Η εκδοτική ιστορία του Βιβλιοπωλείου της Εστίας

 

http://www.onassis.org/onassis-magazine/issue-56/hestia-bookstore

Εστία… Μια ιστορία σαν μυθιστόρημα

Άννα Καρακατσούλη, Στη χώρα των βιβλίων. Η εκδοτική ιστορία του Βιβλιοπωλείου της Εστίας, 1885-2010, Πρόλογος: Νάσος Βαγενάς, Αθήνα: Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2012, 370 σελ. ISBN: 978-960-99681-6-4

Η μελέτη της ιστορίας του βιβλίου, της εκδοτικής παραγωγής, της διακίνησης και της επίδρασής του έχει απασχολήσει τη διεθνή ιστοριογραφία με ποικίλους τρόπους κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Η γένεση, η οργάνωση και η δραστηριοποίηση ενός εκδοτικού οίκου αποτελούν ένα εξίσου ενδιαφέρον πεδίο έρευνας της πολιτισμικής ιστορίας – έρευνας που επιτρέπει την προσέγγιση του βιβλίου όχι μόνον ως σημαντικού πολιτισμικού αγαθού αλλά και ως ιδιαίτερου υλικού προϊόντος με τη δική του δυναμική, τον δικό του βίο και, επομένως, τη δική του ιστορία, που χρήζει καταγραφής και μελέτης.1 Στην Ελλάδα η επιστημονική μελέτη της ιστορίας των επιχειρήσεων παρουσιάζει εντυπωσιακή ανάπτυξη τα τελευταία είκοσι χρόνια στο πλαίσιο των ενδιαφερόντων για την οικονομική και κοινωνική ιστορία της χώρας. Ωστόσο, η μελέτη του βιβλίου και ειδικότερα του εκδοτικού οίκου ως αυτόνομο ερευνητικό πεδίο μοιάζει ακόμη να βρίσκεται στα σπάργανα.2

Υπ’ αυτή την έννοια, η μελέτη της Άννας Καρακατσούλη Στη Χώρα των Βιβλίων. Η εκδοτική ιστορία του Βιβλιοπωλείου της Εστίας, 1885-2010, που κυκλοφόρησε πρόσφατα σε έναν πολύ φροντισμένο τόμο από τις νεότοκες Εκδόσεις των Συναδέλφων (ένα αυτοδιαχειριζόμενο εκδοτικό εγχείρημα των εργαζομένων στον χώρο του βιβλίου), είναι πολλαπλά χρήσιμη και ενδιαφέρουσα όχι μόνο για τον εξειδικευμένο μελετητή αλλά και για το σύνολο των εραστών του βιβλίου και της ανάγνωσης.

Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίζαμε ότι η δουλειά της Καρακατσούλη αποτελεί μια πρώτη ολοκληρωμένη εργασία «βάσης». Οι έως τώρα διαθέσιμες ιστορίες εκδοτικών οίκων στην Ελλάδα ήταν κατά κύριο λόγο επετειακές εκδόσεις-λευκώματα των ίδιων των εκδοτικών οίκων, ενώ άλλες σχετικές προσπάθειες έμειναν ανολοκλήρωτες σε ένα πρώτο ερευνητικό επίπεδο.3  Η Χώρα των βιβλίων, βασισμένη σε εκτενή βιβλιογραφία και σε εξαντλητική αρχειακή έρευνα, μας προσφέρει ένα γοητευτικό ταξίδι στον κόσμο του βιβλίου, εξετάζοντας την πορεία του Βιβλιοπωλείου της Εστίας από τη δημιουργία του, το 1885, έως τις μέρες μας. Φιλόδοξο εγχείρημα, που και μόνο η χρονολογική του έκταση θα μπορούσε να αποβεί εις βάρος του τελικού επιστημονικού αποτελέσματος.

Μολαταύτα, η Καρακατσούλη καταφέρνει να εξετάσει, μέσα από ένα πυκνογραμμένο –αλλά καθόλου κουραστικό– κείμενο, τις επιχειρηματικές πτυχές του όλου εγχειρήματος. Παράλληλα, χωρίς εκπτώσεις στην τεκμηρίωση, ανοίγει έναν άλλο δρόμο προσέγγισης της ιστορίας της διανόησης στον τόπο μας κατά τα τελευταία 125 χρόνια μέσα από τη μελέτη των στοχεύσεων, των προγραμματισμών και των συνεργασιών της Εστίας. Αυτή η διττή προσέγγιση του θέματος ανταποκρίνεται πλήρως στις στοχεύσεις της σύγχρονης ιστοριογραφίας, που θέλει η ιστορία μιας επιχείρησης να μελετάται παράλληλα με την ιστορία της διανόησης και του πολιτισμού μιας κοινωνίας.4 Και αυτή η προσέγγιση, προφανώς, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εάν λάβουμε υπόψη τη φύση του εμπορίου που θεραπεύει η Εστία.

Η μελέτη χωρίζεται σε πέντε μέρη, ακολουθώντας χρονολογικά την πορεία του εκδοτικού οίκου, από τον ιδρυτή Γ. Κασδόνη (1885-1900) στους επιγόνους Ι. Κολλάρο (1900-1956), Κ. Σαραντόπουλο (1956-1972), Μ. Καραϊτίδη (1972-1998) και Ε. Καραϊτίδη (1998-2010). Όσο και αν προσπαθήσει ο αναγνώστης να αντιμετωπίσει το βιβλίο ως μια οριοθετημένη μελέτη ενός συγκριμένου εκδοτικού οίκου, σύντομα θα διαπιστώσει ότι η πορεία της επιχείρησης –μιας οικογενειακής, επί της ουσίας, προσπάθειας που είναι έως τις μέρες μας μία από τις αρχαιότερες εν ζωή ελληνικές επιχειρήσεις– συνδέεται στενά με τις πολιτικές, οικονομικές, πνευματικές και κοινωνικές εξελίξεις του τόπου.

Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Οι εθνικές περιπέτειες της χώρας στο γύρισμα του αιώνα εξετάζονται παράλληλα με την πορεία του γλωσσικού διχασμού· η οικονομική κρίση του Μεσοπολέμου με την πνευματική επικράτηση της γενιάς του ’30· η τραγωδία της Κατοχής και του Εμφυλίου με τις νέες αναζητήσεις της ελληνικής διανόησης. Η παρουσίαση της πορείας της Εστίας δεν γίνεται ανεξάρτητα από την εξέλιξη της ευρύτερης εκδοτικής παραγωγής στην Ελλάδα. Η μελέτη των συνεργασιών της δεν γίνεται χωρίς να εξετάζεται ταυτόχρονα η γενικότερη πνευματική παραγωγή.

Επομένως, το βιβλίο της Καρακατσούλη μπορεί να εκληφθεί ως μια σημαντική συμβολή στην ιστορία των επιχειρήσεων –οικογενειακών, εμπορικών και εκδοτικών– αλλά και ως η ιστορία της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής. Για παράδειγμα, η παράθεση μιας σειράς από πίνακες με τις πωλήσεις των σημαντικότερων συγγραφέων-συνεργατών του οίκου (κυρίως της λεγόμενης γενιάς του ’30) επιτρέπει και στον πλέον ανυποψίαστο αναγνώστη όχι απλώς να διαπιστώσει την επίδραση των εκδόσεων της Εστίας στο σύγχρονο αναγνωστικό κοινό της χώρας, αλλά και να αντιληφθεί πτυχές της ιστορίας των αναγνωστικών ηθών της Ελλάδας: γιατί κάποιοι συγγραφείς είναι πιο εμπορικοί σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή∙ ποιο ρόλο διαδραματίζουν στην εμπορικότητα οι πολιτικές εξελίξεις ή οι κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές των έργων κ.ά. Ή, ακόμη, να θίξει ερωτήματα όπως γιατί στην Ελλάδα δεν κατάφερε να ριζώσει το βιβλίο-τσέπης ή γιατί η ανάγνωση του καλού βιβλίου στη χώρα μας θεωρήθηκε προνόμιο των λίγων.

Θα σταθώ σε δύο ακόμη συγκεκριμένα παραδείγματα, τα οποία η Καρακατσούλη προσεγγίζει με τρόπο που να αφήνει νέα πεδία έρευνας ανοιχτά στον μελλοντικό φιλόδοξο ερευνητή. Καταρχάς, την οργάνωση-διαμόρφωση των μεγάλων σειρών των εκδόσεων, όπως είναι οι σειρές Νεοελληνική Λογοτεχνία, Μικρή Βιβλιοθήκη, Σύγχρονη Ελληνική Πεζογραφία ή Ιστορία και Πολιτική. Επηρεασμένοι από τις σύγχρονες εκδοτικές εξελίξεις, οι υπεύθυνοι της Εστίας υιοθέτησαν την οργάνωση των εκδόσεων σε μεγάλες σειρές που δημιούργησαν μια νέα δυναμική στον χώρο του βιβλίου. Η συγγραφέας εξετάζει τους ανθρώπους πίσω από τις σειρές, τις επιλογές των συγγραφέων, τις στοχεύσεις και τις αλληλεπιδράσεις στην ευρύτερη οικογένεια των εκδοτών. Η μελέτη και μόνο της οργάνωσης της σειράς Νεοελληνικής Λογοτεχνίας –μιας σειράς που μπορεί κάλλιστα να συγκριθεί με τη λευκή σειρά του Gallimard5–, με πάνω από 300 τίτλους και με συγγραφείς όπως ο Καραγάτσης, o Βενέζης, ο Τερζάκης, ο Θεοτοκάς, ο Πρεβελάκης, ο Μυριβήλης κ.ά., θα μπορούσε να αποτελέσει χωριστή μελέτη. Τέλος, η Καρακατσούλη αγγίζει χωρίς προκαταλήψεις και συναισθηματισμούς το σημαντικότατο ζήτημα της σχέσης του εκδοτικού οίκου με την πολιτική εξουσία, προσπαθώντας να σκιαγραφήσει τις ιδεολογικές πολιτικές συγγένειες και την πρόσληψη των εκδοτικών επιλογών της Εστίας από τους διανοουμένους και το κοινό.

Οίκος του φιλελεύθερου χώρου, ταυτίστηκε με τους Ακαδημαϊκούς αλλά όχι με τον ακαδημαϊσμό, στέγασε ιδεολογικά υπερσυντηρητικούς αστούς, όπως λ.χ. τον Καραγάτση και τον Μυριβήλη, οι οποίοι όμως τύχαινε να είναι συγχρόνως τολμηροί στην επιλογή των θεματικών τους, δημοτικιστές και ζηλευτοί χειριστές της πένας. Συνεπής στο προσεκτικό –και όχι συντηρητικό– άνοιγμα του καταλόγου της, η Εστία φιλοξένησε καινοτόμες λογοτεχνικές και ερευνητικές δουλειές χωρίς να ταυτιστεί με κόμματα και παρατάξεις, προκαλώντας ταυτόχρονα τον σεβασμό της πλειονότητας των εκδοτών και του αναγνωστικού κοινού.

Εδώ έγκειται και μία ακόμη επιτυχία της συγγραφέως. Η επιλογή να διερευνήσει ακριβώς αυτό το ζήτημα για έναν εκδοτικό οίκο που δεν μπορεί να ταυτιστεί αβίαστα ούτε με την Αριστερά ούτε με την Δεξιά προβάλλει μεγαλύτερες δυσκολίες για την επιστημονική τεκμηρίωση της έρευνας. Και το αποτέλεσμα είναι, το λιγότερο, θετικό.

Το επιλογικό σημείωμα του βιβλίου δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας για τα συμπεράσματα της έρευνας: η Εστία μπόρεσε να μεταβεί με επιτυχία από την παράδοση στον νεωτερισμό, να ανανεώσει την εκδοτική παραγωγή του τόπου, να ενδυναμώσει την πνευματική παραγωγή δίνοντας τη δυνατότητα έκφρασης σε δεκάδες λογοτέχνες και επιστήμονες, να εξελιχθεί σε μια πραγματική κιβωτό της σύγχρονης ελληνικής πνευματικής παραγωγής χωρίς να αμελήσει την επικοινωνία του κοινού με την παγκόσμια πνευματική παραγωγή μέσω των πολλών και φροντισμένων μεταφράσεων. Η Εστία υπήρξε η μεγάλη –φιλελεύθερη περισσότερο ή λιγότερο, μικρή έχει σημασία– «κυρία» των βιβλίων. Μένουν πολλά να γίνουν στη μελέτη της ιστορίας των εκδόσεων και των βιβλίων. Η Άννα Καρακατσούλη άνοιξε τον δρόμο. Οι προκλήσεις της συνέχειας είναι πολλές για όποιον πιστό. http://www.onassis.org/onassis-magazine/issue-56/hestia-bookstore

1. Για τον ιστοριογραφικό διάλογο που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια όσον αφορά την ιστορία των εκδόσεων στο πλαίσιο της πολιτισμικής ιστορίας, βλ. M. Lyons, J. Michon, J.-Y. Mollier και F. Vallotton (επιμ.), National or International Book and Publishing History? A Worldwide Discussion, Κεμπέκ: Nota Bene, 2007. Ενδεικτική και βασική μελέτη που συνδυάζει την ιστορική βιογραφία με την ιστορία ενός εκδοτικού οίκου αποτελεί το βιβλίο του J.-Y. Mollier, Louis Hachette (1800-1864): Le fondateur d’un empire, Παρίσι: Fayard, 1999.

2. Δεν αμελούμε, ωστόσο, τη σημασία των γενικότερων εργασιών του Λ. Αξελού, Εκδοτική δραστηριότητα και κίνηση ιδεών στην Ελλάδα, 2η έκδ., Αθήνα: Στοχαστής, 2008 και του Φ. Ηλιού (εκδοτική φροντίδα: Ά. Ματθαίου, Σ. Μπουρνάζος και Π. Πολέμη), Ιστορίες του ελληνικού βιβλίου, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2005.

3.  Βλ. τις σχετικές εκδόσεις για την Άγκυρα (1990), τον Ίκαρο (1993), τις ανέκδοτες μεταπτυχιακές εργασίες της Π. Ιορδανίδου για το Θεμέλιο (Πάντειο Πανεπιστήμιο, 1998) και του Γ. Καραηλία για τον Γκοβόστη (ΕΚΠΑ, Τμήμα Ιστορίας, 2002), καθώς και τις εκδόσεις του ΕΚΕΒΙ για την ιστορία των εκδοτικών οίκων έως το 1940 (2008).

4.  W. St Clair, The «Political Economy of Reading», John Coffin Memorial Lecture in the History of the Book, University of London: School of Advanced Study, 2005.

5.  A. Cerisier, Gallimard: Un éditeur à l’œuvre, Παρίσι: Collection Découvertes Gallimard, 2011.

Κλασσικό

…το «Καλοκαίρι στη Θεσσαλονίκη»

 

Γράφει ο Σάκης Σερέφας (sakseref@yahoo.gr)   | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 16/08/2008 εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ

Πώς μυρίζει μια παλιά πόλη; Ποιους ήχους εκπέμπει; Τι ποτίζει τα βλέμματα των κατοίκων της; Τι παθαίνει όταν διπλασιάζονται ξαφνικά οι ψυχές της από ξένους φαντάρους που τριγυρνούν σαστισμένοι μέσα της; Η Γαλλίδα μυθιστοριογράφος Μarcelle Τinayre στάλθηκε στη Θεσσαλονίκη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου με ειδική αποστολή. Επισκέπτεται τις εγκαταστάσεις του γαλλικού εκστρατευτικού στρατεύματος και των γαλλικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και εξετάζει την κατάσταση του ηθικού του στρατεύματος αλλά και τη στάση των ντόπιων απέναντί του. Μέσα σε αυτό το γοητευτικό αφήγημά της [ Ένα καλοκαίρι στη Θεσσαλονίκη (Απρίλιος-Σεπτέμβριος 1916), μτφ. Νεστοροπούλου- Φλιτούρης, ιστορ. επιμέλεια: Λάμπρος Φλιτούρης, Εκδ. Ασίνη 2008], καταφέρνει να αποτυπώσει με εξαιρετική οξυδέρκεια την αίσθηση της πόλης και των ανθρώπων της. Οι ανάλογες μαρτυρίες ξένων που διαθέτουμε για την πολυφυλετική Θεσσαλονίκη του 1916 είναι πολλές. Οι περισσότερες περιγράφουν έκπληκτες τη γραφική ανατολίτικη όψη της πόλης. Η Τinayre προχωρεί βαθύτερα. Μας αναμεταδίδει χρήσιμες πληροφορίες για το χαρμάνι των φυλών της πόλης, για τις αντιθέσεις μεταξύ των εθνοτήτων, για την κατάσταση των προσφύγων και για τη ζωή των γυναικών, καθώς τα μυθιστορήματά της είναι στρατευμένα υπέρ του γυναικείου ζητήματος. Για παράδειγμα, μια Κυριακή επισκέπτεται τον προσφυγικό καταυλισμό του Λεμπέτ, όπου πρόκειται να τελεσθούν συγχρόνως έξι γάμοι. Παρακολουθεί τις ετοιμασίες, τις φορεσιές, τα κοσμήματα και τους χορούς. Και εξανίσταται με την παραπληροφόρηση που έπεται εις βάρος τους. «Την επομένη, κάποιοι κακά ενημερωμένοι δημοσιογράφοι έγραψαν πως οι νεόνυμφες, παρακινημένες από τα φλογερά γαλλόφιλα αισθήματά τους, στάθηκαν στη γραμμή, μπροστά μου, και ξαφνικά, σηκώνοντας ώς τη μέση τα λευκά νυφικά τους, τάχα μου έδειξαν τα μεταξωτά εσώρουχα με τα τρία χρώματα της γαλλικής σημαίας. Μάταια αποπειράθηκα να αποκαταστήσω την αλήθεια».

Πρόκειται για μια υποδειγματική έκδοση, τόσο ως προς τη μετάφραση όσο και ως προς τον ιστορικό και πραγματολογικό σχολιασμό της.

Κλασσικό

Παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Κόκκινου «Το Ολοκαύτωμα. Η διαχείριση της τραυματικής μνήμης «, εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2015 (Ιωάννινα,24/5/2015)

 Ο Γιώργος Κόκκινος στο παρόν βιβλίο ξαναπιάνει το νήμα της μελέτης της ιστορίας, του τραύματος και της μνήμης από εκεί που το άφησε στο προηγούμενο έργο του Η Σκουριά και το πυρ. Προσεγγίζοντας τη σχέση ιστορίας, τραύματος και μνήμης, εξειδικεύοντας αλλά και εμβαθύνοντας την προβληματική του στο κορυφαίο και μοναδικό παράδειγμα του Ολοκαυτώματος των Εβραίων της Ευρώπης. Το συγκεκριμένο παράδειγμα που αν και είναι αντιπροσωπευτικό για τη μεθοδολογική σύνθεση και άλλων μεγαλύτερων ζητημάτων της ιστορίας, αντιμετωπίζεται σε όλες τις διαστάσεις του ως ένα ξεχωριστό και μοναδικό ιστορικό γεγονός που ερμηνευτικά μόνο προσεγγίζεται αλλά με δυσκολία κατανοείται πλήρως. Και ίσως για το λόγο αυτό το τραύμα του και κυρίως η διαχείριση του τραύματος χρησιμοποιείται ως το επίκεντρο της μελέτης-μάχης που δίνει ο ιστορικός (και προσπαθεί να ερμηνεύσει ο συγγραφέας) με την ακραία εμπειρία του Ολοκαυτώματος. Ο Κόκκινος μελετάει διεξοδικά, με εξαντλητική – αλλά σε καμία περίπτωση κουραστική- παράθεση των διεπιστημονικών απόψεων για το θέμα, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το τραύμα μπορεί να επουλωθεί μέσω της αφήγησής του και της ιστορικοποίησής του. Και σ’αυτή τη διαδικασία εξετάζεται εκτός των άλλων, ο ρόλος της τέχνης- με την μορφή της λογοτεχνίας ή του κινηματογράφου- κυρίως ως μια λειτουργία αποτραυματοποίησης και αισθητικοποίησης. Παράλληλα τίθεται προς προβληματισμό η δυνατότητα ή η θεμιτότητα της αισθητικής αναπαράστασης του τραύματος ως ένας «συλλογικός ψυχαναλυτής» που χρησιμοποιεί σαν μέθοδο ανάλυσης την επικαιροποίηση, την αφηγηματοποίηση, την επεξεργασία και την διαρκή επανερμηνεία των τραυματικών ιστορικών γεγονότων.
Το βιβλίο του Κόκκινου είναι μια καταγραφή και μια ερμηνεία εκείνου που θα ονόμαζα «αναμέτρηση με το τραύμα του Ολοκαυτώματος». Έτσι, ενώ στο πρώτο μέρος παρουσιάζονται οι επίσημες πολιτικές μνήμης (αλλά και λήθης) χωρών-θυτών και χωρών-θυμάτων αλλά και οι «πολλαπλές, ασύμμετρες και ενίοτε αντιθετικές μνήμες», ο Κόκκινος συμπληρώνει προβληματισμούς που έχει διατυπώσει και ερευνήσει επιστημονικά στην μακρόχρονη έρευνά του, με αναφορές στην ζώσα πραγματικότητα συνδέοντας επί της ουσίας την διαμόρφωση της μεταπολεμικής συλλογικής μνήμης με την τρέχουσα αποτύπωση του τραύματος στη σφαίρα της Δημόσιας Ιστορίας. Και σε αυτό το πεδίο ο συγγραφέας δεν επιχειρεί την ανάδειξη μόνο των πολέμων της μνήμης αλλά ενσωματώνει την διάσταση του τραύματος του Ολοκαυτωματος που στοίχειωσε την μνήμη των μεταπολεμικών ευρωπαϊκών κοινωνιών. Το δεύτερο και θεωρητικότερο μέρος του βιβλίου προτείνει μια προσέγγιση της ιστορικής μοναδικότητας της ναζιστικής βιομηχανοποιημένης γενοκτονίας και της δημιουργίας του τραύματος του Ολοκαυτώματος στις ιστορικές, πολιτισμικές και ψυχαναλυτικές διαστάσεις του. Ταυτόχρονα, ο Κόκκινος συνομιλεί με μεγάλο μέρος της ξένης και της ελληνικής βιβλιογραφίας, και μελετά διεξοδικά την διαμόρφωση του διεπιστημονικού ερευνητικού πεδίου που ονομάζεται «Θεωρία του Ολοκαυτώματος».
Από αυτό το δεύτερο μέρος θα ήθελα να σταθώ ειδικά στην ερμηνεία που επιχειρεί της αισθητικοποίησης της τραυματικής μνήμης ως μια διαδικασία αποτραυματοποίησης μέσω της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου. Ο συγγραφέας μελετά την «δύσκολη» συμβίωση τραύματος και μνήμης στα πλαίσια της αναπαράστασής τους στην λεγόμενη Δημόσια Ιστορία. Ο κινηματογράφος, η λογοτεχνία, τα κόμικς, αλλά και άλλες μορφές αποτύπωσης και διάδοσης αυτής της «κάποιας ιδέας ιστορίας» κατά τον ΛεΓκόφ τίθενται υπό μελέτη με το ερώτημα της θεμιτότητας ή μη της αναπαράστασης του τραύματος του Ολοκαυτώματος. Αν και πολλοί επιζώντες του Ολοκαυτώματος, άνθρωποι που κατέγραψαν τις εμπειρίες τους αλλά στάθηκαν επικριτικοί απέναντι στην οπτικοποίηση ή δραματοποίηση της τραυματικής εμπειρίας, η αναπαράσταση του Ολοκαυτώματος αποτελεί μια σταθερή πηγή έμπνευσης για τους δημιουργούς και συμβάλλει –υπό εύλογες αισθητικές προϋποθέσεις- σε μια ανατροφοδότηση του προβληματισμού για την Ιστορία γενικότερα και για το παρόν ζήτημα ειδικότερα. Εξάλλου ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι εδώ και δεκαετίες η γνώση που λαμβάνει ο μέσος πολίτης για το Ολοκαύτωμα προέρχεται από την Δημόσια Ιστορία;
Θα περιοριστώ εδώ σε τρία βασικά ζητήματα που προκύπτουν από την μελέτη του βιβλίου και την ερμηνεία των απόψεων που ο συγγραφέας παραθέτει:
Α. αναφορικά με το αν μπορεί ο κινηματογράφος, η τηλεόραση ή η λογοτεχνία να αναπαραστήσει (και αναφέρομαι στην αναπαράσταση και όχι στην καταγραφή τεκμηρίων με την μορφή ιστορικού ντοκιμαντέρ ή βιογραφικών κειμένων έστω και με λογοτεχνική μορφή) το τραύμα. Οι διενέξεις γύρω από το θέμα υπήρξαν πολλές και σημαντικές. Η μετατροπή μιας εβραίας σε κομμάτι-γρανάζι του ναζιστικού μηχανισμού στην ταινία Κάπο του Ποντεκόρβο το 1961, η εβδομαδιαία επαφή με το τηλεοπτικό Ολοκαύτωμα στην Ευρώπη και την Αμερική στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ή η προβολή της Shoah του Κλώντ Λάνζμαν στην δεκαετία του ’80 έθεσαν το ερώτημα αν η κινηματογραφική γραφή ξεπερνά τα όρια της αναπαράστασης, αν η μετατροπή μιας τραγωδίας σε σήριαλ οδηγεί σε μια banalité του κακού για να επαναδιατυπώσω τον προβληματισμό της Χάνα Άρεντ όπως διατυπώθηκε την εποχή της δίκης του Άιχμαν . Ο δημόσιος διάλογος για την κινηματογραφική αναπαράσταση της φρίκης θα λάβει στη δεκαετία του 1990 ευρύτερες διαστάσεις τόσο με την περίφημη Λίστα του Σίντλερ του Σπίλμπεργκ όσο και με την Ζωή είναι ωραία του Μπενινι. Η συλλογική κάθαρση μέσω της χολλιγουντιανής γλώσσας και εικόνας που προτείνει ο Σπίλμπεργκ ή η κωμικοτραγική μεταφορά της στρατοπαιδικής εμπειρίας του Μπενίνι αποτέλεσαν πεδία έντονων δημόσιων αντιπαραθέσεων και επανατροφοδότησαν τον διάλογο για τη σχέση μνήμης, τραύματος και δημόσιας ιστορίας. Ο Κόκκινος σωστά διαβλέπει στην αντίδραση για την αισθητικοποίηση του Ολοκαυτώματος μια ατελή διαχείριση και επεξεργασία του τραύματος. Παραθέτω αντί άλλου σχολίου την άποψή του: «Έχω την γνώμη ότι, υπερβαίνοντας τις αποκλειστικές διαζεύξεις, οφείλουμε να αναζητούμε τους αρμόζοντες κάθε φορά τρόπους αναπαράστασης του τραυματικού και ακραίου στη Ιστορία, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την αισθητική του μετουσίωση, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη την ιδέα ότι κάθε τέτοια αναπαράσταση είναι εξ ορισμού ή προβληματική ή ανίερη ή μάταιη, καθότι αδύνατη». Το ερώτημα αν η οπτικοποίηση, αισθητικοποίηση μέσω του κινηματογράφου του Ολοκαυτώματος αφαιρεί την ιστορική μοναδικότητά του και τις τραγικές διαστάσεις του δεν μπορεί να απαντηθεί μονοσήμαντα. Ούτε είναι εύκολοι οι αφορισμοί. Ειδικά όταν η «μόνη» και «αξιόπιστη» αποτύπωση του Ολοκαυτώματος έχει ξεπεραστεί από την ίδια την πραγματικότητα της τέχνης. Το ερώτημα του νομπελίστα Ούγγρου συγγραφέα Ίμρε Κέρτες για την καταλληλότητα του σημειωτικού κώδικα για την αποτύπωση του Ολοκαυτώματος απασχολεί μόνο σε ένα θεωρητικό επίπεδο προβληματισμού. Όπως πάλι σωστά επαναδιατυπώνει ο Κόκκινος ακόμα και η προσφυγή σε αμφισβητήσιμες μορφές αποτύπωσης με χαρακτηριστικά που είδαμε π.χ. στην ταινία του Μπενίνι μπορούν να βοηθήσουν σε μια επιστροφή, σε μια επανεγγραφή στην ιστορική συνείδηση το Ολοκαύτωμα με τρόπους πιο αποτελεσματικούς, πιο εύληπτους απ’το ευρύ κοινό που πιθανώς να παρουσιάζει μια υπερέκθεση στους κοινούς κώδικες.
Β) αναφορικά με την δύναμη της φανταστικής εικόνας όπως αυτή αποδίδεται από την λογοτεχνική γραφή. Η λογοτεχνία ως κώδικας επικοινωνίας όταν αποδίδει το ζήτημα του ολοκαυτώματος, λειτουργεί ταυτόχρονα ως μια κιβωτός διάσωσης μιας διαθλασμένης και εν πολλοίς προσωπικής εικόνας της ιστορίας που την ίδια στιγμή διασώζει και κληροδοτεί την τραυματικότητα της εμπειρίας αλλά από την άλλη λόγω ακριβώς της μορφής της την μετασχηματίζει σε αισθητική απόλαυση. Ο φόβος επομένως μιας αισθητικοποίησης που θα στερεί από το ιστορικό γεγονός την ακριβη χωροχρονική του διάσταση προβάλει εκ νέου ως κίνδυνος. Όμως και σε αυτή την περίπτωση ο Κόκκινος διαπιστώνει-αποδεχόμενος και την οπτική του Χορχε Σεμπρούν-ότι οι λογοτεχνικοί κώδικες και η τέχνη γενικότερα μπορούν να διεισδύσουν δυναμικά στην ουσία των πραγμάτων και να μετουσιώσουν το τράυμα, την ώρα που ούτε ο καθημερινός λόγος, η σχολική εμπειρία ή ιστορική γραφή μπορούν να αναπαριστήσουν την αλήθεια της ναζιστικής βιομηχανοποιημένης εξόντωσης.
Γ) τέλος, αναφορικά με την τρομολαγνική διάσταση αναπαράστασης του Ολοκαυτώματος. Ο Κόκκινος αναλύει τις θεωρητικές προσεγγίσεις σε ένα ζήτημα που συνδέεται εμφανώς με τις προπολεμικές και μεταπολεμικές προσπάθειες ψυχολογικής ερμηνείας συνολικότερα του ναζιστικού φαινομένου και της μετατροπής των ανθρώπων σε μηχανές καταστροφής, μέσα από το παράδειγμα ανάλυσης του μυθιστορήματος του Τζόναθαν Λίτελ Ευμενίδες, που υπήρξε ένα παγκόσμιο best seller πριν 6-7 χρόνια. Ο Λιτελ επιλέγοντας ως ήρωα έναν ναζί αξιωματικό των SS, κομφορμιστή και αριβίστα, με παιδικά τραύματα και κυνική διάθεση, αποδίδεται σε μια περιγραφή της σαδομαζοχιστικής διάστασης της εθνικοσοσιαλιστικής ιδειολογίας. Ο φόβος και ο τρόμος αποδίδονται εξπρεσιονιστικά, τα βασανιστήρια και ο αφανισμός φλερτάρουν με μια διάσταση «πορνογραφικής» απεικόνισης της βίας που καθίσταται εντέλει όχι απλώς ενοχλητική για τον μέσο αναγνώστη αλλά αποκρουστική. Αφιλτράριστη και ωμή, η αποτύπωση της βίας δεν αποτελεί μια πρωτοτυπία του Λίτελ. Η αλήθεια είναι ότι στο επίπεδο της λογοτεχνίας με θέμα το Ολοκάυτωμα ήταν η πρώτη φορά μιας τόσο εμπορικά επιτυχημένης ηδονολατρικής προσέγγισης, που ανταποκρινόταν πλήρως με την αισθητική επικράτηση της βίας στην δημόσια σφαίρα τα τελευταία χρόνια. Η αποτύπωση της σαδομαζοχιστικής διάστασης του ναζισμού αλλά και της γοητείας που άσκησε αλλά κυρίως ασκεί σε ένα μέρος του κοινού η πορνογραφική απεικόνιση της ναζιστικής θηριωδίας απασχόλησε εκτενώς τον κινηματογράφο (κυρίως αυτόν των b-movies με τις περίφημες αμερικάνικες ή ιταλικές παραγωγές του είδους nazi spolation της δεκαετίας του ’70).
Η σταδιακή εγγραφή αυτής της τρομολαγνικής διάστασης στην «κουλτούρα του Ολοκαυτώματος» σε συνδυασμό με την αποδοχή και την κανονικοποίηση της «κουλτουρας της βίας» γενικότερα στις σύγχρονες κοινωνίες αποτελεί κατά την άποψή μου ένα ενδιαφέρον πεδίο που ανοίγει η μελέτη του Κόκκινου. Με άλλα λόγια νομίζω ότι το κοινό (λογοτεχνικό ή κινηματογραφικό ή και τα δύο) βρίσκεται μπροστά ακριβώς σ’αυτό που ο Γκάρυ Βάισμαν περιέγραψε ως μια εξοικείωση με την αναβίωση του τρόμου μέσω των τεχνών (λογοτεχνίας, κινηματογράφου, εικαστικών ή πλαστικών τεχνών) με το να δίνεται μια πρωτεύουσα σημασία στον τρόμο ως ειδοποιό γνώρισμα του ναζισμού και ως το βασικό στοιχείο ερμηνείας του προβλήματος. Σαν να ερμηνεύεται δηλαδή ο ναζισμός και ο παραγόμενος από αυτόν τρόμος ως μια αποκλειστικά ή μια κυρίως ψυχοσωματική απόκλιση της ανίας του αστικού βίου . Με τον τρόπο αυτό δεσμεύεται το συνολικό πλαίσιο της ιστορικής κατανόησης και υποβαθμίζονται οι πολιτικές, ιδεολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές παράμετροι που βοηθούν στην ερμηνεία της εμφάνισης τόσο του ναζισμού όσο και της βιομηχανοποιημένης εξόντωσης στα πλαίσια της καπιταλιστικής μήτρας γέννησής του.
Το βιβλίο του Γ.Κόκκινου απαιτεί την προσοχή του αναγνώστη και οδηγεί αναπόφευκτα στην περαιτέρω μελέτη. Το βιβλίο είναι ταυτόχρονα ερμηνευτική πρόταση και βιβλιογραφικός οδηγός. Αναλύοντας όρους όπως την τραυματική μνήμη και την μεταμνήμη, τις θεωρίες του Ολοκαυτώματος και του τραύματος, τις μορφές πρόσληψης της σχέσης τραύματος και ιστορικής σκέψης και τις διεργασίες ιστορικής από-τραυματοποίησης, ο Κόκκινος προτείνει ένα έργο σύνθετο και πολυεπίπεδο χωρίς να παραβλέπει την παιδαγωγική διάσταση που μπορεί να έχει το συγκεκριμένο ιστορικό παράδειγμα. Χάρη στο έργο του Γιώργου Κόκκινου μου δόθηκε –κι ας μου επιτραπεί μια προσωπική διάσταση στο τελικό αυτό σημείο – η δυνατότητα να εντοπίσω τις διαδρομές και τους συσχετισμούς μεταξύ διαχείρισης του τραύματος και δημόσιας ιστορίας, κι έτσι να αποσαφηνίσω αρκετούς από τους προβληματισμούς που θέτω στην μελέτη του φαινομένου της σχέσης δημόσιας ιστορίας, της λεγόμενης υποκουλτούρας και του ναζισμού που με απασχολεί ερευνητικά. Η ιστορία του Ολοκαυτώματος δεν έχει γραφτεί άπαξ. Τίθεται υπό έναν συνεχή επαναπροσδιορισμό και συνάδει με τις ανάγκες των κοινωνιών να ερμηνεύσουν το παρελθόν ανάλογα με τα νέα δεδομένα κάθε περιόδου. Η αναμέτρηση των ατόμων και των κοινωνιών με το τραυματικό παρελθόν του Ολοκαυτώματος είναι μια διαδικασία δύσκολη, επίπονη και προβληματική που όπως κάθε ψυχαναλυτική προσπάθεια φέρνει τις σύγχρονες κοινωνίες απέναντι όχι μόνο στα ανεπούλωτα τραύματά τους αλλά και στις αδυναμίες τους, στις επικίνδυνες ροπές τους και στην αναγκαιότητα μιας εν τέλει συνεχούς αναμέτρησης με τα φαντάσματα του παρελθόντος που είναι συνεχώς παρόντα.

Κλασσικό

“Η διαρκής γοητεία του φασισμού στον αμερικάνικο κινηματογράφο: ένα πρώτο σχεδίασμα”

(διάλεξη στα πλαίσια του μεταπτυχιακού προγράμματος του τομέα ΜΝΕΦ, Φιλοσοφική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 18/11/2013)

Η σχέση του κινηματογράφου με την πολιτική και την ιδεολογία δεν είναι αναγκαίο να αναλυθεί εκ νέου. Οι θεωρητικοί του κινηματογράφου, οι φιλόσοφοι και οι κοινωνιολόγοι έχουν ασχοληθεί με την μελέτη του φαινομένου και έχουν προτείνει ερμηνείες εδώ και δεκαετίες. Οι ιστορικοί αν και άργησαν να αντιμετωπίσουν τον κινηματογράφο σε σχέση με την επιστήμη τους, έχουν και εκείνοι με τη σειρά τους μελετήσει τον κινηματογράφο και την εικόνας του ως πηγή της ιστορίας, συντηρητή μιας κάποιας ιστορικής μνήμης, διαμορφωτή μιας δημόσιας-λαϊκής εικόνας για την Ιστορία αλλά και παραγωγού μιας δικής του ερμηνείας της ιστορίας.
Η εμφάνιση του φασισμού στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου και τα πολιτικά πειράματα που έλαβαν χώρα στο όνομα της νεότευκτης (;) ιδεολογίας αποτελούν σταθερά αντικείμενα της ενδελεχούς μελέτης των ιστορικών. Η διαχρονικότητα των συνθηκών γένεσης και εξάπλωσης των συγκεκριμένων αντιδραστικών θεωριών και η «επικαιρότητα» της φασιστικής ή φασίζουσας ρητορικής καθιστούν την επιστημονική (και διεπιστημονική) μελέτη του φαινομένου αναπόφευκτη ασχέτως της κόπωσης που ενδέχεται να προκαλεί η υπερέκθεση στο ζήτημα ειδικά στη δημόσια σφαίρα.
Από τις εισαγωγικές αυτές σκέψεις προκύπτει το πρώτο βασικό πλαίσιο εντός του οποίου θα κινηθώ. Από τη μία η ανάδυση του φασισμού και από την άλλη ο κινηματογράφος. Από τη μία ένα ιστορικό γεγονός και από την άλλη μια τέχνη και μάλιστα η πλέον λαϊκή ή δημοφιλής. Η αποτύπωση του φαινομένου από την κινηματογραφική εικόνα αποτελεί εδώ και δεκαετίες αντικείμενο μελέτης των ειδικών σε πολλά επίπεδα:
1. ο κινηματογράφος ως μορφή προπαγάνδας του καθεστώτος, λόγος και εικόνα στην υπηρεσία διαμόρφωσης του «Νέου ανθρώπου» και του «Νέου Πολιτισμού». Από την Τσινετσιτά στον «Αιώνιο Εβραίο» και την Ρίφενσταλ
2. ο κινηματογράφος ως αντιναζιστική και αντιφασιστική προπαγάνδα, στην υπηρεσία της φιλελεύθερης δημοκρατίας ή ως δοξολογία του σοβιετικού Ελευθερωτή.
3. Ο κινηματογράφος ως μάρτυρας και συντηρητής της φρίκης του πολέμου και της φασιστικής θηριωδίας από τη «Νύχτα και την ομίχλη» στο τηλεοπτικό Ολοκαύτωμα και τη «Λίστα του Σίντλερ»
4. Ο κινηματογράφος ως ο πολιτικός κατήγορος του παγκόσμιου μεταπολεμικού ολοκληρωτισμού μέσα από την οπτική των πολιτικών ταινιών-ντοκουμέντων του Κώστα Γαβρά ή του Κέν Λόουτς ή τις λυρικές κραυγές αγωνίας του Γιλμάζ Γκιουνέι.
5. Ο κινηματογράφος ως ο ομαδικός ψυχαναλυτικός καναπές που φέρει τον θεατή ενώπιον του καθημερινού, υφέρποντα, κοντινού ή εσωτερικού φασισμού, του δικού μας φασισμού. Από την πρόκληση του Σαλό του Παζολίνι και του Κουρδιστού Πορτοκαλιού του Κιούμπρικ στις αγωνίες του Κασοβιτς στο Μίσος ή στις γερμανικές και γερμανόφωνες εν-βυθίσεις στις σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης προσωπικότητας όπως αποτυπώθηκαν στο «Πείραμα» ή στο «Κύμα» ή όπως τις αναζήτησε ο Χάνεκε στη «Λευκή Κορδέλα».

Αυτές και άλλες πτυχές της αποτύπωσης από τον κινηματογράφο του φασιστικού φαινομένου και της κουλτούρας που εκείνο αντιπροσωπεύει αποτελούν αντικείμενα μιας εν εξελίξει ερευνητικής προσπάθειας. Μιας προσπάθειας που φιλοδοξεί να εξετάσει το πολύπλοκο αυτό ζήτημα μέσα από το πρίσμα της πολιτισμικής ιστορίας του 20ου αι.
Σήμερα προτείνω την ανάπτυξη των βασικών αξόνων που με απασχολούν στη μελέτη μιας άλλης (της έκτης στην μη αξιολογική σειρά παράθεσης που έκανα) πτυχής της σχέσης του φασισμού με τον κινηματογράφο. Αναφέρομαι στην ανάδειξη της φασιστικής ιδεολογίας και χαρακτηριστικών που τείνουν να θεωρηθούν το λιγότερο ως φασίζοντα ως δομικών συστατικών της ανάπτυξης του χολλυγουντιανού μοντέλου ως παγκόσμιου προϊόντος μαζικής κουλτούρας.
Σύμφωνα με τον Αλτουσέρ «μια ιδεολογία είναι ένα σύστημα (που ενέχει την δική του λογική και μορφή) αναπαραστάσεων (εικόνων, μύθων, ιδεών ή αντιλήψεων ανάλογα με την περίσταση) προικισμένο με μια ύπαρξη και με έναν ιστορικό ρόλο στην καρδιά μιας δεομένης κοινωνίας». Αναπτύσσοντας αυτή την σκέψη θα λέγαμε ότι η αμερικάνικη ιδεολογία εκφράζεται εν πρώτοις με τη μορφή μιας μελλοντικής ουτοπίας, με το ιδεολόγημα του «αμερικανικού ονείρου» που βρήκε την πιστότερή του εκπροσώπηση από τον χολλυγουντιανό κινηματογράφο των μπλόκμπάστερ. Και σε αυτή την κατηγορία των ταινιών θα επιχειρήσω να μελετήσω την διάχυση μιας ολοκληρωτικής και εν πολλοίς φασίζουσας λογικής-νοοτροπίας, μιας εμμονής που αναπαράγεται χωρίς να κατονομάζεται.
Η έρευνά μου δομείται με την παράλληλη ανάδειξη των χαρακτηριστικών του φασιστικού φαινομένου και της αισθητικής του και την σύγκριση με τις παραδοσιακές φόρμες του αμερικανικού κινηματογράφου.
Ο φασισμός με βάση την ερμηνευτική προσέγγιση του Εμίλιο Τζεντίλε χαρακτηρίζεται ως ένα μαζικό κίνημα διαταξικής συνεργασίας, στα διοικητικά στελέχη του οποίου όμως, καθώς και στη μεγάλη μάζα των οπαδών του, υπερισχύουν νέοι που ανήκουν κυρίως στις μεσαίες τάξεις, στην πλειονότητά τους αναλαμβάνοντας για πρώτη φορά πολιτική δράση, οργανωμένοι στην πρωτοεμφανιζόμενη και άγνωστη ως το Μεσοπόλεμο, μορφή του «κόμματος-πολιτοφυλακή». Ένα κίνημα που δεν βασίζει την ταυτότητά του στην κοινωνική ιεραρχία και την ταξική προέλευση, αλλά στην αρχή της συντροφικότητας. Που θεωρεί ότι είναι επιφορτισμένο με μια αποστολή εθνικής αναγέννησης, ότι βρίσκεται σε μια κατάσταση πολέμου εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων, και που επιδιώκει να κατακτήσει το μονοπώλιο της πολιτικής εξουσίας χρησιμοποιώντας την τρομοκρατία, την κοινοβουλευτική τακτική και το συμβιβασμό με τις κυρίαρχες δυνάμεις, με σκοπό να δημιουργήσει ένα νέο καθεστώς καταστρέφοντας την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Είναι μια πολιτική θρησκεία που χρησιμοποιεί της μαζικές εκδηλώσεις με στόχο την αισθητικοποίηση της πολιτικής και στην ουσία την μετατροπή του λόγου περί ιδεολογίας σε εικόνα και θέαμα.
Ο κινηματογράφος και ειδικά ο αμερικάνικος αντιλήφθηκε από την αρχή το ρόλο του ως θεματοφύλακας της κουλτούρας της μέσης αμερικανικής οικογένειας και ως διαμορφωτής του νέου καταναλωτικού πολιτιστικού μοντέλου που πρότεινε η αμερικανική πραγματικότητα του 20ου αι.
Αν και η κριτική του παλιού αλλά και του νέου φασισμού κατακρίνει το πολιτιστικό πρότυπο των ΗΠΑ, ωστόσο είναι ευδιάκριτη μια πολύ βασική ομοιότητα, εκείνη του δέκτη Η μεσοαστική νεανική ταυτότητα των θεατών χαρακτηρίζεται από τα παρόμοια εκείνα στοιχεία που αποτέλεσαν και τα χαρακτηριστικά των οπαδών του φασιστικού κόμματος: νέοι άνθρωποι, με μικρή ή ανύπαρκτη πολιτική εμπειρία, μεσοαστικής καταγωγής με έκδηλο το φόβο για την διασφάλιση της ατομικής ιδιοκτησίας από την όποια απειλή και την εμμονή τους στην έννομη τάξη.
Κωδικοποιώντας κάποιος την κινηματογραφική γλώσσα του Χόλλυγουντ από τη δεκαετία του ’20 και ως το τέλος του 20ου αι. θα καταλήξει σε λέξεις όπως:
«Οικογένεια, εργασία, επιτυχία, ανταγωνισμός, πατρίδα, περιουσία, έθνος, θεός»
Δίπλα στις λέξεις αυτές συναντούμε άλλες όπως:
«Δίκαιο, ισχύς, πρόοδος, τιμωρία, καλό-κακό»
Ο αμερικανικός κινηματογράφος χωρίς να ταυτίζεται ή να υπηρετεί τον φασισμό όπως έγινε για παράδειγμα σε πολλές εθνικές ευρωπαϊκές κινηματογραφίες, ήταν και είναι σε γενικές γραμμές υπερσυντηρητικός, ο λόγος του είναι αντιδραστικός και παραδόξως –και ενάντια και στην εδραιωμένη σήμερα πεποίθηση ότι το Χόλλυγουντ είναι προπύργιο των φιλελευθέρων- αντίθετος στις θεωρητικές αξίες του αμερικανικού έθνους: ελευθερίας και δημοκρατίας.
Πως τεκμηριώνω αυτή μου την πεποίθηση: Η μελέτη ενός τεράστιου κινηματογραφικού υλικού, αισθητικών αναλύσεων και της σχετικής διεπιστημονικής βιβλιογραφίας με οδήγησαν στο να διακρίνω τις εξής περιόδους:

Α. ο αμερικάνικος- αναφέρομαι στον Χολλυγουντιανό κινηματογράφο- λογοκρίθηκε και αυτολογοκρίθηκε από πολύ νωρίς. Από τον περίφημο κώδικα Χέηζ που όριζε το τι ήταν επιτρεπτό και τι όχι, ο αμερικανικός κινηματογράφος υπήρξε τουλάχιστον ως την δεκαετία του ’40 ο βασικότερος συντηρητής της ηθικής και της ιδεολογίας του νέου Κόσμου, της προβολής και ενίσχυσης της εικόνας του αμερικανικού ονείρου, των μύθων του melting-pot και του αυτοδημιούργητου ανθρώπου και της αταξικής αμερικανικής κοινωνίας. Χωρίς να λείπουν οι διαφορετικές προτάσεις το Χόλλυγουντ των πρώτων δεκαετιών ως τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο αναδιατύπωσε, διέδωσε και βοήθησε στην εμπέδωση ολόκληρης της μικρο-μεσοαστικής νοοτροπίας που περιγραφόταν από λέξεις όπως: οικογένεια-εργασία-ασφάλεια. Το αμερικανικό κοινό υιοθετώντας μορφές μαζικής ψυχαγωγίας εισερχόταν σε μια περίοδο εθνικής διαπαιδαγώγησης όμοιας με εκείνη που επεδίωξαν οι ελεγχόμενοι κινηματογράφοι στις ολοκληρωτικές ευρωπαϊκές χώρες όπως η ΕΣΣΔ, η Γερμανία και η Ιταλία. Η οικογένεια ως πυρήνας του έθνους, η εργασία ως μέσο για την επίτευξη των εθνικών στόχων και η ασφάλεια που εγγυόταν το απαραίτητο πλαίσιο αποτέλεσαν τους θεματικούς, ιδεολογικούς και αξιακούς κανόνες για το Χόλλυγουντ. Η ίδια εξάλλου μορφή της κινηματογραφικής βιομηχανίας, η δομή της παραγωγής, οι σχέσεις των ανθρώπων του και κυρίως η κουλτούρα που επικράτησε κατά κύριο λόγο δεν επέτρεψαν την ανάδειξη ενός λόγου εναλλακτικού στο κυρίαρχο υπερσυντηρητικό μοντέλο. Αν δεχτούμε αυτή την περιγραφή μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το προπολεμικό-μεσοπολεμικό Χόλλιγουντ ήταν φασιστικό ή κρυφοφασιστικό; Δεν υποστηρίζω αυτή την άποψη με ευκολία. Αντιθέτως δεν θεωρώ καν ότι το κοινωνικό πλαίσιο ανάδειξης του φασισμού ήταν το ίδιο με το πλαίσιο διαμόρφωσης της κινηματογραφικής βιομηχανίας και του κοινού στις ΗΠΑ. Ωστόσο και μένει να ερευνηθεί διεξοδικά ολόκληρη η περίοδος χαρακτηρίζεται από μια ανοχή απέναντι στην εκδήλωση των φαινομένων της Ευρώπης. Ο αντικομμουνισμός και ο αντισυνδικαλισμός πρωταγωνιστούν μπροστά και πίσω από τις κάμερες κατά τον Μεσοπόλεμο, ο αποκλεισμός των μειονοτήτων από τις ταινίες και ο περιορισμός του ρόλου των γυναικών δεν μπορούν να θεωρηθούν ως στοιχεία ενός προοδευτικού κινηματογράφου. Η αδρανοποίηση των αντιπάλων του συστήματος, των ηθικά επικίνδυνων και ιδεολογικά ανεύθυνων βρήκαν στον πρόσωπο του Τσάρλι Τσάπλιν τον αποδιοπομπαίο τράγο μιας ολιγαρχίας του θεάματος που δεν δίσταζε να βλέπει με συμπάθεια το ιταλικό φασιστικό πείραμα και με θαυμασμό το ναζιστικό καθεστώς. Η οπτική του Ουώλτ Ντίσνευ έχει επικριθεί από πολλούς εντός και εκτός ΗΠΑ και είναι γνωστός ο απολυταρχικός τρόπος διοίκησής του και η έλξη του για τον φασισμό . Η κινηματογραφική θεοποίηση ενός δεδηλωμένου οπαδού του φασισμού όπως ήταν ο ήρως των αιθέρων Λίντμπεργκ χαρακτηρίζει την Αμερική της μη επέμβασης. Από το φιλορατσιστικό αριστούργημα του Γκρίφφιθ «Η γέννηση ενός έθνους» ως το αξεπέραστο ρομάντζο «Όσα παίρνει ο άνεμος», η κινηματογραφική Αμερική δεν δείχνει διατιθεμένη να ξεπεράσει το ζήτημα των φυλετικών διακρίσεων. Ακόμα και οι δημοφιλείς αστυνομικές ταινίες δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να συντηρούν και να διαιωνίζουν την εικόνα του Ιταλού ή Εβραίου μαφιόζου και του μεθύστακα Ιρλανδού παράνομου. Τι κι αν οι διωγμοί των Εβραίων ήταν γνωστοί στις ΗΠΑ από την αρχή, τι κι αν πολλοί Εβραίοι ζούσαν το και ζούσαν από το Χόλλιγουντ. Ο αντισημιτισμός και ο φόβος για τον «άλλο» ήταν γνώρισμα και στη Μέκκα του κινηματογράφου. Ο Τσάπλιν θα γνωρίσει πιέσεις να μη γυρίσει τον «Μεγάλο Δικτάτορα» όχι μόνο για λόγους εξωτερικής πολιτικής-ισορροπιών αλλά κυρίως εξαιτίας του εδραιωμένου αντισημιτικού κλίματος. Η «Συμφωνία Κυρίων» του 1947 από τον Ελία Καζάν θα αποτελέσει την ετεροχρονισμένη κριτική των στούντιο για τον φανερό και κρυφό αντισημιτισμό στους κόλπους της μεγάλης κινηματογραφικής οικογένειας.
Β. Και ύστερα ήρθε ο πόλεμος και η ανάγκη για να υπηρετήσουμε τον σκοπό της Δημοκρατίας. Το αντιναζιστικό φιλμ (ντοκιμαντέρ, μυθοπλασία, κινούμενο σχέδιο) θα εξυπηρετήσουν τους κεντρικούς σχεδιασμούς της αμερικανικής διοίκησης αρχικά για να κερδηθεί η συγκατάθεση της αμερικανικής κοινής γνώμης και στη συνέχεια για τη νίκη στον πόλεμο της προπαγάνδας. Είναι η περίοδος κατά την οποία αναπόφευκτα το μιλιταριστικό πνεύμα, η βία του πολέμου και η εικόνα του στρατιώτη-ήρωα και της ομάδας του γαλουχούν μια γενιά Αμερικανών στην αισθητική της υπερδύναμης, της στρατιωτικής και πολιτικής υπεροχής, της τεχνολογικής πρωτοπορίας και της ιδεολογικής παγκόσμιας επικράτησης. Η απήχηση του κινηματογράφου κατά τη διάρκεια του πολέμου και η αισθητική παρουσίαση του πολέμου και των ανθρώπων του οδήγησαν στην διαμόρφωση ενός κοινού έτοιμου να καταναλώσει όλες εκείνες τις εικόνες που στην ουσία είχαν στην πραγματικότητα γεννηθεί από τον φασισμό και τον ναζισμό: βία-πόλεμος-αψεγάδιαστος ηρωισμός και ακραίος ιδεαλισμός. Και τέλος ας μην ξεχνούμε ότι το Χόλλυγουντ όταν πήγε στον πόλεμο ανακάλυψε έναν νέο εχθρό με εμφανή φυλετικά χαρακτηριστικά: τον Γιαπωνέζο τον πρόγονο του κόκκινου Κορεάτη-Κινέζου-Βιετναμέζου, ενώ αντίθετα ο Γερμανός αντίπαλος σπανίως εμφανίστηκε ως ο απεχθής άλλος…εξάλλου ήταν λευκός.
Γ. Η είσοδος στον Ψυχρό Πόλεμο και ο επακόλουθος μακαρθισμός απογύμνωσαν το Χόλλιγουντ από την εικόνα της μεγάλης αγαπημένης καλλιτεχνικής οικογένειας. Το κυνήγι μαγισσών, ο χαφιεδισμός, η σπίλωση προσωπικοτήτων χαρακτηρίζουν την περίοδο. Το Χόλλυγουντ συνεχίζει τον ρόλο του στην υπηρεσία της προπαγάνδας του Ελεύθερου Κόσμου. Η αντικομμουνιστική προπαγάνδα θα συνοδευτεί από μια ηθικοπλαστική αναδίπλωση σε συντηρητικότερα πρότυπα, ο εχθρός θα είναι ο κόκκινος που απειλεί είτε από έξω είτε από μέσα (Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή). Το κοινό θα αρχίσει να υποπτεύεται τον γείτονά του. Η επαπειλούμενη εισβολή των Κόκκινων θα παρουσιαστεί συμβολικά ως μια εισβολή από τον Άρη ή από άλλους κόσμους. Ή μήπως θα συμβολίζει και την διάβρωση των αξιών του αμερικανικού έθνους από τις νέες ιδέες και τις νέες τάσεις, από την έλευση υπερατλαντικών νέο-Αμερικάνων που δεν ήταν τόσο Αμερικάνοι όσο οι παλιότεροι.
Δ. Αν κατά τη δεκαετία 1965-1975 η επικράτηση ενός κριτικού κλίματος απέναντι στην καταναλωτική αμερικανική κοινωνία, το πνεύμα των σίξτις, η ελευθεριακή κουλτούρα, η αντίθεση στον πολεμο στο Βιετνάμ, η εμπειρία Κέννεντι κτλπ οδήγησαν σε μια φιλελευθεροποίηση του Χόλλιγουντ, η κατάσταση μετά το 1975 επιστρέφει σε πλαίσια σαφώς πιο κοντά στην αισθητική της φασιστικής κουλτούρας. Ο ρεαλιστικός τρόπος απεικόνισης της καθημερινότητας, της απάνθρωπης μεγαλούπολης, της αναγκαστικής συμβίωσης των μειονοτήτων, των ναρκωτικών και της πορνείας, της ανασφάλειας που διογκώνεται από την ωμότητα της εικόνας οδηγεί στην ανάδειξη των μοναχικών ηρώων που κινούμενοι από μια αίσθηση δικού τους δικαίου- φανταστικοί απόγονοι του ήρωα του Φαρ Ουεστ- επιβάλουν με τη βία το νόμο και την τάξη, καθαρίζοντας τους δρόμους από τους μειονοτικούς επικίνδυνους συμπολίτες. Είναι η εποχή που αναδεικνύεται ο ήρωας προστάτης των ηλικιωμένων και των φιλήσυχων Αμερικάνων που πλήττονται από την έκρηξη του καταναλωτικού μοντέλου, της περιβαλλοντικής μόλυνσης και του νεοφιλελευθερισμού αλλά ο ταξικός εχθρός είναι έννοια απαγορευμένη για την αμερικανική κινηματογραφική γλώσσα. Ο εχθρός είναι ο «άλλος», ο περίεργος διπλανός. Ένας Άγιος Παντελεήμονας στο Μπρόνξ του 1970. Ο Κλίντ Ηστγουντ ως Κάλλαχαν αλλά κυρίως ο Τσάρλς Μπρόνσον ως Εκδικητής της Νύχτας λειτουργούν ως αυτόκλητοι τιμωροί ή ως εκείνοι που μπορούν να προασπίσουν την ζωή, την περιουσία και την τιμή τους, όταν το κράτος ασθενεί και υποχωρεί βυθισμένο στην πολιτικό-επιχειρηματική διαπλοκή και την ηθική απαξίωση. Η εικόνα της βίαιης μετάλλαξης της κοινωνίας και η καταγγελία της φασιστικοποίησης της καθημερινότητας όπως επιχειρήθηκαν να καταγραφούν από τον Πέκνιπα στην «Άγρια Συμμορία» και τον Σκορτσέζε στον «Ταξιτζή» δεν γνώρισαν την απήχηση των σκληρών ταινιών του ήρωα-εκδικητή. Η περίοδος από το 1971 ως την εκλογή του Ρήγκαν χαρακτηρίζεται από το έντονο φλέρτ του Χόλλιγουντ με την ρητορική της Ακροδεξιάς: αποτύπωση της εικόνας μιας κοινωνίας σε αποσύνθεση, στο έλεος συμμοριών, με οικονομική κατάρρευση, με πολιτική ανικανότητα. Την ίδια ώρα στο εξωτερικό οι ΗΠΑ χάνουν τα ερείσματά τους. Ο φόβος των Σοβιετικών επιστρέφει. Χρειάζεται επειγόντως ένας σερίφης.
Ε. Και αυτός είναι ο Ρήγκαν. Το αποκορύφωμα της ταύτισης της ακροδεξιάς ρητορικής, της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και της χολλιγουντιανής κουλτούρας. Η κουλτούρα των όπλων, της επέμβασης, του αντικομμουνισμού, η θεοποίηση της ατομοκρατίας, η κυβερνοποίηση της χριστιανικής δεξιάς, η ανάδειξη της ισλαμοφοβίας και αραβοφοβίας σε εχθρό όμοιο με τους Σοβιετικούς, η καθημερινή τριβή του μέσου Αμερικάνου με τις εθνικές φοβίες και τις εξωτερικές απειλές μέσω της τηλεόρασης χαρακτηρίζουν την πολιτική-οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα. Το Χόλλιγουντ φλερτάρει πιο ανοιχτά από ποτέ με την φασιστική δεξιά. Ο Ράμπο αναλαμβάνει να ξεπλύνει τη ντροπή του Βιετνάμ, ο Ρόκυ να επικρατήσει απέναντι στο Κόκκινο αντίπαλο, ο Τσάκ Νόρρις και ο άριος Σβαρτσενέιγκερ να σηκώσουν στα μπράτσα τους τον αγώνα εναντίον του «άλλου», του ξένου προς τα ιδανικά της αμερικανικής κουλτούρας: της ελευθερίας, της επιτυχίας, της δόξας, του χρήματος, της ομορφιάς. Είναι η εποχή που για πρώτη φορά μετά την εποχή του Μακαρθισμού η κινηματογραφική παραγωγή θα γνωρίσει την ευθεία επέμβαση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης σε θεσμικό επίπεδο (π.χ. νέες επιτροπές λογοκρισίας με την επιβολή νέων σημάνσεων καταλληλόλητας) και η διαχείριση της εξουσίας θα ταυτιστεί στο φαντασιακό επίπεδο με την παγκόσμια επικράτηση των νέων ηρώων που πρότεινε το Χόλλιγουντ: ηρώων που ξεχειλίζουν τεστοστερόνη και στεροειδή. Την ίδια περίοδο η εμφάνιση του AIDS μετατρέπει το Χόλλιγουντ σε μια τεράστια κρεβατοκάμαρα με κλειδαρότρυπα για πανεθνική και παγκόσμια θέαση. Το άρρωστο Χόλλυγουντ είναι το ανήθικο και το φιλελεύθερο, ο πουριτανισμός συνοδεύει την εκδήλωση του κοινωνικού αποκλεισμού και της απέχθειας για το σεξουαλικά διαφορετικό. Η υποκρισία συνδυάζεται με τον φόβο και η φασίζουσα νοοτροπία διαπερνάει ολόκληρο το σύστημα. Η πτώση του κομμουνισμού το 1989 και η εδραίωση της Γουώλ Στρήτ ως παγκόσμιου κέντρου οικονομίας και πολιτικής προβλήθηκαν ως το επίτευγμα της ρηγκανικής περιόδου. Το Χόλλιγουντ όμως όπως και η αμερικανική κοινωνία ασφυκτιούσαν.
ΣΤ. Η δεκαετία του ’90 σήμανε την φιλευθεροποίηση του αμερικανικού κόσμου. Η διοίκηση Κλίντον και η οικονομική ευημερία, η σχετικά ομαλή διευθέτηση των εξωτερικών υποθέσεων επέτρεψε στο Χόλλυγουντ να εντρυφήσει σε κοινωνικά προβλήματα που είχαν μείνει στο σκοτάδι από τον πουριτανισμό της προηγούμενης περιόδου. Το AIDS και η ομοφυλοφιλία θα βγουν από το ντουλάπι και θα εξεταστούν με όλη την κινηματογραφικά αναγκαία προσοχή. Ωστόσο, ο εχθρός και ο «άλλος» θα εξακολουθεί να είναι το ίδιο πρόσωπο: ο ξένος. Αν στην περίπτωση του Arlington Road ο εχθρός είναι ο ακροδεξιός γείτονας, το αντιδραστικό Χόλλυγουντ θα συνεχίσει να προβάλει ως απειλές τους μετασοβιετικούς δικτάτορες και τους νεόπλουτους Ρώσους μαφιόζους, τους εξτρεμιστές Σέρβους και αραβόφωνους τρομοκράτες και θα θεμελιωθεί ένας νέος τύπος ήρωα εκείνος της διπλανής πόρτας που αναλαμβάνει να σώσει τις παραδοσιακές αξίες και που είναι «Πολύ σκληρός για να πεθάνει». Απομεινάρι της προηγούμενης περιόδου, η ρητορική του φόβου εστιάζεται πλέον στον καθημερινό κίνδυνο από ξένους εισβολείς που απλά μας μισούν και είναι ανάμεσά μας. Η επιτυχία ης τηλεοπτικής σειράς X-files την εποχή αυτή είναι ενδεικτική της κριτικής αλλά και της διάδοσης των συνωμοσιολογικών λογικών που αντί να αποδομούν κριτικά το προτεινόμενο μοντέλο αντιπροτείνουν ένα σκοτεινό και απολίτικο αγώνα αντίστασης που βασίζεται σε μια κινητοποίηση στο σκότος και όχι στο φώς των κοινωνικών αγώνων. Η συνωμοσιολογία από κριτική απέναντι στο δαιδαλώδες σύστημα της ομοσπονδιακής διοίκησης δεν αποτυπώνει παρά το φόβο του μέσου Αμερικανού των μεσοδυτικών πολιτειών για τον ολοκληρωτισμό της διαβρωμένης από τους καθολικούς και εβραίους γιάππις, από τους γκέι και τους τραπεζίτες Ουάσιγκτον. Απέναντι στην «φασίζουσα» Ουάσιγκτον προτείνεται η επιστροφή στην κλειστή μισαλλόδοξη και θρησκόληπτη ακροδεξιά, στην δύναμη των όπλων και στην αυτοργάνωση. Η «Πολιορκία» θα φτάσει στο σημείο να προτείνει την επιβολή του στρατιωτικού νόμου στην Ν.Υόρκη και τον εγκλεισμό των υπόπτων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης μέχρι να ανακαλυφθεί ο Άραβας τρομοκράτης, ενώ ο «Ειρηνοποιός» θα αναζητήσει τον εχθρό σε έναν Σερβοβόσνιο που έχει όλα τα χαρακτηριστικά που θα τρόμαζαν τον κοινό: είναι Σέρβος, είναι ορθόδοξος, είναι διανοούμενος και μιλάει σπαστά αγγλικά!! Την ίδια περίοδο o σημαντικός Αμερικάνος κριτικός και πανεπιστημιακό Ρόμπερτ Ντασσανόφσκι θα ανοίξει μια συζήτηση που είχε μείνει ημιτελής στη δεκαετία του ’70 για την φασιστική νοοτροπία στον Α.Κ. Θα υποστηρίξει ότι ταινίες όπως ο Χάνιμπαλ , ο Ταλαντούχος κος Ρίπλευ και το Fight Club υπήρξαν κρυφο-φασιστικές αμερικανικές απαντήσεις στην ντεκαντάνς που παρουσίαζε ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος την ίδια περίοδο (βλ. Dassanowsky, Robert von (2007), «Catch Hannibal at Mr. Ripley’s Fight Club if you can: From Eurodecadent cinema to American nationalist allegory», Film International 5 (3): 19–22). Ειδικά στο Fight club η παραστρατιωτική παρουσίαση των ηρώων, η αρρενωπότητα μέσω της βίας, η ανδρική αλληλεγγύη, ο μηδενισμός και η ευθεία βίαιη κριτική του κοινωνικού και οικονομικού μοντέλου της σύγχρονης μεγαλούπολης προσομοίαζαν στις αιτιάσεις των πρώτων φασιστών προς το πνεύμα του σύγχρονου κόσμου.
Η περίοδος αυτή θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί μεταβατική.
Ζ. θα ολοκληρώσω αυτή τη χρονολογική απαρίθμηση των πεδίων της έρευνας μου με την παρουσίαση της πιο ενδιαφέρουσας περιόδου. Η έλευση της διοίκησης Μπούς, η ακροδεξιά στην ηγεσία, η επίθεση της 11 Σεπτεμβρίου, οι Ταλιμπάν, το Ιράκ, ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας και το πνεύμα της πολιτιστικής σύγκρουσης που καλλιέργησε η ηγεσία αποτυπώθηκε εύλογα από τον κινηματογράφο (αλλά και την τηλεόραση) και εξακολουθεί να αποτελεί το βασικότερο χαρακτηριστικό της μιντιακής παραγωγής των ΗΠΑ παρά την αλλαγή Ομπάμα και παρά την αντι-κριτική του ίδιου του Χόλλιγουντ στην ακροδεξιά στροφή του. Το ενδιαφέρον της περιόδου γίνεται ακόμα μεγαλύτερο από τη στιγμή που η ίδια κινηματογραφική βιομηχανία των ΗΠΑ θεωρεί ότι πρέπει να λάβει μέρος σ’αυτή την μάχη με τον άξονα του κακού. Τα επίπεδα που διακρίνω σε αυτή την περίοδο είναι:
– Είναι η εποχή που το Χόλλιγουντ μαζί με την κριτική για την παγκόσμια διακυβέρνηση θα αποτυπώσει μια δυστοπική μελλοντική κοινωνία (Minority Report, Τα παιδιά των ανθρώπων, V for Vedetta, Gattaca κ.α.) όπου απέναντι σε μια φασιστική και ρατσιστική πραγματικότητα θα επιχειρηθεί να προβληθεί ένας αντίλογος εν μέρει επαναστατικός και σίγουρα αντιστασιακός. Ωστόσο, στην συγκεκριμένη κατηγορία ταινιών η τριλογία του Ματριξ είναι εκείνη που θα γνωρίσει τη μεγαλύτερη επιτυχία και τις περισσότερες κριτικές: κατηγορούμενο ως ένα μείγμα μεταμαρξισμού και νεοαναζισμού, ως μια προσπάθεια μεταμοντέρνας αποδόμησης ιδεολογιών, το Μάτριξ αποτέλεσε ίσως ένα από τα πιο απρόσμενα πεδία μελέτης τη σχέσης φασισμού και Χόλλιγουντ. Για τους νεοσυντηρητικούς κατηγόρους του λεγόμενου liberal fasiscm όπως το περιέγραψε ο Jonah Goldberg στην ομότιτλη μελέτη τα Μάτριξ ήταν μια προσπάθεια προβολής από την Αριστερά μιας ολοκληρωτικής ουτοπίας απέναντι σε μια ολοκληρωτική δυστοπία. Για την αριστερή κριτική (πιο τεκμηριωμένη στη συλλογή των Matthew Kapell, William G. Doty «Jacking In To the Matrix Franchise: Cultural Reception and Interpretation) η τριλογία είχε μάλλον θρησκευτικά χαρακτηριστικά.
– Η εποχή του φόβου της διεθνούς τρομοκρατίας και κυρίως του Ισλάμ. Η κριτική που έχουμε δει στον πόλεμο στον Ιράκ και το Αφγανιστάν μέσα από ταινίες όπως το green Zone ή το Βαβέλ δεν αντικατοπτρίζει την διαμόρφωση μιας κυριαρχικής κουλτούρας που θέλει τον κίνδυνο της διεθνούς τρομοκρατίας να είναι τουλάχιστον ο ίδιος με εκείνον που πηγάζει από τα αντικρουόμενα συμφέροντα των πολιτικών της Ουάσιγκτον και της ανικανότητάς τους να δείξουν πυγμή. Στην πλειοψηφία των περιπετειών και δραμάτων της περιόδου το σενάριο θέλει την πολιτική κρίση να οφείλεται στην ανυπαρξία στιβαρών ηγετών, στην ύπαρξη συγκρουόμενων ομάδων-πολων εξουσίας που αμφισβητούν την προεδρική αυθεντία, στην ωμότητα των τρομοκρατών. Ο Αμερικανός πολίτης παρουσιάζεται πάντα προδομένος, αθώος και έρμαιο των συμφερόντων που δεν μπορεί να αντιληφθεί αλλά και του φθόνου των εκπροσώπων ενός άλλου πολιτισμού αντιδυτικού και αντιφιλελεύθερου. Η ανάδειξη του καναλιού Fox στον βασικό αγωγό σε αμερικανικό και παγκόσμιο επίπεδο της αμερικανικής λαϊκής κουλτούρας υπήρξε καταλυτική. Σειρές όπως το 24 και το Ηomeland αναδείχθηκαν σε παγκόσμια φαινόμενα: η δομή όμοια…πόλεμος του ενός ηπερήρωα απέναντι στην εσωτερική και ξένη τρομοκρατία, φοβίες απέναντι στον ξένο, σταγόνες political correct αντιμετώπισης των μειονοτήτων αλλά επί της ουσίας καλλιέργεια στην κοινή γνώμη των ίδιων στερεοτύπων και των ίδιων αντιλήψεων περί σύγκρουσης πολιτισμών και αξιών.
– Τέλος, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε τις χοντροκομμένες αλλά εξαιρετικά εμπορικά επιτυχημένες ανοιχτά φασιστικές ταινίες όπως οι 300 του Μίλλερ το απανταχού στον κόσμο αγαπημένο φίλμ των ακροδεξιών αλλά και η επιτυχία των σκοτεινών ταινιών και σειρών που μεταφέρουν τη δράση σε έναν άχρονο Μεσαίωνα με καλούς και κακούς που μπορούν δυνητικά να έχουν και τον αντίστροφο ρόλο, όπου ο λαός απουσιάζει και αναδεικνύονται οι φωτισμένες ή οι αδίστακτες ολιγαρχίες.

Ολοκληρώνοντας αυτή την πρώτη καταγραφή-παρουσίαση θα ήθελα να επισημάνω δυο πράγματα. Δεν θεωρώ ότι το Χόλλυγουντ είναι φασιστικό. Αντίθετα έχει αναδείξει και έχει επιτρέψει στα εκατό χρόνια της λειτουργίας του πολλά ζητήματα που αποτελούσαν σημεία ταμπού για την αμερικανική κοινωνία. Άλλες φορές ακολούθησε κι άλλες φορές βρέθηκε πρωτοπόρο. Ωστόσο, από την δομής η αμερικανική βιομηχανία θεάματος κλήθηκε να διαδραματίσει το ρόλο του λαϊκού μαζικού ψυχαγωγού και δασκάλου.
Βασικοί στόχοι το κέρδος χωρίς να θιγούν οι βασικές αρχές του αμερικανικού μοντέλου
Άρα το ερώτημα
Μήπως αυτές οι βασικές αρχές του αμερικανικού πολιτιστικού μοντέλου που βασίζονται στους άξονες:
Δύναμη-επιτυχία-γοητεία-κέρδος
Μας οδηγούν αναπόφευκτα να μιλάμε για την ύπαρξη στον πυρήνα αυτής της βιομηχανίας ολοκληρωτικών αντιλήψεων που αντικατόπτριζαν και αντικατοπτρίζουν την εξέλιξη της αμερικανικής κοινωνίας σε σχέση με την αποδοχή των φασιζουσών νοοτροπιών από την ίδια;
-Το Χόλλιγουντ χρειάστηκε να φτάσει στη δεκαετία του 70 και αφού προηγήθηκαν τα κινήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων για να αποδεχθεί τους μαύρους αλλά δεν έχει αποδεχθεί ακόμα τους Ισπανόφωνους. Η εικόνα της ισπανόφωνης συμμορίας εξακολουθεί να είναι τόσο δυνατή όσο ήταν η μαύρη συμμορία του Χάρλεμ ή η ιταλική μαφία
Το Χόλλιγουντ έπρεπε να έχει ή να δημιουργεί έναν εχθρό. Όπως και το αμερικάνικο κράτος εξάλλου. Τους ναζί και τους κόκκινους, τους κόκκινους της Αμερικής, τους κίτρινους της Ασίας, τους Άραβες, τους Πορτορικάνους, τους Κουβανούς. Κι όταν δεν είχε στη γη έβρισκε σε άλλους πλανήτες.
Το Χόλλιγουντ ήταν πάντα ένα προπύργιο συντηρητισμού. Καταπίεση των συνδικαλιστικών ελευθεριών που ταυτίζονταν με τον κομμουνισμό, λογοκρισία, πουριτανική ηθική και υποκρισία. Θέαμα στην υπηρεσία του καταναλωτικού μοντέλου. Θέαμα δεν πουλούσαν και τα φασιστικά καθεστώτα;
Τέλος το Χόλλιγουντ υπήρξε πάντα στυλοβάτης της κυβέρνησης. Η ανάδειξη του ενός ηγέτη, του υπερήρωα Προέδρου, του ενός που σώζει τις αξίες και τις αρχές του Έθνους είναι ίσως η σημαντικότερη σταθερά στην χολλυγουντιανή μυθολογία. Ο λαός απουσιάζει, το ίδιο και η αγωνιστικότητά του, η αγωνία του και η αντίδρασή του. Ένας ο ηγέτης, ένας ο υπεύθυνος, ένας και ο Μεσσίας.

Κλασσικό

Στρατή Αρτεμισιώτη, Αποικιοκρατία: Πώς η Ευρώπη υπέταξε τον κόσμο , Δρόμος της Αριστεράς, 22/12/2015

http://www.e-dromos.gr/apoikiokratia-pws-h-evrwph-ypetaxe-ton-kosmo/

Τα τραγικά γεγονότα της 13ης Νοεμβρίου στο Παρίσι, η σφαγή στο Charlie Hebdo, συνολικότερα η επίθεση του λεγόμενου Ισλαμικού Κράτους και άλλων ισλαμιστικών ομάδων ενάντια στη Δύση, μπορούν να ερμηνευθούν πολλαπλώς από την πολιτική που ακολούθησαν οι δυτικές δυνάμεις στη Συρία και το Ιράκ, στην ισραηλινοπαλαιστινιακή διαμάχη και σε άλλα, «καυτά» από γεωστρατηγική άποψη, σημεία του πλανήτη.

Συχνά, γίνεται επίκληση του αποικιοκρατικού παρελθόντος και της πολιτικής νεοαποικισμού της Δύσης προκειμένου να ερμηνευθεί, λ.χ., η σχετικά μαζική στρατολόγηση νεαρών Γάλλων, Βρετανών κ.λπ., που ανήκουν στην τρίτη γενιά μεταναστών, στις τζιχαντιστικές ομάδες.

Ασφαλώς, η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία δεν μπορεί να αποτελέσει το ερμηνευτικό κλειδί για την ανάπτυξη του τζιχαντισμού, καθώς έτσι είναι αδύνατον να ερμηνευθεί η τελείως διαφορετική διαδρομή των πρώην αποικιοκρατούμενων εθνών της Νοτιοανατολικής Ασίας ή της μη μουσουλμανικής Αφρικής, που επίσης υπήρξαν θύματα της ευρωπαϊκής επέκτασης.

Όμως, η εξάπλωση των αποικιακών αυτοκρατοριών, από την εποχή των «ανακαλύψεων» μέχρι και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, διαμόρφωσε τις συνθήκες που επέτρεψαν την εμφάνιση, στον 19ο και τον 20ό αιώνα, εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, τα οποία εκδηλώθηκαν κάτω από τη σημαία του εθνικισμού, του μαρξισμού ή του θρησκευτικού φονταμενταλισμού.

Καθώς η Ελλάδα, παρά την εξάρτηση του κράτους από τις δυτικές δυνάμεις υπό διάφορες, κατά καιρούς, μορφές, δεν βρέθηκε, στην ιστορική της πορεία, ούτε αποικιακή ούτε αποικιοκρατούμενη, το θέμα αυτό ελάχιστα έχει απασχολήσει την ελληνόφωνη βιβλιογραφία, με μοναδική εξαίρεση το πολύτομο και πλέον εξαντλημένο έργο του Νίκου Ψυρούκη Ιστορία της αποικιοκρατίας.

Αναγνωρίζοντας αυτό το κενό, ο καθηγητής Ευρωπαϊκής Ιστορίας Λάμπρος Φλιτούρης συνέθεσε αυτήν τη μελέτη, όπου εξετάζει συνοπτικά τους πέντε αιώνες της αποικιακής επέκτασης της Ευρώπης, προορίζοντάς την, αρχικά, να αποτελέσει ένα ευσύνοπτο εγχειρίδιο για φοιτητές.

Στις σελίδες του αποτυπώνεται η πορεία δημιουργίας των πρώτων αυτοκρατοριών, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, που επεκτείνονται χάρη στις «ανακαλύψεις» του 16ου αιώνα, η παρακμή τους και η αντικατάστασή τους από άλλες δυνάμεις (Ολλανδία, Αγγλία), αλλά και η επέκταση της Ευρώπης προς άλλες κατευθύνσεις (η Ρωσική Αυτοκρατορία), οι εθνικές επαναστάσεις του 19ου αιώνα και το πρώτο κύμα αποαποικιοποίησης, για να καταλήξει στον αποικιακό ανταγωνισμό που προηγήθηκε του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, με διαλυτικά αποτελέσματα για τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες, και τέλος την περίοδο των αντιαποικιακών κινημάτων του Ψυχρού πολέμου.

Χωρίς να ισχυρίζεται πως συνεισφέρει κάποιο νέο ερμηνευτικό σχήμα, η μελέτη του Λ. Φλιτούρη καλύπτει ένα κενό στην ελληνική βιβλιογραφία, προσφέροντας στον αναγνώστη τη δυνατότητα να γνωρίσει, μέσα από μια συνοπτική επιστημονική αφήγηση, την εξέλιξη ενός φαινομένου που παραμένει κομβικό, επηρεάζοντας ακόμη και σήμερα, την πορεία της Ευρώπης και του κόσμου γύρω της…

Κλασσικό

Γιάννης Παπαδημητρίου: Λάμπρου Φλιτούρη «Αποικιακές αυτοκρατορίες» ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΛΑΜΠΡΟΥ ΦΛΙΤΟΥΡΗ «Αποικιακές αυτοκρατορίες» (εκδ. «Ασίνη»)

http://papadimitriou-giannis.blogspot.fr/2015/11/blog-post.html

Παρουσιάζουμε σήμερα ένα εκπαιδευτικό κατά βάση εγχειρίδιο. Ο Λάμπρος Φλιτούρης  έχει συγκεντρώσει τις πανεπιστημιακές παραδόσεις του, έχει συμπληρώσει τη βιβλιογραφία και έχει αναπτύξει παραπάνω κάποια κεφάλαια. Σπεύδω προκαταβολικά να πω πως λυπάμαι, που δεν είχα την τύχη να διδαχτώ ένα τέτοιο εγχειρίδιο είτε στο σχολείο είτε αργότερα. Πολλές από τις στρεβλώσεις και τις ανοησίες, που κυκλοφορούν ασύδοτα στην πιάτσα, οφείλονται στον κακό, επιφανειακό και κατά βάση χρονολογικό, τρόπο διδασκαλίας της Ιστορίας στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, τουλάχιστον αυτό που εγώ είχα την ευκαιρία να γνωρίσω.
Αντίθετα ο συγγραφέας συστηματοποιεί και κατηγοριοποιεί, αναδεικνύει ένα θεωρητικό πλαίσιο ανάλυσης και ερμηνείας των γεγονότων, χωρίς βεβαίως να λείπουν και τα ερεθίσματα για περαιτέρω έρευνα και θεωρητική ενασχόληση με τα ζητήματα, που ανοίγει το βιβλίο. Είναι κατά την άποψή μου πολύ σημαντικό ότι, εκτός από Σύγχρονη Ιστορία, ο Φλιτούρης έχει σπουδάσει και Ιστορία Διεθνών Σχέσεων, την επιστήμη δηλαδή που μελετάει διαχρονικά το διεθνές σύστημα και τη σχέση συνεννόησης ή αντιπαράθεσης των υποκειμένων του, βασικά των κρατών, μεταξύ τους. Αυτό κατά τη γνώμη μου δίνει βάθος στην οπτική του και αναδεικνύει τη σημασία των διεθνών συμφωνιών στην ανάπτυξη του αποικιακού φαινομένου (από τη συνθήκη του Τορντεσίγιας το 1494, που έθεσε τα όρια μεταξύ της αποικιακής ανάπτυξης των Ισπανών και των Πορτογάλων,  μέχρι το συνέδριο του Βερολίνου το 1884, που μοίρασε την Αφρική) αλλά και των διεθνών συνδιασκέψεων στην εξέταση της υποχώρησής του.
Ξεκινάω με ένα βασικό ερώτημα, με το οποίο καταπιάνεται στην αρχή ο συγγραφέας «Γιατί να ασχολείται ένας Έλληνας ιστορικός με την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία και να μην αρκούμαστε στη μετάφραση ενός ξενόγλωσσου εγχειριδίου προκειμένου να διδάξουμε το συγκεκριμένο διδακτικό αντικείμενο». Νομίζω ότι η απάντηση που δίνει, είναι εύλογη, δεν υπάρχει όριο ανάμεσα στα «εθνικά» και «διεθνή» θέματα, πολύ περισσότερο που η ιστορία της αποικιοκρατίας φωτίζει την παγκόσμια ιστορία των τελευταίων 5 αιώνων. Ούτε εξάλλου η ελληνική ιστορία στερείται συσχετισμών με το ιμπεριαλιστικό φαινόμενο, για τους οποίους θα αναφερθώ και στη συνέχεια.
Εξάλλου η ιστορία της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού είναι ουσιαστικά ένας τρόπος να δούμε όλη την παγκόσμια ιστορία των τελευταίων αιώνων. Η εδαφική και οικονομική επέκταση κυρίως – αλλά όχι μόνο – της Ευρώπης, η ανάπτυξη των ευρωπαϊκών ανταγωνισμών, των παζαριών και των διευθετήσεων αλλά και η υποχώρησή της έχει καθορίσει την εξέλιξη και τη σημερινή μορφή του πλανήτη. Για να δώσω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χωρίς τον αποικιακό ανταγωνισμό, ο οποίος υπήρξε μια από τις βασικές αιτίες για το ξέσπασμά του. Και η διαπίστωση αυτή δεν γίνεται μόνο από τη σκοπιά των νικητών αλλά και από αυτή των ηττημένων της Ιστορίας, των πρώην αποικιοκρατούμενων λαών. Ένας ολόκληρος επιμέρους επιστημονικός κλάδος, που ονομάζεται «μετααποικιακή θεωρία» ή «μετααποικιακές σπουδές» και στοχεύει στην αποδόμηση της ευρωκεντρικής αντίληψης και στην ανάδειξη της φωνής των φιμωμένων υποτελών, συγκροτήθηκε, όπως εξάλλου φανερώνει και η ονομασία του, με άξονα το αποικιακό φαινόμενο. Το ιδρυτικό κείμενο αυτής της θεωρίας γράφτηκε το 1978 και είναι ο «Οριενταλισμός» του Παλαιστίνιου διανοούμενου Εντουάρντ Σαϊντ, για τον οποίο θα έχω την ευκαιρία να πω και στη συνέχεια.
Γιατί όμως δεν χρησιμοποιούμε ένα αλλά δύο όρους, συνηθισμένους ούτως ή άλλως στο καθημερινό πολιτικό μας λεξιλόγιο ; Άραγε πόσο ταυτίζονται και πόσο διαφέρουν οι έννοιες «αποικιοκρατία» & «ιμπεριαλισμός» ; Και εάν η πρώτη έννοια είναι λίγο-πολύ συμφωνημένη σε ό,τι αφορά το περιεχόμενό της (βεβαίως όχι απόλυτα σωστά, γιατί υπάρχουν πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους φάσεις της αποικιοκρατίας με διαφορετικά χαρακτηριστικά η καθεμία), η δεύτερη εξακολουθεί και σήμερα να γεννάει πολλά θεωρητικά και πολιτικά ερωτήματα. Όπως επισημαίνει και ο συγγραφέας, παρότι η πατρότητα του όρου αποδίδεται στον Βρετανό οικονομολόγο Χόμπσον (1902), στη διάρκεια του 20ου αιώνα έχουν κυριαρχήσει οι μαρξιστικές θεωρίες ανάλυσης του φαινομένου. Και σας θυμίζω ότι οι της μαρξιστικής παιδείας μετέχοντες μάθαμε παιδιόθεν ότι «ο ιμπεριαλισμός είναι το ανώτερο στάδιο του καπιταλισμού». Προσπερνάω το σχόλιο ότι κατά τον Λένιν σε αυτό το ανώτερο στάδιο ο καπιταλισμός σαπίζει γρήγορα, γιατί μάλλον αποδείχτηκε «όχι και τόσο γρήγορα», για να διατυπώσω κάποια άμεσα ερωτήματα, στα οποία αναφέρεται σύντομα και ο Φλιτούρης. Υπάρχει άραγε ιμπεριαλισμός και πριν από το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού ή ακόμα και πριν από τον καπιταλισμό ; ΄Η μήπως η χρονολόγηση του καπιταλισμού ως συνδεδεμένου με τη βιομηχανική επανάσταση, το εθνικό κράτος και την επιθετική αποικιοκρατία του 19ου αιώνα είναι εσφαλμένη, όπως υποστηρίζουν οι Μηλιός – Σωτηρόπουλος στο επίσης πρόσφατο βιβλίο τους «Ιμπεριαλισμός, χρηματοπιστωτικές αγορές, κρίση» ;  Μπορεί να υπάρξει θεωρία του ιμπεριαλισμού γενικά, η οποία να υπερβαίνει τα όρια της παραδοσιακής μαρξιστικής του πρόσληψης ; Ποιά είναι η σχέση του Ι. όχι μόνο με την αποικιοκρατία αλλά και με άλλες νεώτερες έννοιες, όπως για παράδειγμα αυτή της «αυτοκρατορίας», που έχουν εισηγηθεί οι Χαρντ και Νέγκρι ;
Για να μην επεκταθούμε όμως στη θεωρητική συζήτηση, θα περιοριστώ λοιπόν να εκθέσω το εννοιολογικό πλαίσιο, που δέχεται ο συγγραφέας, ότι δηλαδή, παρά τα διαφορετικά χαρακτηριστικά, είναι δυνατή η ενιαία εξέταση της ιμπεριαλιστικής επέκτασης και έξω από τα αυστηρά χρονικά όρια του «κλασσικού» ιμπεριαλισμού, από τα μέσα του 19ου αιώνα. Όπως ο ίδιος γράφει «Η παράθεση των κινήτρων άσκησης ιμπεριαλιστικών πολιτικών ανά περίοδο φανερώνει σημαντικές και δομικές ομοιότητες». Παρ’ όλα αυτά βλέπετε ότι δυσκολευόμαστε όλοι να ονομάσουμε «ιμπεριαλιστικές» τις εκστρατείες των Ισπανών κονκισταδόρες. Βλέπετε ότι το γλωσσικό μας αίσθημα αντιστέκεται και αυτό δικαιολογεί την παράλληλη χρήση των όρων και από τον Φλιτούρη και από άλλους πολλούς. Από την άλλη πλευρά βεβαίως έχουμε την εμφάνιση νέων όρων, όπως «αποικία χρέους» κλπ.
  Ας έχουμε πάντως υπόψη ότι τη θεωρία δεν πρόκειται να την αποφύγουμε. Ήδη το να επισκοπήσουμε όλα τα στάδια της αποικιακής-ιμπεριαλιστικής εξάπλωσης και υποχώρησης μας βάζει μπροστά σε μια σειρά από σύνθετα θεωρητικά αλλά και πολιτικά ζητήματα, που απαιτούν μεγάλη σοβαρότητα και εμβρίθεια.
Η εξέταση του αποικιακού φαινομένου, που φέτος συμπληρώνει ακριβώς 6 αιώνες, αν δεχτούμε βεβαίως την άποψη του συγγραφέα, που ορίζει ως γενέθλια πράξη της νεώτερης ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας την κατάληψη της Θέουτα στη μαροκινή ακτή, απέναντι από το Γιβραλτάρ, από τους Πορτογάλους το 1415 (είναι ενδιαφέρον ότι η Θέουτα εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να είναι ισπανικό, δηλ. υπό μία έννοια αποικιοκρατούμενο, έδαφος και μάλιστα έχει κατασκευαστεί και εκεί φράχτης προκειμένου να εμποδίσει την είσοδο μεταναστών και προσφύγων στο ισπανικό έδαφος – βλέπετε την ειρωνεία της Ιστορίας, οι ροές των ανθρώπων έχουν αντίστροφη πορεία στις μέρες μας) χωρίζεται σε ορισμένες μεγάλες, όχι μόνο χρονικές αλλά και εννοιολογικές, ενότητες :
– τις μεγάλες αποικιακές αυτοκρατορίες του 15ου, 16ου και 17ου αιώνα, αρχικά των Ισπανών και των Πορτογάλων και στη συνέχεια των Βρετανών, των Γάλλων και των Ολλανδών με κατεύθυνση κυρίως την αμερικανική ήπειρο και βασικά χαρακτηριστικά την προμήθεια κεφαλαίων, κατά βάση από τους πολύτιμους λίθους και το δουλεμπόριο, και την επιδίωξη της εμπορικής κυριαρχίας
–  το πρώτο κύμα αποαποικιοποίησης στην αμερικανική ήπειρο στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα με υπόδειγμα την αμερικανική επανάσταση και υποκείμενα τους πρώην λευκούς αποίκους (ο Φλιτούρης σχολιάζει αυτή την πρώτη απο-αποικιοποίηση ως «οικογενειακή υπόθεση»)
– την αποικιακή φρενίτιδα του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα και προς την Ασία αλλά κυρίως προς την Αφρική με δεσπόζοντα το ρόλο της Βρετανίας και με μια σειρά ευρωπαίων πρωταγωνιστών πρώτης και δεύτερης γραμμής, όπου αναδεικνύεται ο στόχος όχι μόνο της προμήθειας πρώτων υλών και εργατικών χεριών αλλά και του ανοίγματος νέων καταναλωτικών αγορών για την απορρόφηση των προϊόντων της μητρόπολης και ακόμα η συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων μέσα από το σχήμα των «αποικιακών εταιριών»
– την ανάδειξη νέων παιχτών, εκτός Ευρώπης, στο αποικιακό παιγνίδι, όπως οι ΗΠΑ με τη λεγόμενη «διπλωματία του δολλαρίου» αλλά και με τη δύναμη των όπλων, η Ιαπωνία αλλά και η τσαρική Ρωσία με την ιδιόμορφη επέκτασή της στην Ασία, και στην έρημη Σιβηρία αλλά και στο Τουρκεστάν, τη μουσουλμανική δηλ. Κεντρική Ασία)
– τη χρονικά περιορισμένη ανανέωση της αποικιοκρατίας μετά από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με το σύστημα των εντολών, στο οποίο σπεύδουν να συμμετάσχουν ακόμα και πρώην βρετανικές αποικίες (π.χ. η Νότια Αφρική)
– την κρίση της αποικιοκρατίας με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τη ραγδαία διαδικασία της αποαποικιοποίησης σε Ασία, Ωκεανία και κυρίως Αφρική με ορόσημα από τη σκοπιά των διεθνών σχέσεων τη διάσκεψη της Μπαντούγκ, στην πρώην ολλανδική Ινδονησία, το 1955, την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ το 1960 και την Τριηπειρωτική Συνδιάσκεψη της Αβάνας το 1966 (για να αντιληφθούμε το μέγεθος της αλλαγής του παγκόσμιου χάρτη αρκεί να αναφέρουμε ότι από 10 αποικιακές αυτοκρατορίες έχουν αναδυθεί περί τα 120 ανεξάρτητα κράτη). Σημαντικός εδώ είναι ο ρόλος των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και των επαναστάσεων (ως πιο σημαντικές ας αναφέρουμε το κίνημα των Βιετμίνχ στη γαλλική Ινδοκίνα, τη «μη βίαιη» ανυπακοή του Γκάντι στην Ινδία, την Αλγερινή Επανάσταση καθώς και τα κινήματα στην Κένυα και το βελγικό Κογκό), όπως σημαντική είναι η επιρροή διεθνών ιδεολογικών ρευμάτων, όπως ο παναφρικανισμός, ο παναραβισμός, ο γκεβαρισμός, από την κληρονομιά του Τσε Γκεβάρα κλπ.
– Και ας προσθέσουμε τη σημερινή περίοδο, όπου, χωρίς φυσικά να απουσιάζουν και τα στρατιωτικά μέσα, όχι μόνο από τις μεγάλες δυνάμεις αλλά μερικές φορές και από πρώην αποικίες, η αποικιοκρατία αναβιώνει κυρίως με οικονομικές μεθόδους, η εξάρτηση διαιωνίζεται μέσα από τον προσεταιρισμό των κυρίαρχων ελίτ των πρώην αποικιών και η κυριαρχία των νεοφιλελεύθερων θεσμών και πολιτικών και των πολυεθνικών εταιριών δημιουργεί και αναπαράγει τις συνθήκες ανισότητας και εκμετάλλευσης. Ξέρουμε όλοι πόσο έχουν διακριθεί οι ΗΠΑ και οι αμερικάνικες πολυεθνικές σ’ αυτό τον τομέα, ασφαλώς δεν είναι οι μόνες και ας μη μας διαφεύγει ο ειδικός ρόλος της Κίνας την τελευταία δεκαετία.
Σ’ αυτούς τους 6 αιώνες αποικιοκρατίας η μορφή του κόσμου άλλαξε ριζικά. Για τους αυτόχθονες πληθυσμούς των αποικιών αυτό σήμαινε φυσικά βάσανα και αίμα, φτώχεια και πολιτιστική καταστροφή, αλλά και γνώση και επικοινωνία με τις ιδεολογίες της κοινωνικής χειραφέτησης. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που οι συντηρητικές θεωρίες για την αποικιοκρατία, αυτές που αναδεικνύουν «θετικές» πτυχές, όπως οι βελτίωση των συνθηκών υγιεινής, η καταπολέμηση του αναλφαβητισμού κλπ. επιστρέφουν στις μέρες μας με τις ευλογίες ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Και οι μητροπόλεις όμως αλλάζουν ριζικά. Η ανάπτυξη της ανθρώπινης γνώσης, οι νέες επιστήμες, με πρώτη τη Γεωγραφία, τα νέα μέσα συγκοινωνίας, τα πνευματικά και καλλιτεχνικά κινήματα, οι συλλογικές νοοτροπίες και οι μόδες διαμορφώνονται από την επαφή με τον «άλλο».
  Έχει άραγε νόημα να μαθαίνουμε και να μελετάμε αυτή την ιστορία ; Μπορεί με άλλα λόγια η κληρονομιά της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού να εξηγήσει τη σημερινή διεθνή κατάσταση, τις στρατιωτικές και οικονομικές συγκρούσεις, τα προσφυγικά ρεύματα κλπ. Θα συνεισφέρω στη συζήτηση με 4 παραδείγματα, που σχετίζονται και τα 4 με τη μεγαλύτερη ζώνη αστάθειας στον πλανήτη, τη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία αλλά και μ’ ένα μεγάλο παράγοντα αστάθειας το ριζοσπαστικό Ισλάμ.
– Για το πρώτο παράδειγμα θα αξιοποιήσω την οπτική του Ε. Σαϊντ, τον οποίο και ήδη μνημόνευσα. Θα προσθέσω ότι έζησε όλη του τη ζωή εξόριστος, στις Ηνωμένες Πολιτείες, και ως αμερικανός πολίτης υπήρξε ο μεγαλύτερος εχθρός της ιμπεριαλιστικής τους πολιτικής, δεν υπήρξε όμως ποτέ αντι-δυτικός και μάλιστα συγκρούστηκε και με το κατεστημένο του αραβικού κόσμου. Όπως ο ίδιος το έθετε «μαχόταν υπέρ μιάς ανεξάρτητης Παλαιστίνης, ώστε να αναλάβει επιτέλους το ρόλο του ως διανοούμενος, το ρόλο του κριτικού απέναντι στο έθνος – κράτος». Θα  επικαλεστώ λοιπόν μια συνομιλία του Σαϊντ με τον Ταρίκ Αλή, ένα μαρξιστή (τροτσκιστή για την ακρίβεια) ακτιβιστή και διανοούμενο με πακιστανική καταγωγή, όπως ο τελευταίος την παραθέτει στη νεκρολογία του για τον Σαϊντ (δημοσιεύθηκε το 2003 στο New Left Review). Σ’ αυτή λοιπόν τη συνομιλία υποστηρίζει ο Αλή ότι το 1917 είναι η χρονιά – ορόσημο του 20ου αιώνα, εννοώντας βεβαίως λόγω της Οκτωβριανής Επανάστασης. Συμφωνώ, απαντάει ο Σαϊντ, αλλά για διαφορετικό λόγο, τη διακήρυξη του Μπάλφουρ, με την οποία διατυπώθηκε για πρώτη φορά η υπόσχεση για ίδρυση εβραϊκού κράτους. Με όλες τις τελευταίες εξελίξεις δεν είμαι σίγουρος ούτε για την τελική γνώμη του Ταρίκ Αλή.
– Το δεύτερο παράδειγμα σχετίζεται με τις σημερινές συγκρούσεις στο Ιράκ και τη Συρία, οι οποίες ασφαλώς εντάθηκαν με τις ιμπεριαλιστικές «σταυροφορίες» των Μπους πατρός και υιού αλλά προϋπήρχαν ως προβλήματα και σίγουρα εξακολουθούν να υπάρχουν και έχουν πάρει νέα μορφή μετά από την απαγκίστρωση των αμερικανικών δυνάμεων. Αναρωτιόμαστε όλοι, γιατί τα κράτη της Μέσης Ανατολής να έχουν ετερογενείς πληθυσμούς, γιατί να υπάρχουν και Σουνίτες και Σιϊτες και Κούρδοι και στο Ιράκ και στη Συρία, γιατί να μην είναι πιο ομοιογενή και με λιγότερες συγκρούσεις, γιατί τέλος να μην υπάρχει ανεξάρτητο κουρδικό κράτος. Η απάντηση στα ερωτήματα βρίσκεται στα σύνορα, που χάραξε ο ιμπεριαλισμός μετά από το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου.  Η γραμμή Σάϊκς – Πικώ από τα ονόματα των Υπουργών Εξωτερικών της Βρετανίας και της Γαλλίας μοίρασε τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και έδωσε στη Συρία καθεστώς γαλλικής εντολής και στο Ιράκ βρετανικής. Εκεί βρίσκεται η ρίζα των σημερινών συγκρούσεων, εκεί βρίσκεται η αιτία της δημοτικότητας του ISIS στους σουνιτικούς πληθυσμούς.
– Ακόμα πιο εμφατικό είναι το τρίτο παράδειγμα, μιάς και οι τρομοκρατικές επιθέσεις του ISIS στο Παρίσι αλλά και στη Βηρυττό (γι’ αυτές τις τελευταίες βεβαίως δεν καταναλώνεται και πολλή δημοσιότητα) ρίχνουν βαρειά σκιά στη διεθνή ατμόσφαιρα και δεν μπορούμε παρά να εκφράσουμε τον αποτροπιασμό μας για το υβρίδιο του ισλαμικού φασισμού. Τι είναι όμως ο ισλαμικός ριζοσπαστισμός αν όχι μια κληρονομιά του ιμπεριαλισμού, παλιότερου και σημερινού ; Προσωπικά δεν ασπάζομαι τη συνωμοτική θεωρία ότι ο ISIS εξοπλίστηκε από τη CIA, αντίθετα οι ΗΠΑ υποστήριξαν άλλες οργανώσεις της συριακής αντιπολίτευσης.  Όμως δεν είναι δυνατό να αγνοήσουμε ότι ο ισλαμικός φονταμενταλισμός αντλεί την έμπνευσή του από την κριτική στο δυτικό ιμπεριαλισμό ενώ οι μαχητές του είναι κατά κύριο λόγο μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς μεγαλωμένοι είτε στις αποικιακές μητροπόλεις είτε στα σοβιετικά κρατίδια. Πόσο μπορεί να αποτελέσει λύση η στρατιωτικοποίηση των δυτικών κοινωνιών ή το κλείσιμο των συνόρων στους πρόσφυγες, που εξήγγειλε σήμερα ο Ολάντ ; Πόσο ο δυτικός και ο ισλαμικός φασισμός έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον  ;
Ανοίγω στο σημείο αυτό μια παρένθεση με δύο σκέλη : το πρώτο αφορά την πιθανή σχέση των τρομοκρατικών επιθέσεων με τις στρατιωτικές εξελίξεις και συγκεκριμένα την κατάληψη της πόλης Σιντζάρ από τους Κούρδους μαχητές Πεσμεργκά. Πρόκειται για μια σημαντική στρατιωτική ήττα του ISIS, ίσως την πιο σημαντική από την εμφάνισή του, καθώς το Σιντζάρ βρίσκεται πάνω στον άξονα ανεφοδιασμού του, στη γραμμή Ράκκα – Μοσούλη. Αυτό σημαίνει ότι οι δυνάμεις του ISIS στη Συρία δεν μπορούν να επικοινωνήσουν εύκολα με εκείνες στο Ιράκ και ότι το μέτωπό του διασπάται. Είναι πολύ πιθανό η χρονική επιλογή των χτυπημάτων να μην είναι άσχετη με τις εξελίξεις στο πεδίο της μάχης. Στο δεύτερο σκέλος παραθέσω την ανακοίνωση του γαλλικού κόμματος της Ευρωπαϊκής Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς (NPA) εναντίον των βομβαρδισμών, που σχεδιάζει η Κυβέρνηση Ολάντ : «Οι βομβαρδισμοί αυτοί που υποτίθεται ότι στοχεύουν το Ισλαμικό Κράτος, τους τζιχαντιστές τρομοκράτες, στην πραγματικότητα, και με την παρέμβαση των ρωσικών βομβαρδισμών, προστατεύουν το καθεστώς του κύριου υπαίτιου για το μαρτύριο του λαού της Συρίας, του δικτάτορα Άσαντ». Για να προσέξουμε λίγο ! Για την συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής Αριστεράς το καθεστώς Άσαντ είναι στο αντι-ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο και ο ISIS όργανο των ιμπεριαλιστών. Μήπως κάτι δεν πάει καλά με την ελληνική Αριστερά ;
– Και μια και αρχίσαμε με την Αριστερά, το τελευταίο παράδειγμα αναφέρεται βεβαίως την Κεντρική Ασία και τον Καύκασο, δεν περιορίζεται όμως μόνον εκεί. Αφορά την αποικιακή κληρονομιά της Σοβιετικής Ένωσης. Ο συγγραφέας δεν παραλείπει να επισημάνει ότι, παρά την θετική επίδραση των αρχών του μαρξισμού στην εμφάνιση και ωρίμανση των εθνικο-απελευθερωτικών κινημάτων στις αποικίες, από τη δεκαετία του 1960 έχει αρχίσει να εκδηλώνεται η εμφάνιση του σοβιετικού ιμπεριαλισμού με κορυφαία – και μοιραία – εκδήλωσή του την εισβολή στο Αφγανιστάν (ας θυμηθούμε ότι τη δεκαετία του ’70 γινόταν κακός χαμός στα ελληνικά πανεπιστήμια για την έννοια του «σοσιαλιμπεριαλισμού» και η σφοδρή σύγκρουση μεταξύ της ΚΝΕ και των μαοϊκών οργανώσεων αφορούσε κυρίως τις διεθνείς εξελίξεις και δευτερευόντως τις ελληνικές). Ωστόσο θεωρώ ότι και πριν από το 1960, παρά την ευφυή προσέγγιση του Λένιν «όποιος λαός θέλει μπορεί να αποχωρήσει από τη Ρωσική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία» (η γνωστή διαφορά μεταξύ καταπιεσμένου και κυρίαρχου εθνικισμού – δέστε πως συνομιλεί ο Σαϊντ με αυτή την άποψη) και παρά τις διακηρύξεις του Συνεδρίου των λαών της Ανατολής το 1920 στο Μπακού, η αντιμετώπιση της τσαρικής εδαφικής κληρονομιάς από τον σταλινισμό έχει έντονα στοιχεία αποικιακής διαχείρισης. Από την οπτική γωνία του αποικιακού φαινομένου η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης είναι η κατάρρευση της τελευταίας αποικιακής αυτοκρατορίας στον κόσμο και γι’ αυτό θεωρώ προοπτικά ατελέσφορη την προσπάθεια του Πούτιν να την επανασυστήσει, όπως εξάλλου απέτυχε και η προσπάθεια της Βρετανίας να ανανεώσει την αποικιακή αυτοκρατορία της μέσα από το σχήμα της Βρετανικής Κοινοπολιτείας.
Το τελευταίο κεφάλαιο της παρουσίασής μου αφορά τη σύνδεση του ελληνικού χώρου με το ιμπεριαλιστικό φαινόμενο. Ήδη στον πρόλογο ο συγγραφέας επισημαίνει δύο παραμέτρους α) ότι ο ελληνικός χώρος υπήρξε πεδίο ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων άλλων δυνάμεων (ας θυμηθούμε την αγγλική – και όχι μόνο – παρουσία στα Επτάνησα, την ιταλική στα Δωδεκάνησα, και ακόμα καλύτερα το ρόλο του αμερικανικού παράγοντα στη νεώτερη ελληνική ιστορία) β) ότι το ζήτημα εάν η Ελλάδα υπήρξε ιμπεριαλιστική και αποικιακή δύναμη είναι διαφιλονικούμενο.
Επ’ αυτού του τελευταίου η άποψή μου είναι ότι ο Βενιζέλος και η ελληνική αστική τάξη διεκδίκησε ένα ρόλο και μάλιστα για να τον κατοχυρώσει δεν δίστασε να συμμετάσχει στην εκστρατεία της Ουκρανίας εναντίον των μπολσεβίκων.
Ας παρακολουθήσουμε λίγο τη χρονική ακολουθία των γεγονότων :
– Φεβρουάριος 1919 συμμετοχή ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στην εκστρατεία στην Ουκρανία
– Αύγουστος 1920 συνθήκη των Σεβρών, με την οποία η Ελλάδα παίρνει εντολή στη ζώνη της Σμύρνης και δεν περιορίζεται μόνον εκεί
– Σεπτέμβριος 1920 συνέδριο των λαών της Ανατολής στο Μπακού υπό την καθοδήγηση των μπολσεβίκων και υποστήριξη του «αντιαποικιακού αγώνα» σε όλη την Ασία, της Τουρκίας συμπεριλαμβανόμενης
Ας έχουμε λοιπόν υπόψη την οπτική όχι μόνο των Τούρκων, όχι μόνο των Μπολσεβίκων αλλά ολόκληρης της Αριστεράς της εποχής για τη Μικρασιατική εκστρατεία.
Άφησα τελευταίο το Κυπριακό, που στην πρώτη του φάση είναι ένα κλασικό παράδειγμα αντιαποικιακού αγώνα, ο οποίος διευκολύνθηκε από τις διεθνείς εξελίξεις, που οδήγησαν στην εγκατάλειψη του μεσογειακού δρόμου από τον αγγλικό ιμπεριαλισμό. Η Βρετανία χάνει την Ινδία το 1948, χάνει το Σουέζ το 1958 και δεν έχει ισχυρούς λόγους να διατηρήσει την παρουσία της και γι’ αυτό την ανεξαρτησία της Κύπρου το 1959 ακολουθεί η Μάλτα το 1964 και το Άντεν (Υεμένη) το 1967. Ωστόσο η ύπαρξη των δύο κοινοτήτων, όπως ακριβώς έγινε και στην Ινδία, δίνει πατήματα στην πρακτική του αποικιοκρατικού «διαίρει και βασίλευε», που βρίσκεται στη ρίζα των κατοπινών προβλημάτων, τα οποία βεβαίως τονίζονται και από τον ανταγωνισμό των «μητέρων πατρίδων» και τον Ψυχρό Πόλεμο.

Γιάννενα, 14-11-2015
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Κλασσικό