τους από τους Βρετανούς ο Μαυρίκιος και η Σουαζιλάνδη, ενώ΄ στην Ροδεσία (σημερινή Ζιμπάμπουε) όπου ο Ίαν Σμίθ είχε ανακηρύξει  μονομερώς την ανεξαρτησία από το 1965 υιοθετώντας το σύστημα των φυλετικών διακρίσεων (απαρτχάιντ), η κυβέρνηση  της λευκής μειοψηφίας βρισκόταν σε εξαιρετικά δυσχερή θέση.  Η διεθνής κοινότητα αρνείται να αναγνωρίσει ένα δεύτερο ρατσιστικό καθεστώς μετά από εκείνο της Νοτίου Αφρικής και η ένταση με το Λονδίνο παρέμενε ισχυρή. Στην ζώνη του Ισημερινού η Ισπανία θα απωλέσει τον Οκτώβριο τον έλεγχο επί της μικροσκοπικής Ισημερινής Γουινέας και μαζί το καθεστώς του Φράνκο στη Μαδρίτη θα δεχθεί ένα ακόμα πλήγμα στο διεθνές γόητρό του.

Η μετάβαση ωστόσο στη νέα εποχή υπήρξε εξαιρετικά επώδυνη για τις περισσότερες πρώην ευρωπαϊκές αποικίες. Αυτονομιστικά κινήματα υπό τον πλήρη ή των μερικό έλεγχο των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων Ανατολής και κυρίως Δύσης, εμπλοκή των δυτικών πολυεθνικών εταιριών στην διακυβέρνηση των εύθραυστων νέων κρατών, διεφθαρμένες κυβερνήσεις και εθνοτικές διαφορές χαρακτήριζαν- και εν πολλοίς χαρακτηρίζουν ακόμη- την αφρικανική πραγματικότητα. Η κρίση του πρώην Βελγικού Κογκό (Ζαΐρ) στις αρχές της δεκαετίας και η εφήμερη ανακήρυξη της «Δημοκρατίας της Κατάγκα» του Μωησή Τσόμπε υπό την προστασία Βέλγων μισθοφόρων, αποτέλεσε ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της διαμόρφωσης μιας νεοαποικιακής Αφρικής.

Τραγικότερη ωστόσο υπήρξε η περίπτωση της Μπιάφρας και της διαμάχης της με την Νιγηρία. Από τον Μάιο του 1967 οι νοτιο-ανατολικές επαρχίες της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Νιγηρίας, στις οποίες πλειοψηφούσε η φυλή των Ίμπο (ή Ίγκμπο), προχώρησαν στην μονομερή ανακήρυξη της ανεξαρτησίας τους και σχημάτισαν την   «Δημοκρατία της Μπιάφρα». Η περιοχή παρουσίαζε πολλές φυλετικές και πολιτισμικές διαφοροποιήσεις από τον Βορρά, ωστόσο η πραγματική αιτία της απόσχισης δεν ήταν οι μακραίωνες αντιθέσεις μεταξύ των βόρειων μουσουλμάνων και των νότιων ανιμιστών και χριστιανών. Αυτές οι αντιθέσεις υπήρξαν μόνο η πρόφαση. Το διακύβευμα ήταν ο έλεγχος των τεράστιων κοιτασμάτων πετρελαίου που βρίσκονταν στις περιοχές των Ίμπο. Στην διένεξη θα εμπλακούν τόσο αφρικανικές όσο και δυτικές δυνάμεις. Την αυτόνομη Μπιάφρα αναγνώρισαν η Τανζανία, η Γκαμπόν, η Ακτή Ελεφαντοστού και η Ζάμπια, ενώ στρατιωτικά και οικονομικά θα την συνδράμουν η Ροδεσία, η Πορτογαλία, η Νότια Αφρική και η Γαλλία. Ειδικά η γαλλική εμπλοκή στην περιοχή υπήρξε χαρακτηριστικό παράδειγμα της αφρικανικής πολιτικής που για δεκαετίες θα εφαρμόζει  το Παρίσι υπό την ενορχήστρωση του περιβόητου προεδρικού συμβούλου Jacques Foccart και που ως βασικό στόχο είχε την διασφάλιση των οικονομικών και στρατηγικών συμφερόντων της Γαλλίας στην Αφρική. Η χρήση των αποστολών του γαλλικού Ερυθρού Σταυρού στην χειμαζόμενη από τον λιμό Μπιάφρα για την μυστική αποστολή όπλων στην αυτονομιστική κυβέρνηση αποτέλεσε το κυνικότερο δείγμα της γαλλικής πολιτικής. Στο πλευρό της Μπιάφρα βρέθηκε ακόμα και το Βατικανό που με μια σειρά αερομεταφερόμενες επιχειρήσεις ενίσχυσε την αυτονομιστική κυβέρνηση προσδίδοντας στο ζήτημα μια εξαιρετικά παράδοξη διάσταση.  Η Βρετανία, οι ΗΠΑ αλλά διακριτικά και η Σοβιετική Ένωση υποστήριξαν την νιγηριανή κυβέρνηση στον πόλεμο για την επανένωση της Μπιάφρα με την Ομοσπονδία. Ο εμφύλιος πόλεμος είχε ως  αποτέλεσμα πάνω από ένα εκατομμύριο νεκρούς -κυρίως λόγω του λιμού- μετά τον αποκλεισμό της Μπιάφρα από τις νιγηριανές δυνάμεις το διάστημα 1968-1969. Οι εικόνες των πεινασμένων παιδιών της θα κάνουν τον γύρο του κόσμου προκαλώντας την κινητοποίηση της διεθνούς κοινής γνώμης για την ανθρωπιστική τραγωδία που λάμβανε χώρα στην περιοχή αυτή. Ο πόλεμος διατηρήθηκε ως το 1970 με την τελική κατάλυση της αυτόνομης επαρχίας και την αποκατάσταση της κεντρικής εξουσίας.

 

Αντί επιλόγου…

Ο Έντγκαρ Μορέν αναφερόμενος στα γεγονότα του γαλλικού Μάη, υποστήριξε ότι  το 1968 υπήρξε μια «έκσταση της Ιστορίας». Αυτός ο χαρακτηρισμός δεν περιορίζεται κατά τη γνώμη μας μόνο στις εξελίξεις που έλαβαν χώρα στους δρόμους του Παρισιού. Έχει επικρατήσει το 1968 να ταυτίζεται κατά βάση με τις φοιτητικές και νεανικές εξεγέρσεις στη Δυτική Ευρώπη ή με την «χαμένη Άνοιξη» της Πράγας. Το 1968 είχε όμως διεθνείς διαστάσεις. Σε όλο τον κόσμο οι εξουσίες-οι όποιες εξουσίες- αμφισβητούνται, φθείρονται, σε κάποιες περιπτώσεις ανατρέπονται. Σε άλλες περιπτώσεις οι εξελίξεις έλαβαν ένα θετικό πρόσημο για τους λαούς. Σε άλλες περιπτώσεις όχι. Μπορεί το 1968 να ήταν τελικά η χρονιά που ΔΕΝ άλλαξε ο κόσμος αλλά ήταν σίγουρα η χρονιά που ο κόσμος έγινε διαφορετικός, που απέκτησε άλλο χρώμα. Ήταν μια χρονιά  που σημαδεύτηκε τόσο από τις ιδεολογικές ζυμώσεις και τις ουτοπικές αναζητήσεις όσο και από τις ανθρωπιστικές τραγωδίες με τα εκατομμύρια θύματα και τους σκληρούς βρώμικους πολέμους.  Για κάποιους που ζούσαν στην καταναλωτική και πλούσια Δύση η ανάγκη για περισσότερο χρώμα, για περισσότερη φαντασία ήταν εξαιρετικά σημαντική. Για κάποιους άλλους όμως που το χώμα που πατούσαν είχε ποτιστεί με το αίμα των αγωνιστών για την ελευθερία τα ζητούμενα ήταν διαφορετικά, πιο άμεσα, πιο ρεαλιστικά: επιβίωση, απελευθέρωση και αξιοπρέπεια. Και το χρώμα που κυριαρχούσε ήταν εκείνο της ανατροπής: το χρώμα της επανάστασης.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Artières, M.Zancarini-Fournel (dir.), 68, une histoire collective, La Decouverte, Paris 2008
  • Colin Brown, A short history of Indonesia : the unlikely nation?, Allen & Unwin 2003
  • David Caute, 1968 dans le monde, Robert Laffont, Paris 1988
  • John A. Tully, A short history of Cambodia : from empire to survival. Allen & Unwin 2005
  • François-Xavier Verschave, La Françafrique : Le plus long scandale de la République, Stock, Paris1999
  • Arthur Goldschmidt Jr, Ιστορία της Μέσης Ανατολής, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2016
  • Philip Short, Πολ Ποτ. Ανατομία ενός εφιάλτη, Modern Times, Αθήνα 2006
  • Γιουνγκ Τσανγκ-Τζον Χαλλιντέϋ, Μάο. Η άγνωστη ιστορία, Εστία, Αθήνα 2007
  • Λάμπρος Φλιτούρης, Αποικιακές αυτοκρατορίες, Η εξάπλωση της Ευρώπης στον κόσμο 16ος-20ος αι., Ασίνη, Αθήνα 2015

 

«Αγαπημένη πρώην: ένα χρονικό της Γιουγκοσλαβίας και του κινηματογράφου της»

 

kus02στη μνήμη του Αντρέα Παγουλάτου (1948-2010)

                                                                             

 

Έχει ειπωθεί ότι η ιστορία της πρώην Γιουγκοσλαβίας θυμίζει το χρονικό ενός παθιασμένου και ανώριμου έρωτα που οδηγεί σ’έναν βασανιστικό γάμο και  καταλήγει σ’ένα επώδυνο διαζύγιο. Θυμίζει έναν γάμο μεταξύ μακρινών συγγενών ενός απομονωμένου χωριού. Όλοι οι συγγενείς διαφωνούν για τις προοπτικές της συμβίωσης αλλά το ζευγάρι επιμένει. Ο γάμος γίνεται κι ας παρίστανται μόνο ξένοι καλεσμένοι. Ο έρωτας όμως δεν κρατά αιώνια. Η καθημερινότητα, η έλευση των παιδιών και οι ανάγκες τους, ο φθόνος των γειτόνων, το βάρος των χρόνων, αναδύουν προβλήματα μακρόχρονα. Για κάποιους ίσως απελευθερώνουν κατάρες μακραίωνες . Η σύγκρουση όσο περισσότερο αργεί τόσο πιο σκληρή θα είναι όταν εκδηλωθεί.

Η κλασική ιστοριογραφία αναγνωρίζει την κοινή φυλετική καταγωγή των νοτιοσλαβικών λαών. Στη μεγάλη γειτονιά που κατοικούσαν οι Γιουγκοσλάβοι το αφεντικό πάντα ήταν άλλος. Αυστριακοί κι Οθωμανοί μοιράζονταν για πάνω από τέσσερις αιώνες τα εδάφη τους. Όταν τελικά έφυγαν, οι διεθνείς συνθήκες και τα ποικίλα συμφέροντα ευλόγησαν το νέο σπίτι: το 1918 η Γιουγκοσλαβία, περίπου όπως τη γνωρίσαμε και μεταπολεμικά, έκανε τα πρώτα της βήματα. Και ήταν όμορφη εκείνη η γαμήλια τελετή. Ήταν ένα πραγματικό πανηγύρι σαν κι αυτά που τόσο έντονα χρωμάτισε ο Κουστουρίτσα στις ταινίες του.  Κροάτες και Μακεδόνες χόρευαν παρέα με τους Σέρβους. Πιο πέρα ένας Μαυροβούνιος έδειχνε πως παίζουν την πίπιζα σ’έναν ξανθό Σλοβένο. Ένας καθολικός επίσκοπος να πίνει μ’έναν ορθόδοξο παπά ρακί, κάτω από το γελαστό βλέμμα ενός ιμάμη.  Ούγγροι, Ιταλοί, Γερμανοί και Αλβανοί, όλοι ψηφίδες που ολοκλήρωναν ένα σλάβικο μωσαϊκό. Ένα μωσαϊκό πολύχρωμο, που χώραγε και τα βιολιά των Τσιγγάνων, τα βλάχικα κλαρίνα και τους αμανέδες των Τούρκων. Κι όμως το γάμο αυτό πολλοί τον ζήλεψαν. Και ξένοι και ντόπιοι. Κυρίως αυτοί οι τελευταίοι, γρήγορα μετάνιωσαν, γρήγορα απογοητεύτηκαν και οι αρχικοί καυγάδες  τους έγιναν  φονικές συγκρούσεις.

Ο εθνικιστικός διχασμός που κληροδότησε ο Β’Παγκόσμιος Πόλεμος καλύφθηκε γρήγορα κάτω από τη γρανιτένια σκέπη του «παρτιζάνου πατερούλη» Τίτο. Όταν στις 31 Ιανουαρίου του 1946 ιδρυόταν επίσημα η Ομοσπονδιακή Λαϊκή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, στον τύπο της εποχής εμφανίστηκε μια λαϊκή εικόνα δείγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στην τέχνη: έξι μικρά κορίτσια –οι έξι δημοκρατίες- να χορεύουν σ’ένα γαϊτανάκι γύρω από το δέντρο που συμβόλιζε τη Γιουγκοσλαβία. Το παρελθόν των Ούστασι και των Τσέτνικ, των Μακεδόνων αυτονομιστών και της φιλοναζιστικής μουσουλμανικής ένωσης της Βοσνίας διαγράφηκαν. Το παρτιζάνικο παρελθόν έγινε κοινό κτήμα του νέου κράτους, μια επίσημη και μοναδική ιστορία που εξάλειψε τις διαφορές και υπηρέτησε για χρόνια το ιδανικό της νέας πολυεθνικής σοσιαλιστικής πατρίδας. Στα πλαίσια αυτά ο κινηματογράφος της Γιουγκοσλαβίας έπρεπε να είναι εθνικός και πατριωτικός τουλάχιστον στα πρώτα δύσκολα χρόνια της μετάβασης στο νέο κρατικό μόρφωμα. Η εθνική κινηματογραφία θα ενισχυθεί και θα ενταχθεί στο επίσημο κρατικό πρόγραμμα αναμόρφωσης της κουλτούρας. Για μια περίοδο ως τις αρχές του 1960 το πολεμικό-αντιστασιακό μελόδραμα θα γνωρίσει τεράστια ανάπτυξη και θα ενισχύσει τη μυθολογία της ενιαίας κομμουνιστικής αντίστασης. Από το 1947 ως το 1951 η κινηματογραφική παραγωγή θα υπαχθεί σ’έναν ενιαίο κρατικό σχεδιασμό όμοιο με αυτόν που εφαρμόστηκε την ίδια περίοδο σε ολόκληρη την κρατική οργάνωση της χώρας. Το Βελιγράδι αναδείχθηκε σε βασικό κινηματογραφικό κέντρο που κάλυπτε το 50% της παραγωγής. Εκεί έδρευε το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο κινηματογραφίας, οι κινηματογραφικές εταιρίες Zvezda Films και  Avalon films, και εκεί θα έχει τη βάση της και η επιφορτισμένη με την προώθηση του γιουγκοσλαβικού κινηματογράφου στο εξωτερικό Jugoslavija Films. Σκηνοθέτες όπως οι  Rados Novakovic, Vjekoslav Afric, Vojislav Nanovic και Gustav Gavrin θα αντλήσουν τα θέματά τους άλλοτε από το πρόσφατο πολεμικό παρελθόν κι άλλοτε από σύγχρονα θέματα, που ωστόσο αντικατοπτρίζουν τα βασικά προβλήματα αλλά και τις ελπίδες των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων. Θεματικές που αντλούνταν κύρια από το σέρβικο ιστορικό παρελθόν και που είχαν γνωρίσει έντονη ανάπτυξη κατά την προπολεμική περίοδο δεν θα εμφανιστούν σ’αυτή την πρώτη περίοδο.

Όταν το 1947 συγκρούστηκε ο Τίτο με το Στάλιν για ζητήματα ιδεολογικής καθαρότητας, εξωτερικών προσανατολισμών, εσωτερικών σχεδιασμών αλλά και λόγω του έντονου προσωπικού ανταγωνισμού των δύο ηγετών, η νεαρή Γιουγκοσλαβία αναζήτησε νέες κατευθύνσεις. Η τιτοϊκή προσωπολατρία ενισχύθηκε με στόχο των περιορισμό των όποιων διασπαστικών πιέσεων, ενώ οι φιλοσοβιετικοί κομμουνιστές εξορίστηκαν στο «Γυμνό Νησί» στη Βόρεια Αδριατική. Η γιουγκοσλαβική ηγεσία ευτύχησε να έχει μέλη όπως ο Ράνκοβιτς, ο Τζίλας και ο Καρντέλι, που αντιλήφθηκαν γρήγορα ότι η γιουγκοσλαβική κοινωνία αν ήθελε να επιζήσει θα έπρεπε να ακολουθήσει ένα διαφορετικό μοντέλο από εκείνο της σοβιετικής γραφειοκρατίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 θεσμοθετείται η εργατική αυτοδιαχείριση, ενώ πραγματοποιούνται  σοβαρές μαρξιστικές αναλύσεις στο χώρο της οικονομίας, της πολιτικής επιστήμης και της φιλοσοφίας. Η ενίσχυση της αποκέντρωσης δεν σήμαινε σε καμία περίπτωση την ενίσχυση των φυγόκεντρων δυνάμεων. Αντίθετα, η ενίσχυση των τοπικών εθνικών πρωτοβουλιών υπό τον αυστηρό όμως έλεγχο της κομματικής μηχανής τόνωσε την οικονομία της χώρας και δημιούργησε αυτό που θαυμάστηκε στο εξωτερικό «ως το γιουγκοσλαβικό μοντέλο». Τις σοβαρές οικονομικές δυσκολίες που προκαλεί η απομόνωση  από την Ανατολή και οι οποίες απείλησαν τη χώρα ακόμα και με το φάσμα της πείνας, ο Τίτο θα τις αντιμετωπίσει με ένα προσεκτικό άνοιγμα στις δυτικοευρωπαϊκές αγορές, με μια ενίσχυση του ρόλου του στρατού και του κόμματος στην οικονομική ανάκαμψη και με την εφαρμογή ενός πενταετούς οικονομικού προγράμματος. Στη διεθνή σκηνή κι ενώ ο Ψυχρός Πόλεμος βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο μετά το ξέσπασμα και του πολέμου στην Κορέα, η γιουγκοσλαβική εξωτερική πολιτική θα καταφέρει να ισορροπήσει ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό.  Αν και ο θάνατος του Στάλιν δημιούργησε την πρόσκαιρη ελπίδα της επανένταξης της Γιουγκοσλαβίας στο σοβιετικό μπλόκ, τα γεγονότα της Ουγγαρίας το 1956 και η στάση της νέας χρουτσωφικής ηγεσίας, οδήγησαν τον Τίτο στην οριστική επιλογή του «άλλου δρόμου» προς το σοσιαλισμό, ενώ η ανάδειξή του σε έναν από τους ηγέτες του Κινήματος των Αδεσμεύτων προκάλεσε την αντίδραση της ΕΣΣΔ και της Κίνας. Η αυτοδιαχείριση οδήγησε σε μια άνευ προηγουμένου  αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής που ξεπέρασε το 10% ετησίως ανάμεσα στα 1953 και 1956. Την ίδια περίοδο ένα ευρύ πρόγραμμα κατά της γραφειοκρατίας δημιουργεί θεωρητικά νέες συνθήκες πολιτιστικής και πνευματικής ανάπτυξης.

Οι αλλαγές θα επηρεάσουν την κινηματογραφία ποικιλότροπα. Από τη μια πλευρά η ενίσχυση των εθνικών κινηματογραφιών και η μερική απελευθέρωση από τον κρατικό οικονομικό και ιδεολογικό έλεγχο επέτρεψαν την ανάπτυξη νέων θεματικών, την αναζήτηση νέων δρόμων έκφρασης και την έλευση στο χώρο νέων προσώπων με ιδέες που αντικατόπτριζαν την ιδιαιτερότητα αλλά και την ποικιλομορφία της γιουγκοσλαβικής κοινωνίας. Ωστόσο, το κράτος παύει αν είναι ο βασικός χρηματοδότης και οι νέοι σκηνοθέτες πρέπει να μάθουν να δουλεύουν σε συνθήκες καπιταλισμού προσφοράς και ζήτησης και να εξαρτούν την οικονομική τους επιβίωση από την πορεία των ταινιών στις αίθουσες. Αυτό θα προκαλέσει κάποια σημαντικά προβλήματα. Όμως, η πρωτόγνωρη ελευθερία που νιώθει μια νέα γενιά κινηματογραφιστών και οι σχέσεις της χώρας με τη Δύση αλλά και την Ανατολή θα εμπλουτίσουν με δυναμισμό τις νέες προσπάθειες και θα φέρουν τον γιουγκοσλαβικό κινηματογράφο πιο κοντά στα ευρωπαϊκά ρεύματα. Στο Ζάγκρεμπ μια ιδιαίτερη άνθηση γνώρισε η ταινία κινουμένων σχεδίων σε βαθμό που η ιστορία του κινηματογράφου να μιλάει ως τις μέρες μας για την «Σχολή του Ζάγκρεμπ». Παράλληλα, παλιότεροι κινηματογραφιστές όπως ο Rados Novakovic (Distant is the Sun, 1953, The Song from Kumbara, 1955, The Wind Stopped toward Dawn, 1959), ή ο Vojislav Nanovic (Gipsy, 1953, Three Steps into the Emptiness, 1958) αλλά και νεότεροι όπως ο Vladimir Pogacic (Great and Small, 1956, Alone, 1959, On Saturday Evenings, 1957) ο Zivorad Mitrovic (The Echelon of Doctor M., 1955, Captain Lesi, Signals over the City, 1960) και ο Alexander Petrovic επηρεασμένοι από τον ιταλικό νεορεαλισμό αλλά και τις πρώτες δοκιμές της γαλλικής nouvelle vague θα ανανεώσουν ακόμα και την οπτική των ταινιών που αντλούσαν τα θέματά τους από την πολυχρησιμοποιημένη περίοδο του πολέμου. Παράλληλα, πιστή στο άνοιγμα προς τη Δύση η γιουγκοσλαβική κινηματογραφία θα συνεργαστεί με ουδέτερες χώρες σε διάφορες συμπαραγωγές (Αυστρία, Νορβηγία κ.α.) και θα ανοίξει τα κροατικά και σέρβικα στούντιο σε ξένες παραγωγές από την Ιταλία ή τη Δ.Γερμανία.

Η έναρξη όμως του προγράμματος αυτοδιαχείρισης είχε και μια άλλη εικόνα λιγότερο λαμπρή. Παρά την άνθιση των οικονομικών δεικτών, η ανισομερής συμμετοχή των δημοκρατιών στο κοινό ταμείο αλλά και η ενίσχυση των εξουσιών του Τίτο, προκάλεσε από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 την σκληρή κριτική του θεωρητικού της γιουγκοσλαβικής ηγεσίας Τζίλας. Το πενταετές πρόγραμμα του 1946 είχε αποδώσει καρπούς χάρη κυρίως στην ξένη οικονομική βοήθεια. Ωστόσο, το βιοτικό επίπεδο της Γιουγκοσλαβίας εξακολουθούσε να είναι από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη το 1953. Η αυτοδιαχείριση έμοιαζε να έχει φτάσει στα όρια της  στα μέσα της δεκαετίας του ’50. Με άλλα λόγια το εναλλακτικό γιουγκοσλαβικό πρότυπο είχε αποτύχει να αποτελέσει ένα παράδειγμα για την Ανατολική Ευρώπη, ενώ παρά την περιστασιακή αύξηση του βιοτικού επιπέδου ζωής των εργατών και των αγροτών, στα τέλη της δεκαετίας η κατάσταση οδηγήθηκε σε ένα νέο αδιέξοδο όμοιο μ’εκείνο του 1947-1948. Με την έκδοση των περιβόητων άρθρων και βιβλίων του στο εξωτερικό ο Τζίλας ανάμεσα στα 1954 και τα 1957 έκανε λόγο για την ανάγκη μιας πλουραλιστικής λειτουργίας το κόμματος και κατηγορούσε την ύπαρξη μιας γραφειοκρατίας που είχε αντικαταστήσει την ηρωική γενιά του αντάρτικου. Ο Τζίλας θα δικαστεί για τη δράση του, θα φυλακιστεί και θα αποπεμφθεί από κάθε κομματικό αξίωμα. Με την κριτική του όμως θα αποδείξει ότι οι θεωρίες της αυτοδιαχείρισης αν και ηχούσαν υπέροχα στα αυτιά των Ευρωπαίων δεν έδωσαν ουσιαστικές λύσεις και αποτέλεσαν μιας πρώτης τάξεως προπαγανδιστικό μηχανισμό στην υπηρεσία ενίσχυσης της εικόνας του Τίτο στο εξωτερικό. Στο εσωτερικό μέτωπο ωστόσο η αποτυχία ήταν πλήρης: το 1958 θα λάβει χώρα ή πρώτη απεργία ανθρακωρύχων στη σοσιαλιστική Σλοβενία. Την ίδια περίοδο ξαναεμφανίζονταν μετά από χρόνια οι εθνικιστικές αρρυθμίες στον γιουγκοσλαβικό οργανισμό. Η δεκαετία του 1960 ερχόταν και η κατάσταση στη Γιουγκοσλαβία έμοιαζε εξαιρετικά τεταμένη.

Κι όμως παρά την εσωτερική κρίση του γιουγκοσλαβικού μοντέλου και την κριτική του Τζίλας, ο Τίτο κατάφερε στη δεκαετία του ’60, με προσωπικές κινήσεις και χάρη στην μεγάλη αίγλη που είχε εντός και εκτός της χώρας, να ανανεώσει πολλές από τις δομές της γιουγκοσλαβικής οικονομίας ενισχύοντας ένα μοντέλο που προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στον σοσιαλιστικό κρατικό σχεδιασμό, την αυτοδιαχείριση και τα ανοίγματα στην οικονομία της αγοράς. Η τροποποίηση του Συντάγματος το 1963 με την κατοχύρωση της ισοβιότητάς του στη ηγεσία του κράτους διασφάλιζαν την σταθερή πορεία του κράτους υπό την καθοδήγηση του Μεγάλου Αρχηγού. Τα ανοίγματα στη Δύση, η είσοδος στη χώρα καταναλωτικών προϊόντων, η αύξηση του τουριστικού ρεύματος προς τη χώρα, η συνεργασία στη βιομηχανία με δυτικές εταιρείες αλλάζουν τη μορφή της χώρας και της κοινωνίας. Στον καλλιτεχνικό τομέα, η εγκατάλειψη του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» επέτρεψε σε νέες φόρμες έκφρασης να εκδηλωθούν, ενώ και τα νέα δυτικά ρεύματα θα γίνουν γόνιμα δεκτά από μια νεολαία που ακολουθεί τις αναζητήσεις των νέων όλου του κόσμου την ίδια εποχή. Ο Αλεξάντερ Πέτροβιτς με την ταινία Τρεις (1965) και το βραβευμένο στις Κάννες Συνάντησα κι ευτυχισμένους τσιγγάνους (1967) και ο Βέλτσκο Μπούλατσιτς με σημαντικές διεθνείς συμπαραγωγές θα σημειώσουν αξιόλογη δράση. Ο Vladan Slijepcevic χρησιμοποιεί τον ποιητικό ρεαλισμό για να αποδώσει σύγχρονα θέματα (Medallion with Three Hearts, 1962, The Protege, 1966), ενώ με πιο ρεαλιστικό τρόπο κινείται ο  Zivojin Pavlovic (The Awakening of Rats, When I’m Dead and White, 1960). Ωστόσο, είναι η γενιά του λεγόμενου «Μαύρου Κύματος» με τους Karpo Godina και  Zelimir Zilnik και με προεξέχοντα τον  Ντούσαν Μακαβέγιεφ  που θα σηματοδοτήσουν τη δεκαετία του ’60. Η αναρχική, ανατρεπτική ματιά του Κύματος και η σουρεαλιστική απεικόνιση της σύγχρονης γιουγκοσλαβικής κοινωνίας συμβαδίζει με το πνεύμα αμφισβήτησης δομών και φορμών της εποχής. Το σεξ ως μέσο απελευθέρωσης αλλά και ως μέσο κριτικής, το μικτό ύφος και η χρήση κολάζ κάνουν εξαιρετικά δημοφιλείς τις ταινίες του Μακαβέγιεφ Ο άνθρωπος δεν είναι πουλί (1965), Έγκλημα ζηλοτυπίας (1969), Τα μυστήρια του οργανισμού (1971). Κοντά σε αυτό το ρεύμα η Σχολή του Ζάγκρεμπ συνεχίζει την παραγωγή αξιόλογων  ταινιών κινουμένων σχεδίων με κύριους εκπροσώπους τους Dušan Vukotić (βραβευμένος με Oscar το 1963), ο Vatroslav Mimica και ο Vlado Kristl. Στο Βελιγράδι αντίστοιχα από τα μέσα της δεκαετίας θα γνωρίσει ανάπτυξη το ντοκιμαντέρ μέσω της  «Dunav film» και θα γνωρίσει διεθνή αναγνώριση χάρη σε δημιουργούς όπως οι Kristo Skanata, Vladan Slijepcevic, Stjepan Zaninovic, Mica Milosevic, Nikola Jovicevic και Aleksandar Ilic.

Στο τέλος της δεκαετίας η Γιουγκοσλαβία παρουσιάζει ένα εντυπωσιακό κοντράστ σε διαφορετικά επίπεδα. Είναι η αντίθεση ενός κέντρου υπερανεπτυγμένου και δυναμικού με μια περιφέρεια  που κινείται μάλλον στους γνωστούς ρυθμούς της Βαλκανικής. Είναι η αντίθεση του ανεπτυγμένου Βελιγραδίου, του Ζάγκρεμπ και της Λουμπλιάνα και του πιο υποβαθμισμένου Σεράγεβο ή ακόμα και των κατεστραμμένων από το σεισμό Σκοπίων. Είναι η αντίθεση ανάμεσα στις τουριστικές δαλματικές ακτές και στο φτωχό γιουγκοσλαβικό νότο. Είναι η αντίθεση ανάμεσα σε μια χώρα που μοιάζει στο Βορρά της να προσεγγίζει όλο και περισσότερο ένα ευρωπαϊκό μοντέλο ζωής αλλά στο κέντρο και το νότο να γνωρίζει η αφαίμαξη της μετανάστευσης προς την Αυστραλία, τον Καναδά, τη Γερμανία. Το 1966 το οικονομικό σταθεροποιητικό πρόγραμμα που είχε συνταχθεί λίγα χρόνια πρν εγκαταλείπεται, ενώ ο Τιτο θα στερηθεί και τις υπηρεσίες του ως τότε αντιπροέδρου Αλεξάντερ Ράνκοβιτς που καθαιρείται κατηγορούμενος ως υποστηρικτής της κομματικής γραφειοκρατίας.  Το 1968 είναι και για τη  Γιουγκοσλαβία η χρονιά των φοιτητικών εξεγέρσεων αλλά και η χρονιά ανάδυσης του προβλήματος του Κοσόβου. Ο Τίτο θα καταφέρει να φανεί ως ο καλύτερος υποστηρικτής μιας πιο εκτεταμένης δημοκρατίας αλλά και ως ο εγγυητής της ενότητας του κράτους.

Η είσοδος στη δεκαετία του ’70 κάνει πιο έκδηλες τις φυγόκεντρες εθνικιστικές τάσεις αλλά και τις ενστάσεις από τους συντηρητικότερους κομμουνιστές που φοβούνται ότι «ο καπιταλισμός μπαίνει από το παράθυρο».  Ο Κροάτης Kreso Golik θα αντλήσει πάλι ένα θέμα από τον πόλεμο και θα δώσει μια όμορφη κωμωδία με τίτλο  He Who Sings Means No Harm. Η πορεία προς το 1980 είναι η πορεία μιας κοινωνίας που μετά από ένα προνομιακό φλερτ με τα αγαθά του καπιταλισμού – σε σχέση με τις άλλες ανατολικές χώρες- έρχεται αντιμέτωπη με την κρίση: κρίση οικονομική μετά τα μεγάλα παγκόσμια προβλήματα που προκάλεσε η  πετρελαϊκή κρίση, κρίση ιδεολογική με την σταδιακή αποχώρηση των παλιών παρτιζάνων συντρόφων του Τίτο, κρίση από τις έντονες εθνικιστικές τάσεις που ξυπνούν στη Σερβία, την Κροατία και στα νεότερα προβλήματα του Κοσόβου και της Βοσνίας. Το 1974 η νέα συνταγματική μεταρρύθμιση του Τίτο θα δώσει μια τελευταία πνοή ζωής στη Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία. Η αναγνώριση της αυτονομίας του Κοσόβου και της Βοϊβοντίνας θα πλήξει σε πρώτο επίπεδο τον σέρβικο αυταρχισμό αλλά θα υποσκάψει την ενότητα της χώρας δημιουργώντας και νέες εστίες έντασης, που θα εκδηλωθούν μελλοντικά. Την ίδια χρονιά ο Μακαβέγιεφ θα δώσει το Sweet Movie, ένα ψυχιατρικό δοκίμιο, μια γλυκόπικρη ταινία που μόνο η μουσική του Χατζιδάκι μοιάζει να έχει έναν ειρμό. Η μορφή του δακρυσμένου Κάρλ Μάρξ που εμφανίζεται σ’ένα σημείο της ταινίας έκανε ίσως τους θεατές να αναρωτηθούν εκτός των άλλων για την πορεία της σοσιαλιστικής πατρίδας.

Στα μέσα της δεκαετίας η χώρα θα γνωρίσει εκ νέου μια ανάπτυξη του τουρισμού και της αυτοκινητοβιομηχανίας, ενώ η κριτική απέναντι στο σοβιετικό μοντέλο –ειδικότερα μετά την εισβολή στο Αφγανιστάν- θα στρέψει και πάλι την προσοχή των Ευρωπαίων στο γιουγκοσλαβικό παράδειγμα της αυτοδιαχείρισης, στο παράδειγμα που φάνταζε ως ένας σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο. Τα πράγματα όμως δεν ήταν ακριβώς έτσι. Το καθεστώς αντιμετωπίζει με σπασμωδικό τρόπο  τις φωνές διαμαρτυρίας. Θα κλείσει την ιστορική πολιτική επιθεώρηση Praxis και θα εκδιώξει μια σειρά φιλελεύθερων καθηγητών από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου. Η νέα πετρελαϊκή κρίση το 1979 θα εκτοξεύσει τον πληθωρισμό στα ύψη και επακόλουθα τις τιμές των καταναλωτικών αγαθών. Οι κινηματογραφιστές και ιδίως όσοι είχαν ασχοληθεί ως τότε με το ντοκιμαντέρ θα αποτυπώσουν με έναν ανάγλυφο τρόπο προβλήματα όπως η μετανάστευση (Νίκολας Μπάμπιτς, Τρελλές μέρες), η άκρατη εκβιομηχάνιση (Γκόραν Πασκάλεβιτς, Ο φύλακας της πλάζ το χειμώνα) και της εφηβικής εγκληματικότητας (Γκόραν Μάρκοβιτς, Ειδική εκπαίδευση) (όλες το 1977).  Η εικόνα όμως του γηραλέου ηγέτη Τίτο δεν θα αλλοιωθεί. Παρά τα προβλήματα υγείας του στρατάρχη, παρά τα ολοένα και αυξανόμενα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα  η εικόνα της γιουγκοσλαβικής διαφορετικότητας θα διατηρηθεί σε Ανατολή και Δύση και μόνο οι πιο  υποψιασμένοι θα εκφράσουν ανοιχτά τις ανησυχίες τους για το μέλλον της χώρας χωρίς τον Γέρο. Ένας από αυτούς, ο Καρντέλι, επηρεασμένος κι από την άνοδο του Ευρωκομουνισμού, θα διατυπώσει την άποψη για έναν πλουραλιστικό χαρακτήρα της αυτοδιαχείρισης το 1977. Η αναζήτηση μιας κοινής συνιστώσας ανάμεσα στο γιουγκοσλαβικό μοντέλο και το ευρωκομουνιστικό πείραμα απασχόλησε την γιουγκοσλαβική διανόηση λίγο πριν το θάνατο του Τίτο το 1980 και την απαρχή της αντίστροφης μέτρησης για τη διάλυση της χώρας. Είναι τότε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και συγκεκριμένα το 1978 που ο Σρτζάν Καρανόβιτς με τη Μυρωδιά των λουλουδιών θα χαρίσει ένα μικρό κωμικό διαμάντι. Ο Γκόραν Πασκάλεβιτς, ένας νεαρός σκηνοθέτης μόλις είκοσι χρονών θα μεταπηδήσει από το ντοκιμαντέρ στις ταινίες μυθοπλασίας και θα λάβει μέρος στο Βερολίνο το 1978 με το Σκύλο που αγαπούσε τα τρένα και στη Βενετία το 1979 με το Οι μέρες περνούν. Πιο πολιτικός ο Φαντίλ Χάτζικ θα παρουσιάσει το 1979 τον Δημοσιογράφο, μια καυστική κριτική για τις δυσκολίες αυτού του επαγγέλματος στα σοσιαλιστικά καθεστώτα.

Η δεκαετία του 1980 είναι η τελευταία περίοδος του γάμου που δεν ευτύχησε. Ο θάνατος του Τίτο και η αποχώρηση του συνόλου σχεδόν της ιστορικής ηγεσίας των γιουγκοσλάβων κομμουνιστών απελευθέρωσε τις φυγόκεντρες δυνάμεις που είχαν συγκρατηθεί επί 35 χρόνια. Η συλλογική ηγεσία που διαδέχεται τον Τίτο δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στην ανατροπή του ισοζυγίου πληρωμών και την αύξηση των τιμών. Δεν μπορεί να συγκρατήσει ούτε τον πληθωρισμό ούτε την ανεργία. Το κλίμα δυσαρέσκειας δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη των εθνικισμών. Εξάλλου το σύστημα της συμμετοχής των Δημοκρατιών στο ομοσπονδιακό ταμείου επί χρόνια προκαλούσε την αντίδραση των πιο ανεπτυγμένων περιοχών (Σλοβενία, Κροατία) που θεωρούσαν εαυτούς χρηματοδότες των «τεμπέληδων Νότιων».  Το 1981 οι εξεγέρσεις των Κοσοβάρων συνδυάζονται με την οικονομική κρίση που ακολουθείται από την αδυναμία της ηγεσίας να συγκρατήσει τον πληθωρισμό και τις αυξήσεις. Η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει. Ο σέρβικος εθνικισμός βρίσκει στο πρόσωπο του Σλόμποταν Μιλόσεβιτς τον κύριο εκφραστή του από το 1987 και μετά. Οι αναδρομές στο μεσαιωνικό παρελθόν της Σερβίας αναδεικνύονται σε επίσημο λόγο ενός κόμματος που ξαφνικά μετά την εμφάνιση του Γκορμπατσώφ στο διεθνές σκηνικό μοιάζει να αναζητά ιδεολογική ταυτότητα στον εθνικισμό. Η ίδια τακτική όμως ακολουθείται κι από τον Τούτζμαν στην Κροατία ή τους Μουσουλμάνους Βόσνιους. Οι προσπάθειες του Άντε Μάρκοβιτς το 1989 για νέες οικονομικές μεταρρυθμίσεις και ανανέωση του κομματικού μηχανισμού θα αποτύχουν. Η πτώση των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης την περίοδο 1989-1991 αλλάζουν τα δεδομένα. Ο πολιτικός πλουραλισμός στη Γιουγκοσλαβία περνάει μέσα από τη δημιουργία πρωτίστως εθνικιστικών κομμάτων. Οι φωνές της λογικής μοιάζουν να εξαφανίζονται και η χώρα βυθίζεται σε μι εμφύλια σύγκρουση που στερείται κάθε λογικής. Το τέλος ήρθε.

Κι όμως, η περίοδος της ταχύτατης πτώσης της Γιουγκοσλαβίας είναι για τον κινηματογράφο της χώρας μια από τις πιο δημιουργικές περιόδους με εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία εντός και κυρίως εκτός συνόρων. Ο Πασκάλεβιτς γυρίζει το 1980 την Ειδική θεραπεία και με αμερικάνικα κεφάλαια το 1982 τον Καιρό του λυκόφωτος. Ο  Σλόμπονταν Σιτζάν με την κωμωδία του Ποιος τραγουδάει εκεί κάτω (ε.τ. Το λεωφορείο της συμφοράς)  θα γνωρίσει διεθνή επιτυχία, ενώ με σαρκασμό και μαύρο χιούμορ θα συνεχίσει με την Οικογένεια Μαθουσάλα (1982) και το Πως με κατέστρεψε συστηματικά ένας ηλίθιος (1984). Ο Μακαβέγιεφ θα συνεχίσει να γυρίζει ταινίες κυρίως στο εξωτερικό (Σουηδία, Αυστραλία) ακολουθώντας το δικό του δρόμο με ταινίες όπως Μοντενέγκρο-Γουρούνια και Πέρλες (1981) και Κοκα-Κολα Κίντ (1985).Όταν γυρίσει στη Γιουγκοσλαβία το 1988 για το Μανιφέστο η χώρα είναι πια στα πρόθυρα της διάλυσης. Η αποκάλυψη της περιόδου είναι αναμφισβήτητα ο Εμίρ Κουστουρίτσα. Με το νεανικό ρετρό Θυμάσαι τη Ντόλι Μπέλ την πολιτική Ο μπαμπάς λείπει σε ταξίδι για δουλειές (1985) και  το λυρικό Καιρό των τσιγγάνων (1989) ο Κουστουρίτσα σαρώνει τα ευρωπαϊκά κινηματογραφικά βραβεία, καθιερώνεται ως η εικόνα μιας χρωματιστής και πολυφυλετικής Γιουγκοσλαβίας και στρέφει τη ματιά του σινεφίλ κοινού στο έργο του. Ειδικότερα ο Καιρός των τσιγγάνων αν τον δούμε εκ των υστέρων μοιάζει με την μαγική ελεγεία μιας χώρας που χάνεται, μιας άλλης εποχής, άλλων ανθρώπων που δεν θα ξαναέρθουν.

Η διάλυση το 1990 της χώρας δεν σταμάτησε την κινηματογραφική παραγωγή. Σταματάει ίσως τη δική μας αναφορά στον κινηματογράφο της αγαπημένης πρώην. Κι αν η χώρα είναι «πρώην» οι ταινίες μένουν εδώ να μας συντροφεύουν μεταφέροντας όχι μόνο την εικόνα μιας άλλης εποχής αλλά και τη ματιά καλλιτεχνών που ήταν πρώτα απ’όλα δημιουργοί. Γιατί αυτή η αναφορά; Γιατί δυστυχώς ο κινηματογράφος της πρώην Γιουγκοσλαβίας τα τελευταία είκοσι χρόνια έγινε συνώνυμο του πολέμου: θεματικά, αισθητικά, αλληγορικά ο πόλεμος επηρέασε και επηρεάζει πολλούς δημιουργούς. Αλλά και ένα κοινό που ευαισθητοποιήθηκε για τον εμφύλιο των αρχών του ’90, ως ένα βαθμό συνήθισε να θεωρεί ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από τον πόλεμο και τις απώλειές  του. Συνέβαλαν σ’αυτό και η επιτυχία ταινιών όπως το Underground του Κουστουρίτσα, το Όμορφα χωριά,όμορφα καίγονται  του Ντραγκόγιεβιτς (1996), το Νο mans Land του Ντάνις Τάνοβιτς (2001) κ.α. Όμως πέρασαν σχεδόν  25 χρόνια από τον πόλεμο. Η Σλοβενία και η Κροατία  είναι μέλη  της ΕΕ, ο Μιλόσεβιτς δεν υπάρχει πια, χώρισαν και οι Μαυροβούνιοι, έφυγαν και οι Κοσοβάροι. Οι άνθρωποι συνεχίζουν μετά τον πόλεμο να ζουν και να εργάζονται. Η πρόσβαση στα νέα ρεύματα, στις νέες μορφές τέχνης και στις νέες κινηματογραφικές ματιές δεν έχουν πλέον ανάγκη έμπνευσης τον πόλεμο και το διχασμό. Οι κοινωνίες και ιδίως οι νέοι δημιουργοί έχουν άλλες προτεραιότητες. Ζουν, αγαπούν και εργάζονται σε συνθήκες όμοιες ή σχεδόν όμοιες με οποιονδήποτε άλλο. Δεν είναι τα ορφανά του πολέμου. Είναι αυτό που δηλώνουν ότι είναι. Και η ιστορία του κινηματογράφου της μετα-γιουγκοσλαβικής περιόδου γράφεται ακόμα παράλληλα με την ιστορία της των νέων κρατών.

 

 

 

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  • Βαλούκος Στάθης, Ιστορία του κινηματογράφου, τ.Α’, Αιγόκερως, Αθήνα 2003
  • Bianchini Stéfano, La question Yougoslave, Casterman-Giunti, Firenze 1998
  • Brus Wlodzimierz, Histoire économique de l’Europe de l’Est (1945-1985), La Découverte, Paris 1986
  • Kaplan Robert, Φαντάσματα των Βαλκανίων, (μτφ. Ν.Κουβαράκου), Ροές, Αθήνα 2002
  • Kosanovic Dejan, “Serbian film and cinematography (1896-1993)”, in Gordana Dilber (ed.), The history of the Serbian culture, Porthil, Middlesex 1995
  • Mazower Mark, Σκοτεινή ήπειρος. Ο ευρωπαϊκός εικοστός αιώνας, (μτφ.Κ.Κουρεμένος), Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2001
  • Τριανταφύλλου Σώτη, Ιστορία του Παγκόσμιου Κινηματογράφου (1975-1992), Αιγόκερως, Αθήνα 1992
  • Turković Dajana, “DEATH TO ALL FASCISTS! LIBERTY TO THE PEOPLE!” HISTORY AND POPULAR CULTURE IN YUGOSLAVIA 1945 – 1990, Masters’ of Arts. Department of History, McGill University, Montreal, October, 2006
  • Χατζηπροδρομίδης Λεωνίδας, Γιουγκοσλαβία. Η έκρηξη του εθνικισμού, Παρασκήνιο, Αθήνα 1991

 

ΜΑΧΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ» ΚΑΙ 1821 Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΔΙΕΘΝΙΚΗ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΚΑΡΑΚΑΤΣΟΥΛΗ ΑΝΝΑ Βιβλιοπαρουσίαση Ιωάννινα, 7|12|2016

freedom_fightersΠριν από 3,5 χρόνια με τους συναδέλφους Ά. Μανδυλαρα, Γ.Νικολάου και Ν.Αναστασόπουλου αναλάβαμε την οργάνωση ενός διεθνούς συνεδρίου στην Άρτα με θέμα τις διεθνείς διαστάσεις του φιλελληνικού φαινομένου σε μια διασταλτική χρονικά έκταση από τον 18ο αι. μέχρι την σύγχρονη εποχή. Προβληματισμένοι αρχικά για το αν πλαίσια που ορίσαμε για την συνάντηση θα προκαλούσε το ενδιαφέρον αρκετών ερευνητών, με έκπληξη διαπιστώσαμε τελικά ότι η πρόταση για μια επαναδιαπραγμάτευση του θέματος του φιλελληνισμού προκάλεσε την συμμετοχή δεκάδων ερευνητών από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Στο συνέδριο εκείνο μια από τις πιο ενδιαφέρουσες -και τολμηρές θα έλεγα -εισηγήσεις έγινε από την Άννα Καρακατσούλη με θέμα σχετικό με τους Φιλέλληνες και την Ελληνική επανάσταση στην διεθνική της διάσταση. Μετά από μια γόνιμη -όπως αποδείχθηκε – περίοδο η Άννα Καρακατσούλη μας προσφέρει μια ολοκληρωμένη μελέτη του φαινομένου των μαχόμενων Φιλελλήνων, των μαχητών της Ελευθερίας, όχι σε μια στενή ανάγνωση που εξυπηρετεί το κλασικό σχήμα Επανάσταση-Ρομαντισμός-Φιλέλληνες αλλά σε μια προσπάθεια ανάγνωσης της Ελληνικής Επανάστασης στην διεθνική της διάσταση.

Αξιοποιώντας ένα σημαντικό αρχειακό υλικό, απομνημονεύματα αγωνιστών  και μια πολύπτυχη βιβλιογραφία η Καρακατσούλη ξαναπιάνει το θέμα της συμμετοχής των Ευρωπαίων στην ελληνική επανάσταση αλλά αυτή τη φορά επιχειρώντας να επεκτείνει την αρχική σύλληψη του Έρικ Χόμπσμπαουμ για την πρώιμη αυτή φιλελεύθερη διεθνή που έλαβε πανευρωπαϊκές διαστάσεις στις αρχές του 19ου αι. και που από τον κορυφαίο βρετανό ιστορικό η δράση τους συγκρίθηκε με εκείνη των δημοκρατικών των Διεθνών Ταξιαρχιών στην Ισπανία του 1936.

Στην Ευρώπη των εθνικών αφυπνίσεων αλλά και των κοινωνικών αιτημάτων, η περίπτωση των Μαχητών της Ελευθερίας κατέχει μια ξεχωριστή θέση. Η ιταλική Kαρμποναρία, η ισπανική και πορτογαλική περίπτωση, οι Γάλλοι επαναστάτες, οι Γερμανοί ρομαντικοί μαχητές αποτελούν θέματα  που έχουν  απασχολήσει πολλούς έγκριτους μελετητές ήδη από την εποχή της πρώτης τους εμφάνισης. Η Καρακατσούλη προσπαθεί με λόγο μεστό, επιστημονικό αλλά διόλου στρυφνό, να οριοθετήσει τις διεθνείς διαστάσεις του φαινομένου και να ερευνήσει –θέτοντας παράλληλα και νέα ερωτήματα περεταίρω έρευνας- την διαμόρφωση μιας «επαναστατικής διεθνούς», ενός επαναστατικού δικτύου με χαρακτηριστικά και αιτήματα ταυτόχρονα εθνικά και κοινωνικά

Ποια είναι η περίοδος που η συγγραφέας μελετά; Είναι χρονολογικά η περίοδος από τους Ναπολεόντειους πολέμους ως τις ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 1830 χωρίς να αγνοεί και τις επιδράσεις στις επαναστάσεις του 1848. Είναι η περίοδος κατά την οποία οι επαναστάτες διαφόρων ευρωπαϊκών κρατών θεωρούσαν τους εαυτούς τους, ως εκείνες τις προοδευτικές και χειραφετημένες ελίτ που έπρεπε να δράσουν στους κόλπους και προς όφελος μιας τεράστιας αλλά και αδρανούς μάζας «αδαών και πλανημένων», οι οποίοι δίσταζαν να αναλάβουν την όποια δράση αλλά θα στήριζαν σίγουρα το αποτέλεσμα και το νέο καθεστώς που πρέσβευε. Είναι η περίοδος των ριζοσπαστών δημοκρατικών μαχητών που επιζητούν να μεταφέρουν και στην Ευρώπη τα επιτεύγματα της μεγάλης αμερικανικής επανάστασης αλλά και τα ανολοκλήρωτα ιδεώδη της γαλλικής επανάστασης. Είναι η περίοδος των συντηρητικότερων οπαδών της εθνικής χειραφέτησης που χωρίς να αμφισβητούν την μοναρχία υποστηρίζουν τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες όπως εκείνους των Ελλήνων, καθώς κατά την άποψή τους δεν υποσκάπτουν την κοινωνική και πολιτική κατάσταση που είχε διαμορφώσει η Ιερή Συμμαχία.  Οι μαχητές εκείνοι, που στην πλειοψηφία τους ήταν Ιταλοί -αλλά και Βρετανοί, Γάλλοι, Ισπανοί, Γερμανοί, Πολωνοί και Αμερικάνοι-αντιμετώπιζαν την επανάσταση ως ένα φαινόμενο ενιαίο και πανευρωπαϊκό και όχι ως μια σειρά  τοπικών ή και εθνικών κινημάτων με αμιγή εθνικοαπελευθερωτικό σκοπό. Βασιζόμενες στο μοντέλο οργάνωσης που υιοθέτησαν από τον ελευθεροτεκτονισμό, οι επαναστατικές αδελφότητες που ακολούθησαν την πτώση του Ναπολέοντα και την εδραίωση της Ιερής Συμμαχίας σε ολόκληρη την Ευρώπη, βρέθηκαν στην πρωτοπορία των εθνικών αλλά και κοινωνικών αγώνων της εποχής τους. Έχοντας ένα αρκετά συγκεκριμένο και αυστηρό τελετουργικό και θεμελιωμένη  ιεραρχία, οι οργανώσεις των μαχητών  διεκδικούσαν το αναφαίρετο δικαίωμα αποτίναξης κάθε τυραννικού ζυγού και υπηρετώντας αυτή την αντίληψη πολεμούν στην Ιβηρική και στην Ιταλία, στη Λατινική Αμερική,  στην Ελλάδα αλλά και αργότερα στην Πολωνία, στην Ιρλανδία.

Το φαινόμενο αντιμετωπίζεται από την Καρακατσούλη με μια αναλυτική παρουσίαση των ιβηρικών και ιταλικών διαδρομών των μαχητών που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα συνδεθούν και με την ελληνική επανάσταση. Παράλληλα δεν θα αγνοηθούν και μάλιστα θα αναδειχθούν με έναν ιδιαίτερο τρόπο οι επαφές –άμεσες ή έμμεσες- των επαναστατημένων Ελλήνων με τους επαναστάτες της δυτικής Μεσογείου. Θα έχουμε έτσι τη δυνατότητα να αντιληφθούμε τους φόβους και τις ελπίδες που συνυπήρχαν, τις αδυναμίες επαφής και τις πολλές φορές διαφορετικές στοχεύσεις τους.  Οι εθνικές και αντιγαλλικές στοχεύσεις εν μέσω βρετανικών επεμβάσεων από τη μια και οι φιλοδημοκρατικές αλλά και αντιβοναπαρτικές τάσεις άλλων μαχητών από την άλλη, συνθέτουν το παράδοξο, ετερόκλητο αμάλγαμα των διεκδικήσεων των Ιβήρων επαναστατών. Στη γειτονική Ιταλία το αποτέλεσμα της δράσης των δεκάδων οργανώσεων υπήρξε η δημιουργία ενός ισχυρού αντιμοναρχικού αλλά και στη συνέχεια και αντιβοναπαρτικού πυρήνα στον ιταλικό νότο, στην καρδιά δηλαδή της απολυταρχικής αντίδρασης. Κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αι. η Ισπανία και η Ιταλία θα αποτελέσουν ένα πεδίο ανταγωνισμού των ξένων προπαγάνδων -γαλλικής, αυστριακής και βρετανικής- και αντίστοιχης δραστηριοποίησης μυστικών οργανώσεων που αντλούσαν αλλά και οριοθετούσαν την δυναμική τους από το γενικότερο πολιτικό κλίμα των ναπολεόντειων πολέμων.

Η Καρακατσούλη δεν παραβλέπει να τονίσει τις σχέσεις των μαχητών της ελευθερίας με τις ελευθεροτεκτονικές οργανώσεις, με τους βετεράνους του αυτοκρατορικού στρατού του Ναπολέοντα και με τους δεκάδες επαναστατικούς κύκλους που ονομάστηκαν συμβατικά και γενικότροπα ως «Καρμποναροι» ή «Μασονερία» (massoneria).  Αν και συχνά οι διαφορές μεταξύ όλων αυτών ήταν σημαντικές,  ωστόσο, όπως σωστά έχει αναλυθεί, οι βασικές επιδιώξεις (φιλελευθερισμός, αντιμοναρχισμός, εθνική αποκατάσταση, κοινωνική δικαιοσύνη) και ο τρόπος δράσης (μυστικός-συνωμοτικός-επαναστατικός) οδηγούν τους μελετητές να προκρίνουν την άποψη της ύπαρξης ενός άτυπου επαναστατικού δικτύου, που επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον μεσογειακό χώρο (Ισπανία, Γαλλία, Ελλάδα) αλλά και στην ανατολική Ευρώπη (Πολωνία, Ρωσία). Όχι πάντα με τα ίδια ονόματα, αλλά με παρόμοια χαρακτηριστικά έδρασαν οι φιλελεύθεροι αξιωματικοί στην Ισπανία όταν προχώρησαν στα λεγόμενα pronunciamenti ή πραξικοπήματα με την δημιουργία εφήμερων juntas όσο φυσικά και οι Φιλικοί που έχει αποδειχθεί ότι βρίσκονταν σε ανοιχτή επικοινωνία με τους δυτικούς επαναστάτες. Η αδελφότητα των Δεκεμβριστών στη Ρωσία το 1825 έλκει την καταγωγή της επίσης  από την ίδια επαναστατική μήτρα. Η ριζοσπαστικοποίηση πολλών ιδεολόγων από την συμμετοχή τους στη μόνη επιτυχημένη επανάσταση, την ελληνική, οδήγησε στην εξαγωγή των πιο προοδευτικών και επαναστατικών τάσεων στην Πολωνία αλλά και στη Λατινική Αμερική με την συνεχή μετακίνηση των έμπειρων σε πολεμικές και όχι πλέον μόνο σε συνωμοτικές παραστάσεις επαγγελματιών επαναστατών μετά το 1825.  Ωστόσο, όπως σωστά υπογραμμίζει ο Χόμπσμπάουμ, η κληρονομιά του καρμποναρισμού στα σώματα των αξιωματικών στην Ισπανία και τη Λατινική Αμερική υπήρξε εξαιρετικά αμφίσημη, καθώς αποτέλεσε συχνά το πλαίσιο εντός του οποίου εξυφάνθηκαν οι πλέον αντιδραστικές δικτατορίες ως τις μέρες μας.

Παρά την τελική αποτυχία αυτών των κινήσεων, το κίνημα αποτέλεσε φυτώριο για τους μελλοντικούς ηγήτορες τόσο της ιταλικής ενοποίησης όσο και των φιλοδημοκρατικών αγωνιστών στην Γαλλία. Ο Mazzini αλλά και ο Garibaldi  μετέφεραν την συνωμοτική τους εμπειρία στην προεργασία της εθνικής αφύπνισης και στην εκδήλωση των εθνικοαπελευθερωτικών προσπαθειών. Στη γειτονική Γαλλία το κίνημα αρχικά συγκέντρωσε δημοκρατικούς, βοναπαρτιστές και γενικότερα όσους εναντιώνονταν στην Παλινόρθωση. Οι τεκτονικές στοές και οι μυστικές επαναστατικές οργανώσεις που είχαν δημιουργηθεί λίγο πριν την Επανάσταση του 1789 και παρέμειναν εν δράση ως τους Ναπολεόντειους χρόνους, αποτέλεσαν την μήτρα οργάνωσης των μαχητών. Αν και η εξάπλωσή τους υπήρξε εντυπωσιακή δεν ήταν και αποτελεσματική.  Στη δεκαετία του 1820 οι περισσότερες προσπάθειες να εξεγερθεί είτε ο λαός είτε ο στρατός απέτυχαν με αποτέλεσμα την σύλληψη των αρχηγών τους. Η εξάρτηση των μελών του στρατού από την κρατική χρηματοδότηση έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απροθυμία της πλειοψηφίας των ενστόλων να συνταχθούν με τους επαναστάτες και να διακινδυνεύσουν με τον τρόπο αυτό τη μελλοντική θέση τους και τις οικονομικές απολαβές τους. Κάποιοι από τους επαναστάτες-μαχητές της Γαλλίας κατάφεραν να διεισδύσουν τα επόμενα χρόνια στους κύκλους των ορλεανιστών που επέτυχαν, το 1830 με την Ιουλιανή επανάσταση, την ανατροπή των Βουρβόνων και την ενθρόνιση ως συνταγματικού μονάρχη του Λουδοβίκου-Φίλιππου της Ορλεάνης. Άλλοι απόμαχοι της επαναστατικής δράσης χρησιμοποίησαν τα επόμενα χρόνια τον όρο «μαχητής» για να του προσδώσουν ιδεολογικό περιεχόμενο εντός της νόμιμης κοινοβουλευτικής λειτουργίας, προσπαθώντας να εξαργυρώσουν κομματικά πλέον τον μύθο του επαναστατικού παρελθόντος. Θα αποτύχουν οικτρά. Άλλοι πάλι θα συνεχίσουν την επαναστατική δράση και θα αποτελέσουν τους ηγέτες των οργανώσεων που στράφηκαν κατά της Ιουλιανής μοναρχίας. Ο ρόλος τους στην ριζοσπαστικοποίηση και διάδοση των επαναστατικών ιδεών στο δεύτερο μισό του 19ου αι. υπήρξε εντέλει καταλυτικός σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Θα ήθελα να τονίσω ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο της μελέτης που παρουσιάζουμε σήμερα. Η Καρακατσούλη προχωρά σε ένα επόμενο κεφάλαιο στην ανάδειξη του Λονδίνου ως ένα κέντρου οργάνωσης των μαχητών της Ελευθερίας, ως ένα κοινό καταφύγιο των καταπιεσμένων της Μεσογείου. Στο Λονδίνο του 19ου α. ανήσυχα πνεύματα, που στρατεύονται, αμφισβητούν και διεκδικούν παράλληλα και οργανικά δεμένα με το αναδυόμενο πνεύμα του ρομαντισμού. Στην μεγάλη πρωτεύουσα της παγκόσμιας αυτοκρατορίας συγκλίνουν τα τρία ρεύματα του φιλελευθερισμού, του ριζοσπαστισμού και του φιλελληνισμού. Με υποδειγματική χρήση των εργαλείων των αποικιακών σπουδών, η συγγραφέας αποκαλύπτει την άλλη πτυχή του φαινομένου, την πιο «ρεαλιστική» και γιατί όχι την πιο κυνική: την δημιουργία ενός κέντρου αποφάσεων, δημόσιων  διαβουλεύσεων αλλά και μυστικών επαφών μεταξύ εξόριστων συνωμοτών και ιδεολόγων με πολιτικούς, τραπεζίτες και ομολογιούχους. Σε αυτό το πλαίσιο θα οργανωθούν επιτροπές υποστήριξης της ελληνικής επανάστασης που συνδύαζαν τις πολιτικές με τις χρηματοπιστωτικές στοχεύσεις με την εύλογη ανησυχία ρομαντικών πνευμάτων που αντιμετώπιζαν την σύγχρονη Ελλάδα  ως την φυσική συνέχεια της κλασικής αρχαιότητας. Όπως σωστά θα σημειώσει η συγγραφέας στη δημόσια συζήτηση, από την πλευρά της ιδεολογίας και της γεωπολιτικής σχετικά με την Ελλάδα κυριαρχεί η αποικιοκρατική αντίληψη και η ανεξαρτησία των Ελλήνων εργαλειοποιείται είτε στην εφαρμογή των φιλελεύθερων οραμάτων για μια νέα τάξη στην Ευρώπη είτε στην εξυπηρέτηση τω επαναστατικών σχεδίων της βρετανικής κυριαρχίας.

Τέλος, η Καρακατσούλη μας μεταφέρει στην Ελλάδα, σε μια επιτόπια ανθρωπογεωγραφία των ξένων μαχητών.  Στην μνήμη και στην εν πολλοίς δέσμια της παιδικής ηλικίας σχολική γνώση του μέσου Έλληνα, ονόματα όπως του Φαβιέρου, του Τσώρτς, του Κόχραν, του Γκόρντον και του Δεριγνί βρίσκονται στο πάνθεον των ηρώων δίπλα στους Έλληνες μαχητές. Κι όμως με μια προσεκτική μελέτη των αναμνήσεων και των εντυπώσεών τους μπορούμε να δούμε, να συγκρίνουμε και να κατανοήσουμε τα κίνητρα, τις σχέσεις με τους μαχόμενους Έλληνες, τις απογοητεύσεις τους, τις δυσκολίες πολιτισμικής επικοινωνίας αλλά και τις προσωπικές φιλοδοξίες, τον καιροσκοπικό χαρακτήρα αποφάσεων και δράσεων. Και μόνο σε αυτόν τον τομέα να περιοριζόταν η συνεισφορά της Καρακατσούλη, η μελέτη της αξίζει μιας ξεχωριστής θέσης στις ιστορικές μελέτες που είδαν το φως της δημοσιότητας τα τελευταία χρόνια.

Ολοκληρώνοντας αυτή την παρουσίαση, επιστρέφω στη βασική υπόθεση εργασίας της Καρακατσούλη στην αναζήτηση δηλαδή του κατά πόσο οι μαχητές της ελευθερίας αποτελούσαν μέλη μιας πρώτης φιλελεύθερης επαναστατικής διεθνούς   ή ένα επαναστατικό δίκτυο που λειτουργούσε με «χαλαρούς δεσμούς» στα πλαίσια των αλλεπάλληλων επαναστατικών κυμάτων των αρχών του 19ου αι. . Θα απορρίπταμε-όπως κάνει και η Καρακατσούλη- το γοητευτικό αλλά ανεδαφικό πρώτο χαρακτηρισμό. Η έλλειψη ενός κοινού συντονιστικού κέντρου, ενός κεντρικού επαναστατικού προγράμματος και  οι διαφορετικές στοχεύσεις και διαφορετικές επαναστατικές προσεγγίσεις, δεν μας επιτρέπουν να μιλάμε για μια διεθνή, κατά τα πρότυπα του 20ου αι.. Η απουσία θεμελιωδών γραπτών κειμένων, η μυστικότητα και η αδυναμία συντονισμού, απέτρεπαν την κοινή δράση και διάδοση των ιδεών σε πλατιά λαϊκά στρώματα. Η εθνοκεντρική οπτική του γαλλικού επαναστατικού κινήματος υπέσκαψε σαφώς την υπερεθνική διάσταση του φαινομένου, ενώ οι εθνικές ιταλικές διεκδικήσεις υπερείχαν των γενικότερων κοινωνικών εξαγγελιών. Ο βρετανικός παράγοντας μόνο αθώος δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί. Η συμμαχία των επαναστατών με τις αριστοκρατικές αντιπολιτεύσεις απέδειξε τους εθνικούς προσανατολισμούς της πλειοψηφίας των Ιταλών, ενώ η επίδραση της Γαλλίας θεωρήθηκε από πολλούς επαναστάτες -κι όχι άδικα- ως τροχοπέδη στην προσπάθεια ολοκλήρωσης της εθνικής αποκατάστασης. Οι αντιδυναστικές και φιλελεύθερες στοχεύσεις των μαχητών της Ελευθερίας γεννήθηκαν σε μια περίοδο παράλληλης ενίσχυσης των εθνικισμών, με αποτέλεσμα από κάποιο σημείο και έπειτα το εθνικό διακύβευμα να  συγκρούεται με τις φιλοδοξίες για φιλελευθεροποίηση του πολιτικού συστήματος και οι δύο στόχοι να μην είναι πλέον συμβατοί. Αυτή  η επαναστατική κινητικότητα που εμφανίζεται έκτοτε και θα διατηρηθεί ως τα μέσα του 19ου αιώνα προϋπέθετε ένα γενικό και εν μέρει χαλαρό κοινό επαναστατικό πλαίσιο και μια αλληλεγγύη που εδραζόταν στο συνωμοτικό παρελθόν αλλά δεν διεκδικούσε μια οικουμενικότητα. Κι αν στις γενικές αναφορές τους οι μαχητές αναφέρονταν σε οικουμενικές αξίες (ελευθερία, ισότητα κ.λπ.) αυτό βοηθούσε περισσότερο στην ανάδειξη και θεμελίωση ενός δικτύου, παρά μιας διεθνούς οργάνωσης γεγονός που θα έχρηζε ύπαρξης  και κέντρου και σαφούς και γραπτού ιδεολογικού καταστατικού. Όπως αποδεικνύεται από την μελέτη  οι επαφές Ισπανών, Ιταλών, Γάλλων, , Ρώσων, Ελλήνων επαναστατών οδήγησαν στη συγκρότηση μιας πρώτης οργάνωσης με πανευρωπαϊκή δράση κατά των απολυταρχιών (σε όλες τις περιπτώσεις) αλλά με όχι ακόμα πλήρως ξεκάθαρες ιδεολογικές και κοινωνικές στοχεύσεις. Η Ελληνική επανάσταση χρησιμοποιήθηκε ως  πεδίο δράσης και υπήρξε η μόνη επιτυχημένη εξέγερση μιας ταραγμένης περιόδου.

Η Καρακατσούλη αποδεικνύει και κάτι ακόμα: δεν μπορούμε να κατανοήσουμε το κορυφαίο γεγονός της ελληνικής επανάστασης χρησιμοποιώντας τις κλασικές και ελληνοκεντρικές επιστημονικές πρακτικές. Μια ανάγνωση της διεθνικής διάστασης της επανάστασης είναι αναγκαία και ίσως με όχημα τον φιλελληνισμό και επιβάτες του μαχητές της ελευθερίας μπορεί το ταξίδι να γίνει πιο ασφαλές και πιο ενδιαφέρον όπως αποδυκνείει εξάλλου η παρούσα μελέτη.

 

 

Ο θείος Σάμ στο Παρίσι: όψεις της αμερικανικής πολιτιστικής διείσδυσης στην Ευρώπη του 1917

 

 Στις αρχές του 1917 ο περίφημος Αμερικάνος δημοσιογράφος Walter Lipmann, ο πνευματικός πατέρας του όρου «ψυχρός πόλεμος» που έγινε γνωστός μετά το 1946 από τον Τζώρτζ Όργουελ, υποστήριζε ότι στις δύο ακτές του Ατλαντικού έχουν αναπτυχθεί  τόσο στενοί δεσμοί κοινών συμφερόντων που καλύπτουν ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, ώστε αν χαθεί αυτή η κοινότητα συμφερόντων τότε και μόνο θα συνειδητοποιήσουμε τί πραγματικά χάσαμε, [1] Οι Η.Π.Α. προετοιμάζονταν για να εξέλθουν στον πόλεμο και σε κάθε τόνο έπρεπε να υπογραμμιστεί η αναγκαιότητα προάσπισης όχι των αμιγώς οικονομικών και γεωστρατηγικών συμφερόντων της Ουάσιγκτον αλλά να τονιστεί η πολιτισμική ενότητα της Δύσης απέναντι στην απειλή που αντιπροσώπευαν εκείνη την περίοδο  η Γερμανία και οι Σύμμαχοί της. To 1917, τη χρονιά που θα αλλάξει ο κόσμος για πολλούς λόγους, η αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν είχε ακόμα οριστικοποιήσει- ούτε ακόμα διαμορφώσει- τους άξονες εκείνους πάνω στους οποίους θα βασίσει την ιμπεριαλιστική πολιτική της στον ευρωπαϊκό χώρο όπως θα γίνει μετά το 1945.  Συναντούμε όμως στην προπαρασκευή της ευρωπαϊκής και αμερικανικής κοινής γνώμης για την είσοδο των Sammies στον Μεγάλο Πόλεμο τους ίδιους εκείνους παράγοντες -που όπως τονίζει με εμφατικό τρόπο ο Edwars Said [2]- ανέλαβαν την αποστολή για την αιτιολόγηση του πολιτιστικού ιμπεριαλισμού των Η.Π.Α. στην μετα-ναζιστική Ευρώπη. Σε δημοφιλείς συγγραφείς όπως ο H.G.Wells ήδη από το 1906 η Αμερική προβαλλόταν ως η εναλλακτική λύση στην ευρωπαϊκή κατάπτωση μέσα φυσικά από το πρίσμα μιας ενδυνάμωσης του κοινού αγγλο-σαξονικού παρελθόντος. [3] Ο Wells  θα επιστρέψει σε αυτή την ιδέα κατά τη δεκαετία του ’40 τονίζοντας την διπλή απέχθειά του στο ναζισμό και τον κομμουνισμό. Σε ανθρώπους όπως ο Lippmann – ή ο Kennan μετά το 1945- οι ιδέες του αμερικανικού leadership και της αμερικανικής εξαίρεσης ήταν παρούσες αρκετά πριν οι δυνάμεις του στρατηγού Πέρσιγκ αποβιβαστούν στις γαλλικές ακτές τον Απρίλιο του 1917. [4]

 

Όταν οι Η.Π.Α. αποφάσισαν να εισέλθουν στον πόλεμο –αντίθετα με τις προεκλογικές διακηρύξεις τόσο των Ρεπουμπλικάνων του Χιούζ όσο και των Δημοκρατικών του Ουίλσον- η αιτιολόγηση βασίστηκε κυρίως στους παραδοσιακούς δεσμούς φιλίας που τις συνέδεαν με την Γαλλία, το κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο με την Βρετανία, στην ανάδειξη κοινών ιδεωδών που μοιράζονταν στα πλαίσια του δυτικού πολιτισμού. Οι οικονομικοί λόγοι, τα εμπορικά συμφέροντα που πλήττονταν από τον αδικαιολόγητο γερμανικό υποβρύχιο πόλεμο, η ανάγκη εξυπηρέτησης των δανείων που είχαν δοθεί στους Συμμάχους αποτελούσαν τα ουσιαστικά κίνητρα για την συμμετοχή στον «ευρωπαϊκό εμφύλιο». Οι Η.Π.Α., όπως σωστά διατυπώθηκε από τον Wall, εισήλθαν στον πόλεμο ως μια «συνδεδεμένη» δύναμη που ήθελε να διασφαλίσει πρώτιστα τα συμφέροντα των δικών της κεφαλαιούχων και των τραπεζών, και όχι σαν μια «συμμαχική» χώρα που θα εξυπηρετούσε τους προπολεμικούς ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς των Βρετανών και των Γάλλων. [5] Επιπρόσθετα, παράμετροι που έπαιξαν αναμφισβήτητα σημαντικό ρόλο στην τελική απόφαση για συμμετοχή στον πόλεμο ήταν οι εσωτερικές ισορροπίες αναφορικά με την πρόσληψη των πολεμικών συγκρούσεων στην Ευρώπη από τις εθνικές κοινότητες στις ίδιες τις Η.Π.Α. αλλά και οι προσπάθειες του Βερολίνου να εκμεταλλευτεί τις αντιθέσεις της Ουάσιγκτον με περιφερειακές δυνάμεις όπως το Μεξικό [6]

 

Η τελική άφιξη των Sammies στην Ευρώπη το 1917 προκάλεσε αναμφισβήτητα μια ουσιώδη τομή στην εξέλιξη του πολέμου δίνοντας ισχυρό στρατιωτικό πλεονέκτημα στην Αντάντ. Ακόμα κι αν περιοριζόταν σε αυτή την πολεμική παρουσία η αμερικανική συμμετοχή θα αρκούσε να θεωρηθεί το 1917 ως ένα έτος καμπής στο πολεμικό μέτωπο. Ακόμα κι αν το 1917 δεν συνοδευόταν από την τελική συνθηκολόγηση του Μπρέστ-Λιτόφσκ και τις μαζικές εξεγέρσεις στον γερμανικό και γαλλικό στρατό, η παρουσία τελικά στα ευρωπαϊκά μέτωπα περίπου 1,8 εκ. Αμερικανών είναι επαρκής λόγος για να υποστηρίξουμε ότι οι αμερικανο-ευρωπαϊκές σχέσεις αλλάζουν οριστικά από το πρώτο κιόλας εξάμηνο του 1917. Οι επιδράσεις της αμερικανικής επέμβασης δεν περιορίστηκαν μόνο στο στρατιωτικό επίπεδο, στις οικονομικές σχέσεις νικητών αλλά και ηττημένων με το αμερικανικό κεφάλαιο και στην εξέλιξη της μεταπολεμικής διπλωματίας χάρη στις περίφημες αρχές του Προέδρου Ουίλσον. Η έλευση των αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη οδήγησε σε βαθιές αλλαγές στην καθημερινότητα των ευρωπαϊκών λαών με την υιοθέτηση συνηθειών στην κουλτούρα τους που διαφοροποιούσαν το ως τότε κυρίαρχο ευρωπαϊκό μοντέλο. [7] Η εισβολή των αμερικανικών προϊόντων μαζικής κουλτούρας έχει την αφετηρία της στο 1917, όταν όψεις της αμερικανικής διασκέδασης και ψυχαγωγίας, της αμερικάνικης λαϊκής κουλτούρας θα διαδοθούν σε ευρύτερες λαϊκές μάζες. Παράλληλα, φορείς της αμερικάνικης διανόησης (μουσικοί, χορευτές, συγγραφείς, ζωγράφοι, τεχνοκριτικοί κ.α.)  θα εγκατασταθούν στον ευρωπαϊκό χώρο δημιουργώντας μια ιδιάζουσα σχολή πνευματικής παραγωγής που επηρέασε την υψηλή κουλτούρα τόσο της Ευρώπης όσο και της Αμερικής κατά τον Μεσοπόλεμο. Με τον όρο μαζική κουλτούρα εννοούμε την σταδιακή αποδοχή και διάδοση ενός νέου τρόπου ζωής που αποκόβεται από τον παραδοσιακό λαϊκό πολιτισμό των αγροτικών κοινωνιών και βασίζεται εν πολλοίς στην ενσωμάτωση πολιτιστικών στοιχείων των κατώτερων κοινωνικών τάξεων ή και του κοινωνικού περιθωρίου από την πλειοψηφία του αστικού πληθυσμού και η μαζική συμμετοχή σε νέες μορφές έκφρασης. Σε αυτά τα πλαίσια εντάσσουμε την εμφάνιση νέων μορφών τέχνης αλλά και τον εκδημοκρατισμό της σωματικής άσκησης και του διασυλλογικού αθλητισμού. [8] Στην παρούσα ανακοίνωση δεν θα απασχοληθούμε με την «αμερικανοποίηση» της μεσοπολεμικής Ευρώπης των «τρελλών χρόνων» (les années folles). Όση γοητεία κι αν ασκεί η ζωή και η δράση στην Ευρώπη μύθων όπως η Γερτρούδη Στάιν, ο Έρνεστ Χέμινγουέη, ο Σκότ Φιτζέραλντ, ο Χένρρι Μίλλερ ή η Ζοσεφίν Μπέικερ, [9] θα προτείναμε  να ρίξουμε μια ματιά στην είσοδο στην ευρωπαϊκή κουλτούρα στοιχείων που ανέπτυξαν  στενούς δεσμούς και ρίζες με την λαϊκή καθημερινότητα όπως λ.χ. η μουσική ή ο αθλητισμός.

 

Στις Η.Π.Α. η μαζική κουλτούρα αποτελούσε ήδη από το 1900 κυρίαρχο ρεύμα και ο θρίαμβός της είχε προκαλέσει αναπόφευκτα την αντίδραση τόσο των τοπικών ελίτ στο χώρο του πολιτισμού και της εκπαίδευσης όσο και των διαφόρων θρησκευτικών δογμάτων. Οι Η.Π.Α. Η ανακάλυψη και η διάδοση του κινηματογράφου αποτέλεσε τον έναν πυλώνα αυτής της ανάπτυξης κάτι που δεν θα απασχολήσει την παρούσα ανακοίνωση. Ο δεύτερος πυλώνας υπήρξε αναμφισβήτητα η διάδοση της μουσικής τζάζ, της μουσικής έκφρασης δηλαδή μιας απομονωμένης αστικής κοινότητας, της νέγρικης. Ο Έρικ Χόμπσμπαουμ σε ένα περίφημο άρθρο του για την έλευση της τζάζ στην Ευρώπη έκανε την σημαντική επισήμανση σχετικά με το κοινωνικό φορέα υποδοχής της νέγρικης μουσικής στην παλαιά ήπειρο. Στην Βρετανία η υποδοχή της μουσικής που θα πάρει σύντομα-αλλά όχι ακόμα τότε- το όνομα τζάζ είχε πιο πλατιά κοινωνική βάση και μάλιστα αποτέλεσε μέρος των χορευτικών συνηθειών στα εργατικά ψυχαγωγικά κλάμπ της βιομηχανικής Βρετανίας. Αντίθετα στην υπόλοιπη Ευρώπη η διάδοση της τζάζ συνέπεσε με την χαλάρωση των αριστοκρατικών και αστικών συμβάσεων, την υιοθέτηση του χορευτικού ρυθμού από μια μορφωμένη κατηγορία μέσο και μεγαλο-αστών (που είχαν ήδη υιοθετήσει το εξίσου ταπεινό στην καταγωγή τάγκο [10]) και με την ενίσχυση μετά το 1917 των υπερατλαντικών τρόπων επικοινωνίας. [11] Η ανακάλυψη της τζάζ από την ευρωπαϊκή διανόηση και η αναγνώριση των καλλιτεχνικών λαϊκών ριζών της έγινε σχετικά άμεσα, ενώ σύντομα οι μουσικοί της τζάζ θα αναγνωριστούν από τους μεγάλους συνθέτες της Ευρώπης όπως ο Ραβέλ ή ο Ντεμπυσύ ως ισότιμοι και ικανότατοι μουσικοί. [12] Όταν πρωτοακούστηκε το 1917 από τις νέγρικες στρατιωτικές μπάντες σε ένα ευρύτερο κοινό ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του και ο «θορυβώδης» πρωτόγνωρος ρυθμός του έμοιαζε να καταγγέλλει μιμούμενος τον ρυθμό των βομβαρδισμών. Αυτή ακριβώς η αναζωογονητική μελωδία που συνοδευόταν με την υιοθέτηση αντίστοιχων χορευτικών επιλογών αποτέλεσε το σήμα κατατεθέν του περάσματος τόσο στη  νέα εποχή που είχε την ανάγκη να αφήσει πίσω τον πόνο και την τραγωδία του πολέμου όσο και στην εποχή της κυριαρχίας του αμερικάνικου τρόπου διασκέδασης. [13]

 

Στον ευρωπαϊκό χώρο ήδη από το 1900 και κατά τη διάρκεια της διεθνούς έκθεσης στο Παρίσι, το γαλλικό κοινό είχε έρθει σε μια πρώτη επαφή με τους ρυθμούς της χορευτικής νέγρικης μουσικής μέσω της μπάντας του αμερικάνικου ναυτικού υπό τον John Philip Sousa. Η επιτυχία υπήρξε τέτοια που μια σειρά από συναυλίες θα οργανωθούν και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Παρατηρούμε δηλαδή ότι ο αμερικανικός στρατός αποτέλεσε από αρκετά νωρίς το μέσο διάχυσης ενός μουσικού προϊόντος που ακόμα ήταν υπό διαμόρφωση και στις ίδιες τις Η.Π.Α. Το γεγονός αυτό καθιστά την διερεύνηση του όλου θέματος εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αν αναλογιστούμε τον κλασικό συντηρητισμό που χαρακτηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις ακόμα κι όταν μιλάμε για τα μουσικά τους σύνολα.  Η πραγματική εισβολή όμως γίνεται το 1917 όταν οι Αμερικανοί φθάνουν μαζικά στην Ευρώπη. Το 10% του αμερικάνικου στρατού αποτελούταν από μαύρους οι οποίοι αν και δεν υπηρετούσαν στις ίδιες μονάδες με τους λευκούς Αμερικανούς –δείγμα της πολιτικής των διακρίσεων που επικρατούσε ακόμα- επέδειξαν ιδιαίτερο πατριωτισμό ευελπιστώντας μεταξύ άλλων και σε μια βελτίωση της θέσης τους στην αμερικανική κοινωνία. Το 15ο σύνταγμα πεζικού του αμερικανικού στρατού αποτελούταν αποκλειστικά από μαύρους και αποτέλεσε το κέντρο διάδοσης της μαύρης μουσικής στον ευρωπαϊκό χώρο. Ανάμεσα στους εθελοντές που πέρασαν τον Ατλαντικό η πλέον εμβληματική προσωπικότητα υπήρξε του James Reese Europe, ενός αστέρα της μαύρης διανόησης της Νέας Υόρκης και ιδιοκτήτης δύο από τα πιο δημοφιλή τζάζ κλάμπ της αμερικάνικης μεγαλούπολης.  Στον Europe και στον Noble Sissle, έναν άλλο μουσικό του συντάγματος, ανατέθηκε από τη διοίκηση  η οργάνωση μιας ορχήστρας με τους καλύτερους μουσικούς με σκοπό να τονωθεί το ηθικό των στρατιωτών. Ο Europe θα ανακαλύψει τους καλύτερους μουσικούς στις Η.Π.Α., στο Πουέρτο Ρίκο και στην Κούβα και θα δημιουργήσει μια μπάντα (τους «Harlem Hellfighters») που από το τέλος του 1917 ως το 1919 θα πραγματοποιήσει πλήθος εμφανίσεων σε ολόκληρη τη Γαλλία και το Βέλγιο. Παρόμοιες μπάντες μαύρων θα εμφανιστούν και σε άλλες μονάδες του αμερικάνικου στρατού. [14] Το κοινό θα έρθει σε πρώτη επαφή με «την άγρια αυτή τέχνη που ξεπηδάει από τα τραγούδια των νέγρων» όπως ανέφερε η εφημερίδα Ouest-Eclair. Η μουσική παράσταση στο Καζίνο του Παρισιού το 1919 [15] έδωσε το έναυσμα στον Jean Cocteau να γράψει ένα από τα σημαντικότερα κείμενα περιγραφής της νέας αυτής μουσικής και ταυτόχρονα να εισαγάγει την τζαζ στον κύκλο των σουρεαλιστών παρέχοντάς της μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική «υιοθεσία». [16]  Μετά το 1917 τίποτα δεν θα είναι ίδιο στο μουσικό τοπίο της Ευρώπης. Η τζάζ θα ακολουθήσει την πορεία των αμερικάνικων στρατευμάτων. Κι αν το 1917 θα καταλάβει τη μουσική ζωή της Γαλλίας, το 1919 θα σαγηνεύσει το Βερολίνο. [17] Ο πόλεμος άλλαξε οριστικά τις μουσικές συνήθειες των δοκιμαζόμενων ευρωπαϊκών λαών ανατρέποντας πλέον τις παραδοσιακές φόρμες και δημιουργώντας όλες εκείνες τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη μαζικών μορφών μουσικής ψυχαγωγίας. [18]

 

Το 15ο Σύνταγμα στο οποίο αναφερθήκαμε θα μετονομαστεί σε 369ο σύνταγμα πεζικού και θα ενταχθεί υπό γαλλική διεύθυνση ώστε να μην χρειαστεί να συνυπάρξουν κάτω από κοινή διοίκηση λευκοί και μαύροι. Σε αυτό το 369ο σύνταγμα χρωστά η Ευρώπη μια άλλη αμερικανική ανακάλυψη που έκανε την μαζική εμφάνισή της στην Ευρώπη το 1917: το μπάσκετ. Όπως το ποδόσφαιρο από τα μέσα του 19ου αι. αποτέλεσε ένα βασικό όπλο ενίσχυσης της βρετανικής εικόνας, έτσι και το μπάσκετ θα συνδεθεί με την εμφάνιση και την άνοδο της αμερικανικής αυτοκρατορίας. [19] Ήδη από το τέλος του 19ου αι. ο κόσμος των σπόρ και ειδικά εκείνος των νεανικών σωματείων αθλητισμού γνώρισε στην δυτική Ευρώπη μια σημαντική αλλαγή: η πρακτική της άθλησης δημοκρατικοποιείται και εντάσσεται στην σωματική προπαρασκευή των νέων –διαδικασία άμεσα συνδεδεμένη και με την προετοιμασία των εθνικών στρατών για την επερχόμενη σύγκρουση. Στον αμερικάνικο στρατό το 1916 –κατά τη διάρκεια της συνοριακής κρίσης με το Μεξικό- ο αθλητισμός εισήλθε ως βασικό στάδιο για την ορθή προετοιμασία των στρατευμένων. Σε αυτά τα πλαίσια εισήλθαν μια σειρά από σπόρ όπως η πυγμαχία, το μπάσκετ, το μπέηζμπολ στο πρόγραμμα των στρατιωτικών γυμνασίων. [20] Οι πρώτες επιδείξεις μπάσκετ από το γαλλικό παράρτημα της YMCA (ΧΑΝ) στην οδό Trevise  στο Παρίσι το 1893, δηλ. μόλις δύο χρόνια μετά την επινόηση του παιχνιδιού από τον καθηγητή και μέλος της YMCA James Neismith  στο Πανεπιστήμιο του Σπρίνγκφιλντ. Το 1897 οι εφημερίδες στο Νταντί της Σκωτίας κάνουν λόγο για επιδείξεις του νέου αμερικάνικου παιχνιδιού. Στην πραγματικότητα όμως το μπάσκετ γίνεται γνωστό μέσω των θρησκευτικών οργανώσεων περισσότερο στην αμερικανική ήπειρο, στην Ασία ή στην Ωκεανία παρά στην Ευρώπη. [21] Οι επιδείξεις του νέου σπορ στους Ολυμπιακούς του Σεν Λούις το 1904 δεν θα συγκινήσουν τους Ευρωπαίους. Το μπάσκετ θα γίνει πραγματικά γνωστό στο λιμάνι της Saint-Nazaire , στην αμερικανική στρατιωτική βάση, όπου  θα οργανωθούν μπροστά σε ένα ευρύ κοινό οι πρώτοι αγώνες μπάσκετ. Ο αμερικανικός παράγοντας διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην διάδοση ενός  σπορ που μόλις στη δεκαετία του 1920 κατάφερε να λάβει διεθνή νομική υπόσταση και να κωδικοποιήσει τους κανονισμούς προσαρμοσμένους στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα. [22] Η διάδοση του μπάσκετ- όπως και άλλων σπορ- από τον αμερικάνικο στρατό έγινε με βάση έναν κεντρικό σχεδιασμό και με τη  σύμφωνη γνώμη όλων των επιπέδων της αμερικανικής διοίκησης. Οι λόγοι εντοπίζονταν κυρίως στην αναγκαιότητα απόκτησης και διατήρησης υψηλού αξιόμαχου των ενόπλων δυνάμεων αλλά και για την όσο το δυνατόν πιο ήπια διείσδυση του αμερικανικού μοντέλου στον ευρωπαϊκό χώρο. Ο υπουργός Πολέμου των Η.Π.Α. Newton Baker θα αποστείλει στην Ευρώπη τον υπεύθυνο του ιδρύματος Ροκφέλερ [23] Raymond Fosdick για να συντονίσει το πρόγραμμα υγιεινής και αθλητισμού. Σε συνεργασία με άλλες οργανώσεις όπως η YMCA, οι πρόσκοποι και ο Ερυθρός Σταυρός σύντομα θα δημιουργηθεί ένα ευρύ πρόγραμμα που κάλυπτε τα 32 αμερικάνικα στρατόπεδα στην Ευρώπη. Σημαντικό δε ρόλο στην ανάπτυξη του σχετικού προγράμματος διαδραμάτισε και ο εφευρέτης του μπάσκετ James Naismith  ο οποίος ανέλαβε υπεύθυνος του τμήματος υγιεινής της YMCA. [24] Χάρη στις ΧΑΝ, στον αμερικάνικο Ερυθρό Σταυρό και τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις σε σύντομο χρονικό διάστημα το μπάσκετ γνωρίζει αλματώδη ανάπτυξη αρχικά ανάμεσα στις στρατιωτικές δυνάμεις των Συμμάχων και σύντομα στα σχολεία και τα πανεπιστήμια που το εντάσσουν στο πρόγραμμά τους. Στις περιπτώσεις της Γαλλίας και του Βελγίου η διείσδυση πραγματοποιήθηκε άμεσα από τον αμερικανικό στρατό και τις καθολικές οργανώσεις νέων. Στην Ιταλία [25] και στην Ελλάδα σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι ΧΕΝ αλλά και οι ομογενείς όπως φανερώνει η περίπτωση του Μάικ Στεργιάδη μόλις το 1918. [26]  Στη νεαρή Γιουγκοσλαβία τον συγκεκριμένο ρόλο ανέλαβε το αμερικάνικο τμήμα του Ερυθρού Σταυρού στα πλαίσια της προπαγάνδισης των μέτρων υγιεινής μετά το δραματικό πέρασμα της ισπανικής γρίπης. [27] Στις Βαλτικές δημοκρατίες-όπου το μπάσκετ αναδείχθηκε ως ένα από τα βασικότερα μέσα προβολής της εθνικής ιδιαιτερότητας- υπεύθυνοι υπήρξαν οι ομογενείς στρατιώτες και μετανάστες που επέστρεψαν μετά τον πόλεμο στις χώρες αυτές που πρόσφατα είχαν κερδίσει την ανεξαρτησία τους. [28]

 

Το πρόγραμμα του στρατιωτικού αθλητισμού έλαβε σημαντικές διαστάσεις, ενώ η έκδοση μιας σειράς ενημερωτικών επιθεωρήσεων και φυλλαδίων από τις αμερικανικές αρχές με τους κανόνες των σπορ και συμβουλές αθλητικής υγιεινής συντέλεσαν στην αλλαγή των πρακτικών όχι μόνο εντός των συμμαχικών στρατών αλλά και στις ως τότε παραδοσιακές αθλητικές πρακτικές των δυτικών κοινωνιών. Αποκορύφωμα αυτής της ιδιαίτερης αμερικανικής πολιτιστικής διείσδυσης και ενδεικτική του νέου πλέγματος συσχετισμών μεταξύ Η.Π.Α. και Ευρώπης υπήρξαν οι περίφημοι «Διασυμμαχικοί Αγώνες» που πραγματοποιήθηκαν από τις 22 Ιουνίου ως τις 6 Ιουλίου 1919 στο νεότευκτο στάδιο Πέρσινγκ, το οποίο κατασκευάστηκε από τον αμερικάνικο στρατό και την YMCA, στο δάσος της Vincennes στο Παρίσι και προσφέρθηκε ως δώρο των Η.Π.Α. στη Γαλλία. Οι Αγώνες αποτελούσαν το προσωπικό στοίχημα του Elwood S. Brown, διευθυντή του αθλητικού τμήματος της YMCA που μόλις λίγες βδομάδες πριν την Ανακωχή του 1918 είχε περιγράψει σε επιστολή του προς τον συνταγματάρχη Bruce Palmer την αναγκαιότητα επίδειξης σε ευρύ κοινό αγώνων και την διοργάνωση αθλητικών συναντήσεων. Αυτή η «στρατιωτική Ολυμπιάδα» των νικητών διεξήχθη σε μια περίοδο κρίσης του ολυμπιακού κινήματος. [29] Η δε επιτυχία της ήταν μια ακόμα απόδειξη της γρήγορης προόδου που είχε κάνει η αμερικανική αθλητική διείσδυση στον ευρωπαϊκό χώρο από το 1917.[30]

 

Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι το 1917 αποτέλεσε σημείο καμπής για τις σχέσεις των Η.Π.Α και της Ευρώπης γενικότερα. Η ενασχόληση με δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα της λεγόμενης soft power στη διπλωματία δεν μπορεί να είναι παρά ενδεικτική μιας ευρύτερης, πολύπτυχης και σταθερής διείσδυσης του αμερικανικού τρόπου ζωής και της αμερικάνικης κουλτούρας σε μια ευρωπαϊκή κοινωνία που εξερχόταν καταστραμμένη από τον πόλεμο.  Το 1917 αποτελεί σταθμό για τις μουσικές  και ευρύτερα καλλιτεχνικές επιλογές των μεσαίων τάξεων της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης. Αποτελεί τέλος σταθμό στην διάχυση του συλλογικού και ανταγωνιστικού πνεύματος των αθλητικών εκδηλώσεων σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αλλά η μελέτη του φαινομένου απαιτεί μια πιο διεισδυτική ανάλυση των μέσων και των φορέων διαμόρφωσης της μαζικής μουσικής, κινηματογραφικής και αθλητικής κουλτούρας στον ευρωπαϊκό χώρο με έτος σταθμό φυσικά το 1917. Θα επανέλθουμε.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Giuliana Gemelli, “Europe-USA. American foundations and European scientific integration: actors and networks (1920’s-1970’s), στο François Roche (ed.), La culture dans les relations internationales, Ecole Française de Rome, Rome, 2002, σ.411.    

[2] Edward Said, Culture er impérialisme, Fayard, Paris, σ.398-399.

    [3] Βλ. το κλασικό έργο του H.G.Wels, The future in America, Harper and Brothers, London 1906 το οποίο και έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής από το αμερικάνικο κοινό Βλ. σχετικά και David Ellwood, “Defending diversity, the Americanization question in European identity debates”, στο François Roche (ed.), La culture dans les relations internationalεs, Ecole Française de Rome, Rome, 2002, σ.398. 

[4] Alan Axelrod, Selling the Great War : the making of American propaganda, Palgrave, New York, 2009, σ.189-210.

    [5] Irwin M.Wall, L’influence américaine sur la politique française 1945-1954, Balland, Paris, 1989, σ.22-23.    

[6] Βλ. λ.χ. τις εντεινόμενες αντιθέσεις μεταξύ αγγλικής και ιρλανδικής καταγωγής Αμερικανών ειδικά μετά την εξέγερση του Δουβλίνου το 1916 και την θέση των γερμανικής καταγωγής πολιτών ειδικά στις ανατολικές ακτές. Βλ. Marc Ferro, Ο πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος 1914-1918, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1997, γ’ έκδοση, σ.238 και 240-241, καθώς και Thomas Boghardt, “ The Zimmermann Telegram: Diplomacy, Intelligence and the American Entry into World War I”, The BMW Center for German and European Studies Edmund A. Walsh School of Foreign Service Georgetown University Working Paper Series, Working Paper No.6-04  http://georgetown.edu/sfs/cges/working_papers.html, November 2003 Working Paper No.6-04.

[7] Βλ. σχετικά Jacques Dugast, La vie culturelle en Europe au tournant des XIXe et XXe siècle, PUF, Paris, 2001, ειδικά σελ. 1-8. Όπως σημειώνει ο συγγραφέας η άμεση επαφή της Ευρώπης με την διανόηση της αμερικανικής ηπείρου αφορούσε μερικές δεκάδες διανοούμενων που επιχειρούσαν το υπερατλαντικό ταξίδι, ενώ ακόμα λιγότεροι ήταν οι Αμερικανοί που είχαν εγκατασταθεί στον ευρωπαϊκό χώρο (κυρίως στο Παρίσι, Λονδίνο, Βιέννη και Βερολίνο) πριν το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου. Βλ. ο.π., σ. 210-213.

[8] Βλ. Γιώργος Κόκκινος, Πρίσματα ευρωπαϊκής ιστορίας, Μεταίχμιο, Αθήνα 2007, σ.94-95.    

[9] Για μια επισκόπηση της γενιάς των Αμερικανών στο Παρίσι μετά το 1900 και ως τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο βλ. Nancy Green, “Expatriates and Americanization.Paris 1900-1940”, στο Anne Dulphy, Robert Frank, Marie-Anne Matard-Bonucci, Pascal Ory (ed.), Les relations culturelles internationals au XXe siècleDe la diplomatie culturelle à l’acculturation, Peter Lang, Bruxelles, σ.267-276 όπου και η σχετική βιβλιογραφία για το θέμα. Για ειδικότερα θέματα βλ. Paul Colin, Henry Louis Gates and Karen C. C. Dalton,  Josephine Baker and La Revue Nègre , Paul Colin’s Lithographs of Le Tumulte Noir in Paris, 1927, H.N. Abrams, New York, 1998, Michel Fabre,. From Harlem to Paris : Black American Writers in France, 1840-1980, University of Illinois Press, Urbana 1991, Jeffrey H. Jackson, Making Jazz French : Music and Modern Life in Interwar Paris American Encounters/Global Interactions, Duke University Press, Durham 2003.

  [10] Για το τάγκο στα ελληνικά βλ. Salas Horacio, Το Τάνγκο, Πορεία, Αθήνα 2014 και Χρήστος Λούκος, «Κοινωνική ιστορία του τάνγκο. Από τις υποβαθμισμένες συνοικίες του Buenos Aires στα σαλόνια της Ευρώπης », Μνήμων, τ. 20 (1998), σ. 251-270.    

[11] Eric Hobsbawm, Ξεχωριστοί άνθρωποι. Αντίσταση, εξέγερση και τζάζ, Θεμέλιο, Αθήνα 2001, σ.353-363.

  [12] Την ίδια ώρα η «νέγρικη» μουσική του περιθωρίου γνώριζε την αναμενόμενη απόρριψη τόσο από τις λευκές ρατσιστικές κυρίαρχες τάξεις των Η.Π.Α. όσο και από  σημαντικό μέρος των συντηρητικών ευαγγελικών και προτεσταντικών κοινοτήτων των μαύρων. Βλ. Jacques Portes, De la scène à l’écran. Naissance de la culture de masse aux Etats-Unis, Belin, Paris 1997, σ,301.

 

[13] Τα χρόνια που θα ακολουθήσουν από τη λήξη του πολέμου ως το 1940 η Δυτική και η Κεντρική Ευρώπη θα κατακλυστούν από αμερικάνικης προέλευσης χορούς (τσάρλεστον, φοξ-τροτ, μπλάκ μπότομ και σουίνγκ από τις ΗΠΑ, ρούμπα από την Καραϊβική, τάγκο από την Αργεντινή, σάμπα από την Βραζιλία κ.α.α).  Παράλληλα θα διαμορφωθούν και ευρωπαϊκές μουσικές σκηνές οι οποίες θα κυριαρχήσουν στον νεανικό τρόπο διασκέδασης. Βλ. Sophie Jacotot, « « Danses modernes » des Amériques à Paris dans l’ entre-deux-guerres. Etapes de l’acculturation et formes de l’appropriation » στο Anne Dulphy, Robert Frank, Marie-Anne Matard-Bonucci, Pascal Ory (ed.), Les relations culturelles internationals au XXe siècle. De la diplomatie culturelle à l’acculturation, Peter Lang, Bruxelles, σ.237-246 και Thomas J. Hennessey, From Jazz to Swing : African-American Jazz Musicians and Their Music, 1890-1935 Wayne State University Press, Detroit 1994. 

[14] Peter M. Lefferts, «Black US Army Bands and Their Bandmasters in World War I«,  Faculty Publications: School of Music 25, (2012)   http://digitalcommons.unl.edu/musicfacpub/25(πρόσβαση 11/11/2017)

[15] William H. Kenney, “  The assimilation of American jazz in France  1917-1940”, American Studies 25(1), σ. 5-24, όπου πρβλ.  Ray Binder, « Historique du Jazz » , Jazz-Tango (December, 1931), σ.6.  

[16] Jean Cocteau, « Carte blanche – Jazz Band », Paris-Midi, 4 Αυγούστου  1919 και του ιδίου, Jean Cocteau, Le Coq et l’Arlequin. Notes sur la musique, Stock, Paris, 1979 (πρώτη έκδοση La Sirène, 1918), σ. 29 και 53-54. Βλ. και Denis-Constant, Olivier Roueff, La France du jazz. Musique, modernité et identité dans la première moitié du vingtième siècle, Parenthèses, Marseille 2002.

[17] Michael J. Budds (ed.), Jazz & the Germans: Essays on the Influence of «hot» American Idioms on the 20th-century German Music, Pendragon Press, New York 2002, ειδικά σ.1-19, Klaus Nathaus Popular Music in Germany, 1900–1930: A Case of Americanisation? Uncovering a European Trajectory of Music Production into the Twentieth Century, European Review of History: Revue européenne d’histoire, 20:5, (2013), σ.755-776 και Michael H Kater,. Different Drummers : Jazz in the Culture of Nazi Germany,: Oxford University Press, New York 1992. 

[18] Βλ. τον ενδιαφέροντα κατάλογο της έκθεσης «Entendre la guerre» (dir.par Florence Gétreau),  Gallimard, Paris 2014,  που πραγματοποιήθηκε στο Historial de la Grande Guerre στην Péronne . Ενδιαφέρον είναι και το άρθρο του Sophian Fanen, « Les tranchées, berceau musical », Libération, 6/6/2014,   http://next.liberation.fr/musique/2014/06/06/les-tranchees-berceau-musical_1035413 (πρόσβαση 5/11/2017).

[19] Ο Eric Hobsbawm,  Η εποχή των άκρων. Ο σύντομος 20ος αιώνας 1914-1991, Θεμέλιο, Αθήνα 2004, σ.163 αναφέρει επιτυχώς ότι το ποδόσφαιρο αποτέλεσε στον αθλητικό τομέα την σημαντικότερη εικόνα της βρετανικής κυριαρχίας στον κόσμο σε αντίθεση με το κρίκετ που έχει μικρή μόνο επιρροή έξω από τις πρώην βρετανικές κτήσεις. Ομοίως το μπέιζμπολ μικρή επίδραση είχε εκτός των Η.Π.Α. σε αντίθεση με το μπάσκετ.  

[20] Steven Pope, Patriotic games : sporting traditions in the American imagination, 1876-1926, Oxford University Press 1997, σ.145.

  [21]Ειδικά για τις ιμπεριαλιστικές διαστάσεις της αμερικανικής αθλητικής διείσδυσης στην Καραϊβική, τη Νότια Αμερική και τις Φιλιππίνες με έμφαση στη δράση των ΥMCA βλ. Gerald R.Gems, The Athletic Crusade.  Sport and American Cultural Imperialism, University of Nebraska 2006.  

[22] Sabine Chavinier-Réla, « Les règles du basket français dans l’entre-deux-guerres, entre dimension nationale et continentale » και Loic Artiaga, « Jeux de pouvoirs aux premiers temps de la Federation internationale de basket-ball » στο Fabien Archambqult, Loic Artiaga, Gérard Bosc (ed.), Le Continent basket. L’Europe et le basket-ball au XXe siècle, Peter Lang, Bruxelles, 2015, σ.29-46 και 47-66 αντίστοιχα.  

[23] Το Ίδρυμα Ροκφέλερ αποτέλεσε ως τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο τον σημαντικότερο φορέα διείσδυσης της αμερικάνικης πολιτικής στην Ευρώπη και στην διαμόρφωση μιας φιλοαμερικανικής leadership. Τον αντίστοιχο ρόλο διαδραμάτισαν μετά το 1945 το Ίδρυμα Ford και το Ίδρυμα Foulbright. Οι πρώτες αποστολές του Ιδρύματος Ροκφέλερ αφορούσαν ζητήματα υγιεινής και αντιμετώπισης της φυματίωσης, αλλά σταδιακά επεκτάθηκαν σε διάφορους τομείς πολιτιστικής, οικονομικής και πολιτικής σημασίας. Βλ. Ludovic Tournès, « Penser global, agir local. La Fondation Rockfeller en France (1914-1960) » στο Anne Dulphy, Robert Frank, Marie-Anne Matard-Bonucci, Pascal Ory (ed.), Les relations culturelles internationals au XXe siècle. De la diplomatie culturelle à l’acculturation, Peter Lang, Bruxelles, σ. 375-382.

  [24] Pope, ο.π., σ.146-149.  

[25] Saverio Battente-Tito Menzani, Storia sociale della pallacanestro in Italia, Piero Lacaita, Roma 2009, σ.12, 100 και 140 όπου και η σχετική βιβλιογραφία για την YMCA στην Ιταλία.  

[26] Lampros Flitouris, « Le basket-ball en Grèce. Histoire d’une legénde nationale », στο Fabien Archambqult, Loic Artiaga, Gérard Bosc (ed.), Le Continent basket. L’Europe et le basket-ball au XXe siècle, Peter Lang, Bruxelles, 2015, σ.233-234.  

[27] Pero Jelić, « Aux origines du basket-ball en Yougoslavie (1923-1940) », Études balkaniques 11 (2004), σ.177-196.

[28] Julien Gueslin, « Quand les petits deviennent maitres » στο Fabien Archambqult, Loic Artiaga, Gérard Bosc (ed.), Le Continent basket. L’Europe et le basket-ball au XXe siècle, Peter Lang, Bruxelles, 2015, σ.67-84.

[29] Τhierry Terret, « Le Comité International Olympique et les “olympiades militaires” de 1919 »], Olympika. The International Journal of Olympic Studies VIII  (1999), σ.69-80.

[30] Σημειώνουμε χαρακτηριστικά ότι στους αγώνες διεξήχθη το πρώτο εθνικό τουρνουά μπάσκετ με τη συμμετοχή των Η.Π.Α., της Γαλλίας και της Ιταλίας. Έλαβαν μέρος 1500 περίπου αθλητές από 18 χώρες. Βλ. σχετικά Thierry ΤerretLes Jeux interalliés de 1919. Sportguerre et relations internationales, L’Harmattan, Paris 2002 και την επίσημη έκδοση των αγώνων The InterAllied games 1919, Cornell University Library,   https://archive.org/details/cu31924014114353 (πρόσβαση 6/11/2017)Picture1

«HK: Αναζητώντας τη χαμένη ταυτότητα»

images

 

«HK: Αναζητώντας τη χαμένη ταυτότητα»

Του Λάμπρου Φλιτούρη

 

Η ιστορία του βιβλίου «ΗΚ: Αναζητώντας τη χαμένη ταυτότητα. Ένα Εβραιόπουλο στη δίνη του Β’Παγκοσμίου Πολέμου» είναι ένα ταξίδι σε μια σκοτεινή δραματική εποχή, όπως την μεταφέρει η καταξιωμένη γαλλο-ισραηλινή συγγραφέας Σοσάνα Μπουκχομπζά.

Τα έργα για την τύχη των Εβραίων της Ευρώπης κατά τις δεκαετίες του 1930 και 1940 είναι πολλά. Άλλα ιστορικά, άλλα τεκμηρίωσης (ντοκουμέντα), άλλα βιογραφικά, άλλα μυθιστορήματα. Το βιβλίο, το οποίο μετέφρασε υποδειγματικά ο Γιώργος Ξενάριος και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Στερέωμα», έχει μια ιδιαιτερότητα. Δεν πρόκειται για τις αναμνήσεις του Γκύ Μπρεν που στην μεταπολεμική Γαλλία αναζητά τις ρίζες. Δεν πρόκειται για τις αναμνήσεις της βασανισμένης Έλεν Κάλμους. Είναι μια δουλειά τεκμηρίωσης που η Μπουκχομπζά έφερε εις πέρας και ένα αφήγημα που διαβάζεται με ενδιαφέρον και σε κάποια σημεία με έκδηλη την αγωνία. Είναι ένα αφήγημα όχι μόνο για την τύχη των Εβραιόπουλων που οι γονείς τους πίστεψαν σε μια καλύτερη ζωή και μετακόμισαν στη Γαλλία. Δεν αφορά μόνο την τύχη αυτών των παιδιών μετά την γαλλική συνθηκολόγηση τον Ιούνιο του 1940. Είναι ένα αφήγημα που θέτει εκ νέου ερωτήματα για την στάση των Ευρωπαίων συνολικά απέναντι στο ναζισμό, την στάση των Γάλλων απέναντι στις εξελίξεις στο εβραϊκό ζήτημα, την στάση των χριστιανών και της καθολικής εκκλησίας. Είναι ένα αφήγημα που αναζητά την «ταυτότητα» μιας εποχής που το να έχεις μία συγκεκριμένη ταυτότητα προδιέγραφε και το μέλλον σου.

Θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να είναι και ένα είδος ιστορίας μιας χαμένης γενιάς παιδιών που μεγάλωσαν αναγκαστικά σε συνθήκες που δεν επιθυμούσαν, προκειμένου να επιζήσουν. Τέλος, θα μπορούσε να είναι και μια συνοπτική ιστορία των Εβραίων της Γαλλίας. Σ’αυτό ειδικά το θέμα και ειδικά για την περίοδο 1940-1945 θα μπορούσαμε να επεκτείνουμε τον προβληματισμό μας.

Όταν στις 27 Σεπτεμβρίου 1791 η Γαλλική Επανάσταση αναγνώριζε το δικαίωμα του πολίτη σε όλους τους κατοίκους της χώρας χωρίς θρησκευτικές εξαιρέσεις, ξεκινούσε μια άλλη περίοδος για τους χιλιάδες Εβραίους της Γαλλίας. Ο 19ος αι. υπήρξε ο αιώνας της ενσωμάτωσης. Οικογένειες όπως οι Ρότσιλντ, οι Όφφενμπαχ κ.α. κατάφεραν να αναρριχηθούν στην κορυφή του επιχειρηματικού κόσμου της χώρας και της Ευρώπης. Ήταν μια περίοδος σχετικής κοινωνικής γαλήνης και ευημερίας, που ανάγκασε τον Γερμανό ποιητή Χάινριχ Χάιν να αναφερθεί- με έναν τόνο ζήλιας είναι η αλήθεια- στους Εβραίους «που ζουν ευτυχείς σαν θεοί στη Γαλλία». Αυτή η ευτυχία ωστόσο δεν ήταν ανέφελη. Ο 19ος αι. ήταν επίσης εκείνη η περίοδος που στιγματίστηκε από έναν πολιτικό αλλά και πνευματικό αντισημιτισμό μιας σπάνιας βιαιότητας. Αποκορύφωμά της υπήρξε η περίφημη υπόθεση Ντρέιφους, ενώ η τραγική του υλοποίηση πραγματοποιήθηκε από το καθεστώς του στρατάρχη Πετέν την περίοδο 1940-1945. Η συνεργασία του «Γαλλικού Κράτους» του Βισί με τους ναζί οδήγησε πάνω από 75.000 Εβραίους που ζούσαν στη Γαλλία πριν το 1939, στα στρατόπεδα θανάτου. Ο βαθμός της συνεργασίας των γαλλικών αρχών σ’αυτή την πορεία θανάτου σοκάρει ακόμα και σήμερα. Δείγμα της επιφανειακής ίσως αποδοχής από το σύνολο της γαλλικής κοινωνίας μιας πληθυσμιακής ομάδας (των Εβραίων) που έδειχνε να έχει ενσωματωθεί πληρέστερα από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Δυτικής Ευρώπης.

Η γνώση για το Ολοκαύτωμα θα έρθει μετά τον πόλεμο και την επιστημονική κοινότητα θα την αγγίξει ερευνητικά κυρίως μετά τη δεκαετία του 1980 για μια σειρά από λόγους. Η ζωή στα τέλη της δεκαετίας του 1940 ξαναπήρε τους γνωστούς ρυθμούς. Οι επιζώντες προσπάθησαν να σταθούν στα πόδια τους, οι οικογένειες να ξαναβρεθούν, οι ταυτότητες να ξαναδηλωθούν χωρίς φόβο. Η άφιξη περίπου 200.000 Εβραίων (1956-1967) από τη Βόρεια Αφρική δηλαδή μετά το τέλος των αντιαποικιακών πολέμων και την ανακήρυξη των ανεξαρτησιών του Μαρόκου, της Τυνησίας και της Αλγερίας, θα αλλάξει οριστικά τη φυσιογνωμία της γαλλικής εβραϊκής κοινότητας.

Κατά την περίοδο 1940-1943 το γαλλικό κράτος του Βισί υπήρξε ένα βαθιά αντιεπαναστατικό, αντιδραστικό κατασκεύασμα  που στοχοποίησε –μεταξύ άλλων- και τους Εβραίους. Δεν θα πρέπει ωστόσο να παραβλέπουμε και τους άλλους παράγοντες που συνέβαλαν την εποχή εκείνη στην πορεία που έλαβε το εβραϊκό ζήτημα στην Γαλλία: ο γερμανικός παράγοντας, η γαλλική γραφειοκρατία, οι πολιτικές και θρησκευτικές ελίτ, η ίδια η γαλλική κοινωνία. Από τις 22 Ιουλίου 1940 ένα από τα πρώτα μέτρα του Γαλλικού Κράτους ήταν η αναθεώρηση της απόδοσης υπηκοότητας στους ξένους που βρήκαν άσυλο στη Γαλλία μετά την επικράτηση των ναζί στη Γερμανία το 1933. Πρώτα θύματα υπήρξαν οι χριστιανικές και εβραϊκές οικογένειες γερμανικής και αυστριακής καταγωγής. Στην γερμανική ζώνη κατοχής στη Γαλλία απ’τον Σεπτέμβριο του 1940 μεταφέρθηκε στην ουσία το νομικό καθεστώς του Ράιχ και το οποίο βασιζόταν στους άξονες: καταγραφή, αποκλεισμός, δήμευση περιουσιών, απόδοση ειδικού ρόλου στις εβραϊκές θρησκευτικές αρχές. Περίπου 90.000 Γαλλοεβραίοι και άλλοι 65.000 ξένης υπηκοότητας θα καταγραφούν στη γερμανική ζώνη κατοχής μέσα σε λίγες εβδομάδες. Στις 3 Οκτωβρίου 1940 το καθεστώς του Βισί με ειδικό νόμο θα αναγνωρίσει ως ειδικό το status του Εβραίου, ενώ θα δεχθεί ότι οι ξένης υπηκοότητας Εβραίοι θα μπορούσαν να κρατηθούν σε ειδικά στρατόπεδα. Η ‘Τελική Λύση» αρχίζει να συστηματοποιείται στη Γαλλία πριν καν οι Γάλλοι συνειδητοποιήσουν τα νέα δεδομένα.  Το ίδιο και οι Εβραίοι της Γαλλίας που από το 1870 αναγνωρίζονταν ως ισότιμοι πολίτες, έχασαν τη γαλλική υπηκοότητα με την κατάργηση του σχετικού νόμου. Για το Βισί Εβραίοι ήταν : «όσων οι πρόγονοι ως τρίτη γενιά  ήταν εβραϊκής ράτσας ή οι πρόγονοι ως δεύτερη γενιά  και  οι σύζυγοι ήταν Εβραίοι». Ήταν Εβραίοι ακόμη και όσοι είχαν δηλώσει «άθεοι» αν οι πρόγονοί τους ήταν Εβραίοι. Άμεσα ξεκίνησε η «αριανοποίση» των περιουσιών δηλ. στην ουσία η κλοπή των εβραϊκών περιουσιών. Περίπου 3.500 δημόσιοι υπάλληλοι απολύθηκαν, ενώ μέσα σε έξι μήνες απαγορεύθηκε η άσκηση από τους Εβραίους του επαγγέλματος του δικηγόρου και του γιατρού. Σύμφωνα με τα κείμενα που κατατέθηκαν στη δίκη της Νυρεμβέργης από γαλλικής πλευράς, μια σειρά από νομοθετήματα (γαλλικά και γερμανικά) έθεσαν στο περιθώριο της κοινωνίας τους Εβραίους και δήμευσαν το σύνολο των περιουσιών τους ως το 1942. Μετά το έτος αυτό όλες οι κινήσεις είχαν σαν σκοπό τον εκτοπισμό και τον τελικό αφανισμό των Εβραίων. Η υποχρεωτική οργάνωση σε ένα κοινό νομικό σώμα των εβραίων δεν άφηνε περιθώρια διαφυγής. Ήταν μια αριστοτεχνικά δομημένη παγίδα: για να εξασφαλίσει ένας Εβραίος τα απαραίτητα προς το ζην έπρεπε να καταγραφεί. Μετά από αυτό ο εντοπισμός του ήταν θέμα χρόνου. Όπως και η σύλληψή του.

Την Άνοιξη και το Καλοκαίρι του 1941 στην ευρύτερη περιοχή του Παρισιού ξεκίνησε ο εκτοπισμός των Εβραίων (αρχικά εκείνων που είχαν ξένη υπηκοότητα και στη συνέχεια και των Γάλλων) σε μια σειρά από στρατόπεδα με πιο γνωστό εκείνο του Drancy. Η τακτική που ακολούθησαν οι Γερμανοί με την συνεπικουρία των Γάλλων αστυνομικών ήταν προοδευτική: αρχικά σύλληψη των ξένων  στη συνέχεια των ύποπτων για κομμουνιστική δράση, έπειτα των πλουσίων μελών της κοινότητας. Το 1942 στο Vélodrome d’Hiver (στο ποδηλατοδρόμιο του Παρισιού) φυλακίζονται 13.000 Εβραίοι μετά από επιχείρηση 7.000 Γάλλων αστυνομικών και παραστρατιωτικών. Οι περισσότεροι από τους συλληφθέντες οδηγήθηκαν στο Άουσβιτς. Η επιμονή του πρωθυπουργού Πιέρ Λαβάλ για την τύχη των παιδιών των Εβραίων οδήγησε στον τελικό εκτοπισμό και των παιδιών κάτω των 16 ετών, που αρχικά είχαν εξαιρεθεί. Για τους ναζί η συγκέντρωση και ο εκτοπισμός των Εβραίων της ζώνης κατοχής δεν αρκούσε. Χρειαζόταν ο αφανισμός και των Εβραίων που ζούσαν στο γαλλικό Νότο υπό την ευθύνη της κυβέρνησης του Βισί. Εκεί οι πρόθυμοι συνεργάτες θα βρεθούν στο πρόσωπο όχι μόνο της κυβέρνησης Πετέν-Λαβάλ αλλά και των χιλιάδων μελών των φασιστικών οργανώσεων. Μόνο το 1942 εκτοπίστηκαν σχεδόν 43.000 Εβραίοι όταν στο σύνολο της κατοχής εκτοπίστηκαν 76.000 άτομα. Ως το 1942, οι διώξεις των Εβραίων δεν προκαλούσαν πάντα την συμπάθεια των Γάλλων. Μόνο όταν έγινε υποχρεωτικό να φορούν το κίτρινο άστρο άρχισαν να εκδηλώνεται μια κάποια συμπάθεια. Σταδιακά οι αντιδράσεις γίνονταν πιο έντονες. Ακόμα κι από την καθολική εκκλησία όπως απέδειξε η πρωτοβουλία του επισκόπου της Τουλούζ να απευθύνει ένα γράμμα συμπάθειας στο καθολικό ποίμνιο Οι Εβραίοι αναζήτησαν αρχικά την σωτηρία στην ελεύθερη ζώνη αλλά όταν τον Νοέμβριο του 1942 οι ναζί θα παραβιάσουν την περιοχή αυτή η διαφυγή και η σωτηρία θα περάσει στην νοτιοανατολική ιταλική ζώνη κατοχής, στην οποία η εφαρμογή των φυλετικών νόμων ήταν χαλαρή. Με τον τρόπο αυτό περίπου 15.000 Εβραίοι κατέφυγαν στην Ελβετία, πριν κλείσουν και αυτά τα σύνορα. Άλλοι πάλι προσπάθησαν να κρυφτούν στη γαλλική επαρχία με την βοήθεια της Αντίστασης. Ακόμα και βαπτιζόμενοι καθολικοί προς τέρψη πολλές φορές των ακραίων χριστιανών που θεώρησαν την περίσταση κατάλληλη για να φέρουν στον «ορθό δρόμο» τα τέκνα του Ισραήλ. Μια τέτοια πτυχή καλύπτει και το παρόν βιβλίο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται από την συγγραφέα, ο λόγος που πολλοί Εβραίοι- όπως η Έλεν- καταφεύγουν στα καθολικά μοναστήρια ήταν γιατί απλά «κάθε μέρα που περνάει τους φέρνει πιο κοντά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και θανάτου».

Αν η ιστορία των Εβραίων της Γαλλίας κατά τη διάρκεια του πολέμου αποτέλεσε το αντικείμενο πολλών εργασιών τα τελευταία χρόνια, η καταγραφή της μεταπολεμικής τύχης τους είναι ακόμα σε αρχικό στάδιο. Το βιβλίο έρχεται να μιλήσει για την περίφημη υπόθεση των αδελφών Φιναλύ, που συνδέθηκαν με τον Γκύ Μπρεν, το γιο της εβραίας Έλεν και του μαυραγορίτη Αλσατού δωσίλογου Ρενέ Ολ. Μια τραγική-σχεδόν βγαλμένη από κινηματογραφικό σενάριο- ιστορία. Τα αδέρφια Φιναλύ, που μεγάλωσαν όπως και ο Γκύ από την δεσποινίδα Μπρέν, μια διευθύντρια παιδικού σταθμού που συντηρούταν από το καθολικό τάγμα των Αδελφών της Σιόν, θα επιστραφούν μεταπολεμικά στα επιζώντα μέλη των οικογενειών τους. Θα προηγηθεί μια σφοδρή δικαστική διαμάχη που δίχασε την γαλλική κοινή γνώμη, καθώς η καθολική εκκλησία αρνήθηκε αρχικά την επιστροφή των βαπτισμένων καθολικών παιδιών. Η υπόθεση έλαβε πολιτικές διαστάσεις και κατέληξε με την παρέμβαση του κράτους του Ισραήλ στην επιστροφή των Φιναλύ στους συγγενείς τους. Αυτή την υπόθεση την επαναφέρει στο προσκήνιο η Μπουκχομπζά προκειμένου να διηγηθεί την ιστορία του Γκύ.

Ο ιστορικός έχει πολλές δυσκολίες να αντιμετωπίσει για την προσέγγιση του θέματος της επιστροφής των επιζώντων σε μια «κανονικότητα». Κι αυτό αρχικά γιατί η συγκέντρωση των σχετικών πηγών είναι μια αρκετά δύσκολη αποστολή. Μεταπολεμικά οι Εβραίοι θα βρεθούν σκορπισμένοι σε ολόκληρη τη γαλλική επικράτεια, καθώς προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τον κλοιό των μεγάλων πόλεων. Η συμβίωσή τους στην γαλλική επαρχία, κρυμμένοι δίπλα σε χριστιανούς, θα έχει μια παράπλευρη, παράδοξη όσο και ενδιαφέρουσα συνέπεια. Η συντηρητική καθολική επαρχία, διαποτισμένη από έναν θολό αντισημιτισμό με βιβλικές αναφορές, θα έρθει σε επαφή- ενίοτε και για πρώτη φορά δια ζώσης- με πραγματικούς Εβραίους που δεν είναι πλούσιοι, δεν κάνουν ανθρωποθυσίες και δεν πίνουν το αίμα αθώων παιδιών όπως γραφικά είχε επικρατήσει από τον Μεσαίωνα! Όλοι αυτοί οι σκορπισμένοι Εβραίοι θα έπρεπε να επιστρέψουν στα σπίτια τους και να αναζητήσουν τις λίγες χιλιάδες που επέζησαν από τα στρατόπεδα. Έτσι η εύλογη κούραση και η επιλογή της σιωπής θα αποτρέψουν την συγκέντρωση άμεσα μαρτυριών για την πρώτη αυτή μεταπολεμική εποχή. Απ’την άλλη, η μεταπολεμική γαλλική κοινωνία, δυσανεκτική με την αλήθεια της συνεργασίας του Βισί, θα καλύψει με πέπλο σιωπής όλη την ευθύνη του 1940-1945.

Τέλος, τα ορφανά του πολέμου. Κάποια από αυτά αφέθηκαν σε ιδρύματα ή οικογένειες χριστιανών. Μεταπολεμικά έπρεπε να ξαναεντοπιστούν, να δαπανηθούν χρήματα για την στέγασή τους αλλά και να ανοίξουν πληγές σε παιδιά που για πρώτη φορά μάθαιναν την αληθινή καταγωγή τους κι έπρεπε να αφήσουν τις θετές οικογένειές τους. Στις περισσότερες των περιπτώσεων οι εβραϊκές οργανώσεις έσπευσαν να πληρώσουν ό,τι χρειαζόταν για να πάρουν πίσω την κηδεμονία των παιδιών, προκαλώντας πολλές φορές την αντίδραση του Βατικανού. Οι εβραϊκές κοινότητες ανέλαβαν την εκπαίδευση και την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Νέες ταυτότητες για παιδιά που είχαν αναγκαστεί να αλλάξουν ήδη δύο φορές ταυτότητα, προτού ακόμα ενηλικιωθούν.

Το γεγονός που περιγράφει το βιβλίο-όπως παρόμοια άλλα- ξεχάστηκαν μεταπολεμικά παρά τον θόρυβο της υπόθεσης Φινελύ. Πώς εξάλλου να βγουν στην επιφάνεια ζητήματα που έθιγαν στην ουσία ευαίσθητα προσωπικά βιώματα; Μαζί όμως μ’αυτή τη χρόνια σιωπή, έμεινε άγνωστη και η γενναιοδωρία εκείνων που έθεσαν σε κίνδυνο τη ζωή τους για να σώσουν τους Εβραίους. Το βιβλίο δεν είναι μόνο μια καταγγελία για το Ολοκαύτωμα, τη συνεργασία ή την σκληρότητα της καθολικής εκκλησίας. Είναι και μια απόδοση τιμής στους «Δικαίους των Εθνών». Και αυτή η ολοκληρωμένη προσέγγιση γίνεται για πρώτη φορά γνωστή στο ελληνικό κοινό και αξίζει να διαβαστεί.

Β.Τζούκας, Το Φάντασμα του ναζισμού, (παρουσίαση στα Ιωάννινα, 15/3/2017)

17264149_1619649131397053_5252772703421241787_n

Το φάντασμα του ναζισμού έρχεται να συμπληρώσει λειτουργικά μια προηγούμενη προσπάθεια του καθηγητή Γ.Κοκκινου στο έργο του για το Ολοκαύτωμα όπου έκανε λόγο για την προσπάθεια αισθητικοποίησης και αποιστορικοποίησης του ναζιστικού φαινομένου μέσα από την κινηματογραφική και λογοτεχνική παραγωγή της μεταπολεμικής περιόδου. Ο Βαγγέλης Τζούκας καταφέρνει να μας δώσει μια μελέτη που κάνοντας χρήση εξαντλητικής βιβλιογραφίας, επιτρέπει στον αμύητο αναγνώστη να κατανοήσει ότι πέρα από την μελέτη του ιστορικού ναζισμού που έχει απασχολήσει τους ερευνητές, υπάρχει ένα έντονο, συνεχώς κλιμακούμενο ενδιαφέρον για την μελέτη των αναπαραστάσεων και των επιδράσεων του ναζισμού στην λογοτεχνία, το κινηματογράφο, την τηλεόραση, την μουσική κ.α. Επιπρόσθετα, ανατρέχει στα κείμενα εκείνα και τους συγγραφείς που επέδρασσαν καταλυτικά στην συγκρότηση της ναζιστικής ιδεολογίας και λειτούργησαν ως βάσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκαν εν πολλοίς πτυχές των θεωριών που αναπτύχθηκαν γύρω και σχετικά με το φαινόμενο. Η προσπάθεια αυτή αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον, καθώς δεν περιορίζεται σε μια επαναδιατύπωση των γνωστών θεωριών για τις ιδεολογικές ρίζες του εθνικοσοσιαλισμού. Ο συγγραφέας δεν πέφτει στην κοινότυπη παγίδα να ερμηνεύσει τον εθνικοσοσιαλισμό ως μια λογική συνέχεια των θεωριών του Τσάμπερλεν, του Νίτσε, του Γκομιπνώ. Αποφεύγει με αυτόν τον τρόπο και τις γενικεύσεις αλλά και την επανάληψη ακόμα και αδύναμων συνδέσεων. Αντίθετα κινούμενος σταθερά στον άξονα που χρησιμοποιεί σε ολόκληρη την μελέτη του δηλαδή στην ανάδειξη της παραδοξότητας και του ανορθολογισμού που περιβάλει από την γέννησή του τον ναζισμό, προσπαθεί από τα δύο πρώτα –εισαγωγικά- κεφάλαια να καταδείξει την σαγήνη του φαινομένου και την διάδρασή του με τις κατά καιρούς διατυπωμένες θεωρίες συνωμοσίας, με τον μυστικισμό και τον ψευδο-επιστημονισμό.

Ήδη από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης και των επαναστατικών κινημάτων που θα συγκλονίσουν την ευρωπαϊκή ήπειρο τον 19ο αιώνα, ο χώρος του αντι-Διαφωτισμού και της αντεπανάστασης επικαλέστηκε ως απάντηση στις εξελίξεις την ύπαρξη μιας παγκόσμιας συνωμοσίας που είχε αντικληρικά-αντιχριστιανικά χαρακτηριστικά και ελεγχόταν από τους Εβραίους, τον διαχρονικό αποδιαοπομπαίο τράγο. Οι επαναστάτες θα κατηγορηθούν  ως αντικληρικοί συνωμότες που μεταξύ άλλων  σχεδίαζαν την διάβρωση με κάθε τρόπο της εκκλησίας μέσω του προσηλυτισμού και μελών της καθολικής ιεραρχίας.  Σε αυτό το σχήμα  θα ενταχθούν σύντομα κατηγορίες για τον ρόλο και την δράση των μασόνων, για την ύπαρξη μιας συνωμοσίας σιωνιστικής για τον έλεγχο του κόσμου με βάση τα περίφημα πρωτόκολλα των σοφών της Σιών, ενώ μετά την ρωσική επανάσταση στον άξονα του κακού θα ενταχθούν και οι κομμουνιστικοί σχεδιασμοί. Σε αυτό το αμάλγαμα που συγκρότησε εν πολλοίς τον κυρίαρχο λόγο της αντίδρασης και της ριζοσπαστικής δεξιάς στις αρχές του 20ου αιώνα έρχονται και προστίθενται οι ψευδοεπιστημονικές χρήσεις του βιταλισμού και του κοινωνικού δαρβινισμού με σαφή στόχο την ενίσχυση με μια εγκυρότητα του παράδοξου αυτού σχήματος. Ο συγγραφέας όμως εδώ προχωράει παραπέρα από τις γνωστές στο ελληνικό κοινό μελέτες του Αντρέ Ταγκιέφ για τις θεωρίες συνωμοσίας και τα πρωτόκολλα των σοφών της Σιών. Εισάγει τον αναγνώστη στον καθόλα γοητευτικό και παράξενο κόσμο της ινδικής φιλοσοφίας και του μυστικισμού της Ανατολής, της βόρειας παράδοσης και των μύθων που επηρέασαν την οργάνωση διαφόρων ελιτίστικων εταιριών και ομάδων σκέψης, αναζήτησης και φιλοσοφικού ή μάλλον ψευδοφιλοσοφικού προβληματισμού στην προπολεμική Γερμανία και όχι μόνο. Και νομίζω ότι αυτό ειδικά το σημείο της έρευνας του Β.Τ. είναι ξεχωριστό και ιδιαιτέρως σημαντικό για να δούμε το νήμα που συνδέει την προπολεμική και την μεταπολεμική περίοδο που απασχολεί τα δύο επόμενα κεφάλαια της μελέτης. Ο συγγραφέας μας επιτρέπει να καταλάβουμε ότι η δυσκολία ακόμα και σήμερα να κατανοήσουμε την επιτυχία του ναζισμού να εδραιωθεί πολιτικά παρά τις κατά καιρούς εξαιρετικές ερευνητικές προσπάθειες πολλαπλής προσέγγισης του ιστορικού φαινομένου, γίνεται ακόμα μεγαλύτερη αν αντιληφθούμε ποιοι ήταν οι «θεωρητικοί» του ναζισμού και πώς στην ουσία ερμήνευαν τον κόσμο. Δεν αρκείται μόνο στην παρουσίαση του Χίτλερ και του έργου του «Ο Αγών μου», κάτι που εξάλλου απασχολεί έντονα την επιστημονική κοινότητα εκ νέου τα τελευταία χρόνια με την ελεύθερη από πνευματικά δικαιώματα κυκλοφορία του έργου του. Προχωράει σε μια συστηματική- όχι όμως και εξαντλητική πράγμα που θα χρειαζόταν πιθανός ακόμα μερικούς τόμους- αλλά ενδεικτική καταγραφή του ετερόκλητου κόσμου των μυστικιστών οπαδών του φυλετισμού και του εσωτερισμού που βρήκαν στον παράλογο κόσμο των ναζί τους πρόθυμους πολιτικούς εκφραστές των πλέον σχιζοφρενικών θεωριών: η κήλη γη, η εξωγήινη καταγωγή των υπερανθρώπων, η ευγονική κ.α.

Όλες αυτές οι θεωρίες θα παρέμεναν γραφικές και θα απασχολούσαν μόνο τηλεπωλητές- πρώην και νυν βουλευτές και πολιτευτές- κακομεταφρασμένων έργων ευρωπαίων και αμερικάνων «ειδικών» αν δεν μεσολαβούσε η τραγικότητα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου που δεν ήταν σε καμία περίπτωση κάτι το αστείο. Αν δεν μεσολαβούσε το ολοκαύτωμα, ο πόλεμος, οι καταστροφές και οι εκατόμβες των νεκρών θα μπορούσαμε σήμερα να συζητάμε επί ώρες για το παράλογο θέαμα που συναντούμε σε εκθέσεις βιβλίων και σε τηλεοπτικές εκπομπές να αναμιγνύονται οι αντισημιτικές κατηγορίες, με τις ψευδεπίγραφες κρυφορατσιστικές μελέτες, με τις θεωρίες για εξωγήινη ζωή αλλά και καταγωγή των Ελλήνων, τα ΟΥΦΟ με την μυστική υπερτεχνολογία των Ελλήνων κατά Σώρρα και όλα αυτά με τα κρυφά χειρόγραφα των μοναχών του Αγίου Όρους, τις προφητείες και τις μαγικές ιδιότητες της μοναστικής διατροφής. Και ίσως θα μπορούσαμε με σχετική ευκολία να καταλήξουμε σε κρίσεις για το πόσο ευκολόπιστες είναι οι σύγχρονες κοινωνίες και πόσο επιρρεπείς στην κατανάλωση προϊόντων μαζικής υποκουλτούρας.

Ο Τζούκας προσεγγίζει αυτήν ακριβώς την πτυχή του μεταπολεμικού ναζισμού με τρόπο επιστημονικό που δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνίες. Η αισθητικοποίηση του ναζισμού και η χρήση του ως ο καμβάς για την αναθεώρηση της ιστορίας  μέσω της εναλλακτικής ιστορίας ή της εναλλακτικής λογοτεχνίας τονίζεται με την παράθεση περισσότερο ή λιγότερο πετυχημένων έργων. Η ανάλυσή του δεν απορρίπτει την χρήση του ιστορικού παρελθόντος ως πηγή καλλιτεχνικής έκφρασης. Αντίθετα ξεχωρίζει τα έργα εκείνα που παρουσίασαν μια δυστοπική εξέλιξη της ιστορίας θέλοντας σαφώς να υπογραμμίσουν την δύναμη του φόβου από μια ενδεχόμενη επικράτηση του ναζισμού το 1945 και να επιχειρήσουν να αφυπνίσουν τις μεταπολεμικές κοινωνίες για τον κίνδυνο που ελοχεύει. Δίνει όμως προτεραιότητα σε εκείνα τα έργα (βιβλία, ταινίες, μουσική αλλά και βιντεοπαιχνίδια) που φλερτάρουν είτε με μια αποιδεολογικοποιημένη εικόνα του ναζισμού, είτε με την προβολή μιας -για πολλούς- γοητευτικής οπτικής του με σαφείς αναφορές στην σαγήνη της στολής, της επιβολής, του ανδρισμού, της σεξουαλικής διαστροφής ή την τρομολογανική αισθητική ταινιών με εξωγήινα γερμανικά ούφο ή ζόμπι ναζί. Ο συγγραφέας δεν παραβλέπει να ρίξει μια ματιά στην σχέση –αισθητική ή και πιο ουσιαστική- μουσικών συγκροτημάτων της new age, του χάρντ-ροκ και του χέβι-μέταλ με τον ναζισμό είτε απευθείας είτε εμμέσως μέσω των μυστικιστικών θεματικών των τραγουδιών τους και της χρήσης του μοτίβου Καλό/Κακό στις μουσικές προτάσεις τους. Κι εδώ όμως στέκεται προσεκτικός και δεν καταδικάζει τα μουσικά είδη. Κάνει τις αναγκαίες επιστημονικές προσεγγίσεις ξεφεύγοντας από την κλασική παγίδα δαιμονοποίησης τόσο της σύγχρονης μουσικής όσο και των επιλογών των νέων. Αυτή η προσεκτική προσέγγιση γίνεται και στην περίπτωση της παρουσίασης των βίντεοπαιχνιδιών που εμπνέονται από πραγματικές ή φανταστικές ιστορίες του ναζιστικού παρελθόντος.

Ξαναγυρίζω σε αυτό που ανέφερα στην αρχή και προσπαθώ να το συνδέσω με την προσωπική μου οπτική στο ζήτημα. Ο Τζούκας  έκανε μια αρχή μελετώντας ένα ζήτημα που θα θέλαμε πολλοί άλλοι να το προσεγγίσουμε. Πέρα όμως από το προσωπικό ενδιαφέρον, επιστημονικό ή μη, εμμονικό ή και διαστροφικό αν θέλετε, ευχαριστώ τον Βαγγέλη Τζούκα γιατί κοπίασε για να αποδείξει ότι η σαγήνη που άσκησε ο ναζισμός προπολεμικά τόσο σε στενούς κύκλους ανθρώπων όσο και στις μάζες υπήρξε ένα φαινόμενο με συνέχεια που σε πολλές περιπτώσεις ξεπέρασε την απέχθεια που προκάλεσε η πραγματικότητα της δεκαετίας του ’40 και απέκτησε μια δική του δυναμική και εξέλιξη. Το φάντασμα του ναζισμού πλανάται σήμερα όχι μόνο σε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο που εξετάζει τις πολιτικές και κοινωνικές συνιστώσες που το τρέφουν. Υπάρχει σαν αισθητικό πρότυπο, ως επιλογή –όχι κατά ανάγκη πάντα συνειδητή- διασκέδασης. Διαδίδεται εύκολα αλλά και δυσδιάκριτα χάρη στο διαδίκτυο και χάνεται , ενώ υπάρχει, σε ένα απερίγραπτο μωσαϊκό θεωριών συνωμοσίας και παράδοξων ερμηνειών της πραγματικότητας που επηρεάζουν αποφασιστικά ακόμα και τις πολιτικές επιλογές των πολιτών όπως απέδειξαν οι πρόσφατες αμερικανικές εκλογές. Που επηρεάζουν τις αναγνωστικές συνήθειες πολλών συμπατριωτών μας που αρέσκονται να καταναλώνουν θεωρίες συνωμοσίας, που αναζητούν λύσεις στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική κρίση στα Έψιλον, στα νεφελίμ και τα Ελοχίμ αλλά και στους υμνητές της Θούλης και του Τρίτου Ράιχ και στους αυτόκλητους σωτήρες επιχειρηματίες που ορκίζονται στο όνομα του Δία και «πουλούν μυστική υπερτεχνολογία στις ΗΠΑ». Και πώς έπειτα να μην υποστηρίζεις ότι μας ψεκάζουν!

 

«Πότε θα μιλήσουμε για τα εγκλήματα της αποκιοκρατίας;» (HotDoc, 24/9/2017)

images

«Πότε θα μιλήσουμε για τα εγκλήματα της αποκιοκρατίας;»

 

Στις 7 Απριλίου 2000 στην πρωτεύουσα της Ρουάντα, Κιγκάλι, μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης -χαρακτηριστικό της αφρικανικής πρωτεύουσας- ένα σιωπηλό πλήθος άκουγε τον τότε Βέλγο πρωθυπουργό Γκί Φέρχοφσταντ να αναφέρει σε έναν συγκινητικό λόγο: «Υποκλίνομαι μπροστά στα θύματα της γενοκτονίας. Στο όνομα της χώρας μου, στο όνομα του λαού μου, σας ζητώ συγνώμη». Ο Βέλγος πολιτικός αναφερόταν σαφώς στις ευθύνες του Βελγίου-παλιού κυρίαρχου της χώρας- για την αδράνειά του κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου μεταξύ των Χούτου και των Τούτσι. Ειδικότερα, προσδιόριζε τις ευθύνες της χώρας του στην απόφαση των Βρυξελλών να αποσύρουν το 1994 τους κυανόκρανους Βέλγους από την περιοχή της Μινουάρ μετά την δολοφονία πέντε νεαρών στρατιωτών του ΟΗΕ από παραστρατιωτικούς. Το αποτέλεσμα της απόσυρσης των βελγικών ειρηνευτικών δυνάμεων ήταν να σημειωθεί μια από τις μεγαλύτερες σφαγές στην ιστορία του εμφυλίου με περισσότερα από 50000 θύματα. Η συγνώμη από την βελγική πλευρά περιοριζόταν μόνο στην ευθύνη για την σύγχρονη τραγωδία. Καμιά αναφορά στα εγκλήματα και τις ευθύνες των Βέλγων στην περιοχή την εποχή της αποικιοκρατίας.  Μετά όμως από την δημόσια αυτή έκφραση συμπάθειας, ένας δημόσιος διάλογος –που  είχε ήδη αναπτυχθεί, δειλά είναι η αλήθεια, από την δεκαετία του 1980- ανατροφοδοτήθηκε με βασικό ερώτημα: πότε επιτέλους θα μιλήσουμε ανοιχτά για τα εγκλήματα της αποικιοκρατίας;

Η πρακτική του συστηματικού αφανισμού μιας εθνικής ομάδας δεν αφορά μόνο περιοχές της γης όπου συγκρούονταν προ-νεωτερικοί πολιτισμοί όπως λ.χ.  οι σφαγές που συστηματικά εφάρμοσαν οι Ίνκας στους αντιπάλους τους ή η πρακτική του δουλεμπορίου των Αράβων στην αφρικανική ήπειρο προ της ευρωπαϊκής κατάκτησης κ.α.  Ο δυτικός πολιτισμός συνδέεται άμεσα με τέτοιου είδους πρακτικές ήδη από την αρχαιότητα όπως γνωρίζουμε. Η εξολόθρευση των αντιπάλων ή και ολόκληρων εθνικών ομάδων μετά τις μάχες υπήρξε μια συνήθης πρακτική  για τους λαούς της Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής ή και αργότερα κατά την ύστερη Αρχαιότητα για τους νέους λαούς που εισέβαλαν στην Ευρώπη. Θα υπέθετε κάποιος ότι με την εξέλιξη των ηθών και την πρόοδο του νομικού πολιτισμού, την διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου, την κατάργηση της δουλείας, τις συνθήκες της Γενεύης για το δίκαιο του πολέμου, όλες αυτές οι πρακτικές εθνοκάθαρσης και αφανισμού των αντιπάλων λαών θα εξαφανίζονταν. Το αντίθετο. Η αποικιοκρατία- ως βασικό απότοκο του καπιταλισμού- συνδέθηκε στενά με μερικές από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ιστορίας της Δύσης.

Κατά τον 15ο αι., όταν οι Ευρωπαίοι ανακαλύπτουν τον Νέο Κόσμο για λογαριασμό του δυτικού πολιτισμού, έλαβε χώρα η γενοκτονία των ιθαγενών πληθυσμών. Τα ταξίδια του Κολόμβου έφεραν σε επαφή τους Ευρωπαίους με νέους πληθυσμούς και  οι ιθαγενείς άρχισαν άμεσα να χρησιμοποιούνται ως σκλάβοι. Βασικά χαρακτηριστικά της πρώτης αυτής περιόδου των ανακαλύψεων ήταν η βίαια αντιμετώπιση των ιθαγενών της Καραϊβικής, οι οποίοι σε σύντομο διάστημα εξαφανίστηκαν ολοκληρωτικά και η οργάνωση της δουλείας. Οι ανάγκες που προέκυψαν για τις καλλιέργειες οδήγησαν τους αποίκους να εγκαταστήσουν μαύρους δούλους από την Αφρική. Υπολογίζεται ότι από τον 16ο αι. ως τα μέσα του 19ου αι. μεταφέρθηκαν στην Αμερική πάνω από 12,5 εκ. Αφρικανοί ως δούλοι. Στην ηπειρωτική χώρα, οι πόλεμοι των κονκισταδόρων  εναντίον των Αζτέκων, των Μάγιας, των Ίνκας και άλλων τοπικών φυλών υπήρξαν άγριοι και οδήγησαν στον αφανισμό χιλιάδων ανθρώπων και στην καταστροφή μακραίωνων πολιτισμών. Όταν τον 17ο αι. ολοκληρώθηκε η κατάληψη της λεγόμενης Νέας Ισπανίας (Μεξικό και Κ.Αμερική) ο ιθαγενής πληθυσμός από περίπου 25 εκατομμύρια που υπολογιζόταν στα 1519 έφτασε να αριθμεί μόλις το ένα εκατομμύριο. Στην κοιλάδα της πόλης του Μεξικό ο ιθαγενής πληθυσμός υπολογιζόταν στο 1,5 εκ. το 1519 και έφτασε τις 325.000 το 1570 και στις μόλις 70.000 το 1650. Σίγουρα πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα εγκλήματα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Οι προκολομβιανοί πολιτισμοί καταστράφηκαν ολοκληρωτικά και μια σειρά μολυσματικών ασθενειών που μεταφέρθηκαν από την Ευρώπη στην Αμερική ολοκλήρωσαν το έργο των κατακτητών. Ο καθολικισμός δια της βίας αντικατέστησε αρχέγονες θρησκείες επικρατώντας σχεδόν ολοκληρωτικά.  Το δουλεμπόριο αποτέλεσε για παραπάνω από  150 χρόνια την επαχθέστερη αλλά και την επικερδέστερη οικονομική δραστηριότητα των Ευρωπαίων. Τέλος, επαφή των Δυτικών με τους ιθαγενείς πληθυσμούς οδήγησε και στην διατύπωση των πρώτων θεωριών ταξινομήσεων σε ανώτερες και κατώτερες φυλές, στην επικράτηση δηλαδή διακρίσεων με βάση την φυλετική καταγωγή.

 

Η εντύπωση ότι μετά την Αμερικανική Ανεξαρτησία, την Γαλλική Επανάσταση και την κατάργηση της δουλείας (18ος αι.) οι πρακτικές αυτές θα εξαφανίζονταν χάρη και στην κινητοποίηση της ευρωπαϊκής διανόησης αποδείχθηκε φενάκη. Στη Βόρεια Αμερική η συγκρότηση των Η.Π.Α. συνοδεύτηκε από τον σχεδόν ολοκληρωτικό αφανισμό των αυτοχθόνων. Η πορεία προς τη Δύση πόρρω απείχε από την εικόνα που επικράτησε στην λαϊκή κουλτούρα μέσω των κινηματογραφικών ταινιών. Στην παροξυσμική πορεία προς τη Δύση η εθνοκάθαρση έγινε συνώνυμο της κυριαρχίας του τεχνικού πολιτισμού του λευκού ανθρώπου.  Ο δυτικός καπιταλισμός του 19ου αι. βασίστηκε στις δομές της αποικιοκρατικής κυριαρχίας για να εδραιωθεί σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι θεωρίες περί ισονομίας και ισοπολιτείας μπορεί να αποτελούσαν βασικά διακυβεύματα για τις φιλελεύθερες αναζητήσεις των δυτικών κοινωνιών αλλά για τους λαούς που βρίσκονταν υπό την ευρωπαϊκή εξουσία οι έννοιες αυτές ήταν άγνωστες. Οι Ευρωπαίοι έκαναν λόγο για την «πολιτισμική ανωτερότητά» τους και την ανάγκη διάδοσης των αξιών που αντιπροσωπεύει η Ευρώπη σε ολόκληρο τον κόσμο. Η ρητορική αυτή που συνδύαζε ταυτόχρονα την ρατσιστική αντιμετώπιση των εξωευρωπαϊκών κοινωνιών με την μεσσιανική αντίληψη, γνώρισε το αποκορύφωμά της με την διατύπωση των θεωριών του κοινωνικού δαρβινισμού  για την ερμηνεία και την τεκμηρίωση της αποικιοκρατικής πολιτικής. Σ’ αυτή την ιδέα της πνευματικής ανωτερότητας εδράζεται το σύνολο των ερμηνειών που επιχειρήθηκαν για την αποικιακή εξάπλωση στον κόσμο. Εξάλλου, όπως πολύ σωστά έχει διατυπωθεί η οικονομική καθυστέρηση συμβαδίζει με την πολιτιστική καθυστέρηση και η υπανάπτυξη με την βαρβαρότητα. Από τη στιγμή που υπάρχει ένας μόνος πολιτισμένος κόσμος, ο Δυτικός, το εκπολιτιστικό του χρέος συνδυάζεται αναπόφευκτα με την αναγκαιότητα και της οικονομικής εξάπλωσης.

Ο Γάλλος ιστορικός Μάρκ Φερρό δημοσίευσε το 2003 την περίφημη μελέτη του «Η Μαύρη βίβλος της Αποικιοκρατίας», όπου γίνεται μια προσπάθεια καταγραφής των εκατοντάδων περιπτώσεων εγκλημάτων της αποικιοκρατίας αλλά θα προσθέταμε και του καπιταλισμού. Η Αφρική, η Ασία και η Ωκεανία υπήρξαν όχι απλώς τα παιδία ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων αλλά και τα θέατρα των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας που συντελέστηκαν στο όνομα του «εκπολιτισμού». Στην Αφρική ξεχωρίζει η περίπτωση του βελγικού Κογκό.  Ως μια προσωπική αποικία του βασιλιά Λεοπόλδου, μια περίπτωση μοναδική στην ιστορία, το Κογκό χωρίστηκε σε ζώνες οικονομικής εκμετάλλευσης εταιριών όπου και επετράπη η εξαναγκαστική εργασία των ντόπιων στην καλλιέργεια καουτσούκ, στην εύρεση ελεφαντόδοντου και στα ορυχεία πολύτιμων λίθων και μεταλλευμάτων. Την ώρα που η προσωπική περιουσία του Λεοπόλδου αυξάνονταν εντυπωσιακά οι μαύροι εργάτες βασανίζονταν απάνθρωπα για να αυξήσουν την παραγωγή, οι οικογένειες όσων αντιδρούσαν εξανδραποδίζονταν, οι τιμωρίες ήταν απάνθρωπες και ιδιαζόντως σκληρές (με ξεχωριστή την τιμωρία κοπής των άκρων), ενώ οι απάνθρωπες συνθήκες εργασίας οδήγησαν στο θάνατο 3 ως 5 εκ. ανθρώπων. Η συντελούμενη γενοκτονία  προκάλεσε την διεθνή κατακραυγή και τις δημόσιες καταγγελίες ανθρωπιστικών οργανώσεων.  Αν και το 1908 το Κογκό πέρασε υπό τον πλήρη έλεγχο του Βελγίου δεν εξαλείφθηκαν οι συνθήκες που καθιστούσαν την αποικιακή διακυβέρνηση τυραννική για τους ντόπιους.  Νοτιότερα στην γερμανική αποικία της Ναμίμπια (Ν.Δ. Αφρική) η διοίκηση υπήρξε εξίσου αυταρχική. Στην περιοχή αυτή οι Γερμανοί κατέστειλαν βίαια το 1904 την εξέγερση των φυλών Χερέρο και Νάμα εξολοθρεύοντας πάνω από 100.000 άτομα. Η καταστολή έλαβε τις διαστάσεις γενοκτονίας με τον αφανισμό του 84% των Χερέρο και του 50% των Νάμα. Οι επιζήσαντες εγκλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στο Νησί των Καρχαριών, όπου η θνησιμότητα έφθανε το 45%, ενώ οι καταγγελίες της διεθνούς κοινότητας έκαναν λόγο για καταναγκαστική εργασία και ιατρικά πειράματα. Η γενοκτονία που συντελέστηκε αναγνωρίστηκε επίσημα από τον ΟΗΕ μόλις το 1984. Στην Μαδαγασκάρη ο αντιαποικιακός αγώνας των κατοίκων κατά των Γάλλων συνοδεύτηκε από μια βίαιη καταστολή που έλαβε προκάλεσε την κοινή γνώμη αναλογιζόμενοι ειδικά ότι μόλις δύο χρόνια πριν η παγκόσμια κοινότητα ανακάλυπτε την φρίκη της γενοκτονίας των Εβραίων από τους ναζί. Πάνω από 40000 Μαλγάσιοι θα εκτελεστούν ή θα πεθάνουν από τις κακουχίες στα στρατόπεδα των Γάλλων. Στην Αλγερία η γαλλική κατοχή και ο αντιαποικιακός αγώνας κόστισαν τη ζωή ενός πληθυσμού που ξεπερνά τις 500.000. Αναρίθμητα υπήρξαν τα θύματα στη Νότια Αφρική, τόσο κατά το διάστημα της βρετανικής κυριαρχίας όσο και κύρια κατά τα χρόνια του απαρτχάϊντ.  Στην Σιβηρία η κατάκτηση του χώρου από τους Ρώσους συνοδεύτηκε από μια συστηματική εξολόθρευση των πληθυσμών που βρέθηκαν πάνω στον άξονα κατασκευής του Υπερσιβηρικού. Υπολογίζεται ότι στην χερσόνησο της Καμτσάκα σφαγιάστηκαν σχεδόν 20000 ιθαγενείς από τους Κοζάκους. Η ιαπωνική αποικιοκρατία σε όλο το διάστημα της ύπαρξής της από τα τέλη του 19ου αι. ως το 1945 σημαδεύτηκε από μια σειρά εγκλήματα εις βάρος των Κορεατών, των Κινέζων αλλά και των άλλων λαών που βρέθηκαν υπό την κυριαρχία τους ειδικά κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ειδικά η Κορέα θα εξελιχθεί σε αποικία εγκατάστασης των Ιαπώνων και οι γηγενείς θα γνωρίσουν μια περίοδο σκληρής αποικιακής διοίκησης που ενείχε όλα τα χαρακτηριστικά οργάνωσης της οικονομικής δραστηριότητας δουλοπαροικιακά που συνοδευόταν με έντονη ρατσιστική συμπεριφορά προς τους ντόπιους. Κατά τη δεκαετία του 1930 οι Ιάπωνες έθεσαν σε εφαρμογή ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα με στόχο την εξάλειψη της κορεατικής γλώσσας και κουλτούρας και την δημιουργία «νέων Ιαπώνων» κατοίκων που ωστόσο φυλετικά θα βρίσκονταν σε υποδεέστερη κατηγορία. Στην Αυστραλία οι Αβορίγινες μετά την έλευση των Βρετανών μειώθηκαν κατά 84% ενώ στη Νέα Ζηλανδία οι Μαορί σχεδόν κατά 60%. Στον Καναδά εξαιτίας της αγγλικής πολιτικής οι γηγενείς μειώθηκαν σχεδόν κατά 90%. Ο Έντσο Τραβέρσο υπολογίζει τους γηγενείς πληθυσμούς που χάθηκαν κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής εξάπλωσης σε 60 με 70 εκ.

Τα παραδείγματα θα μπορούσαν να γεμίσουν εκατοντάδες σελίδες. Ποια είναι όμως η κατάσταση σήμερα; Μετά την αποαποικιοποίηση αναδείχθηκαν σταδιακά οι σκοτεινές πτυχές της εξάπλωσης των Δυτικών ανά τον κόσμο. Οι μελέτες και οι έρευνες κατέδειξαν την εγκληματική φύση της αποικιοκρατίας και αναπόφευκτα και της μήτρας του, του καπιταλισμού. Ωστόσο, μετά το 1990 εμφανίστηκαν και στο ζήτημα αυτό αναθεωρητικές τάσεις ερμηνείας του αποικιοκρατικού παρελθόντος με μια ταυτόχρονη προσπάθεια τεχνητής μείωσης των αριθμών των θυμάτων. Παράλληλα, η έξαρση του ισλαμικού φονταμενταλισμού έδωσε το άλλοθι για μια συνολική αναδιατύπωση των πολιτικών της αναγνώρισης του εγκληματικού παρελθόντος. O Τσβένταν Τοντόρωφ έγραφε το 2004 ότι «το καθήκον της μνήμης δεν θα είναι δικαιολογημένο ηθικά εάν η ανάκληση του παρελθόντος τρέφει πάνω από όλα την επιθυμία για εκδίκηση ή την ίδια την εκδίκηση, αν επιτρέψει μόνο την απόκτηση προνομίων ή την δικαιολόγηση της αδράνειας στο παρόν. Δεν μπορεί κανείς να κατηγορήσει κάποιον για την εργαλειοποίηση του παρελθόντος: όχι μόνο επειδή το κάνουν όλοι, αλλά και επειδή είναι νόμιμο το παρελθόν να υπηρετεί το παρόν. Μόνο που όλες οι χρήσεις της μνήμης δεν είναι καλές, ενώ μερικές από αυτές μοιάζουν περισσότερο με καταχρήσεις». Οι νεοσυντηρητικές κυβερνήσεις μέσα στο γενικότερο κλίμα αμφισβήτησης επεδίωξαν το ξαναγράψιμο της ιστορίας, μια εργαλειοποίηση του αποικιακού παρελθόντος με στόχο την πολιτική εκμετάλλευση στο στενό παρόν.  Υποβαθμίζοντας τις ευθύνες της Δύσης και προσπαθώντας να «αναδείξουν» τις λεγόμενες θετικές πτυχές της αποικιοκρατίας όπως λ.χ. την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού, την οργάνωση θεσμών, την εκπαίδευση ή την υγεία, θέλησαν  να αντιστρέψουν την πραγματικότητα  χειραγωγώντας τη μνήμη και τους φορείς διαμόρφωσής της όπως λ.χ. η εκπαίδευση (π.χ. νόμος της 23/2/ 2005 στη Γαλλία για την διδασκαλία των θετικών πτυχών της αποικιοκρατίας). Οι προσπάθειες αυτές προκάλεσαν  και εξακολουθούν να προκαλούν την αντίδραση της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας και της προοδευτικής διανόησης.  Ο δημόσιος διάλογος εξακολουθεί να είναι ανοιχτός και τα ερωτήματα  να παραμένουν: πότε θα αποδεχθεί η Δύση να μιλήσει ανοιχτά για τα εγκλήματα της αποικιοκρατίας; Και πότε θα τολμήσει να αποδεχθεί την ευθύνη του πολιτικοκοινωνικού συστήματος που γέννησε το φαινόμενο και εξακολουθεί να γεννά ανισότητες και αποκλεισμούς;