Παρουσίαση του βιβλίου του Γιάννη Σκαλιδακη «Η Ελεύθερη Ελλάδα. Η εξουσία του ΕΑΜ στα χρόνια της Κατοχής», εκδόσεις Ασίνη 2014 στα Ιωάννινα, 26/3/2015

Στις 10 Μάρτη του 1944, στο χωριό Βίνιανη της Ευρυτανίας, ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του ΕΑΜ η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), γνωστή και ως Κυβέρνηση του Βουνού, Ο Γιάννης Σκαλιδάκης στην «Ελεύθερη Ελλάδα» πραγματεύεται ακριβώς αυτό το κράτος που δημιούργησε το ΕΑΜ το 1943-1944, αυτό το μοναδικό κοινωνικό πείραμα, αυτή την ανολοκλήρωτη επανάσταση, όπως την έχουν χαρακτηρίσει άλλοι ιστορικοί της περιόδου. Το βιβλίο του Σκαλιδάκη δεν είναι ένα ακόμα βιβλίο για την Αντίσταση ή για την δεκαετία του ’40. Είναι μια πραγματική ιστορική μελέτη που προσφέρει μια νέα οπτική στην περίοδο της Κατοχής συνδυάζοντας κοινωνική και πολιτική ιστορία προσπαθώντας να ερμηνεύσει βασικά το γιατί δημιουργήθηκε στην Ελλάδα, στην ορεινή Ελλάδα, η βραχύβια κυβέρνηση του λαϊκού αντάρτικου. Εντάσσεται δε στη χορεία εκείνων των νεότερων ιστορικών μελετών που ξαναδιαβάζοντας πτυχές της Αντίστασης προτείνουν νέες επιστημονικά άρτιες αναγνώσεις της περιόδου του ’40.
Η δεκαετία του ’40 είναι πολύπαθη όχι μόνο εξαιτίας των όσων δεινών γνώρισε η Ελλάδα ή και η Ευρώπη. Η μνήμη και η χρήση αυτής της δεκαετίας έχει καταστεί πολύπαθη από την πρώτη στιγμή της λήξης του Εμφυλίου. Ειδικά τα τελευταία χρόνια το ανανεωμένο ενδιαφέρον για την δεκαετία συμβαδίζει με πολλές και αντιφατικές συζητήσεις γύρω από την θέση, τη στάση και την δράση των αντιμαχόμενων. Η ελληνική ιστοριογραφία είναι πλούσια από εξιδανικεύσεις της περιόδου μέχρι ανοιχτές αμφισβητήσεις της αξίας της αντιστασιακής δράσης (ή ακόμα και της ίδιας της δράσης).
Η δουλειά του Σκαλιδάκη είναι διαφορετική από πολλές άλλες απλά γιατί είναι επιστημονική. Είναι διαφορετική γιατί δεν στοχεύει σε «απομυθοποιήσεις» ή σε «δαιμονοποιήσεις», δεν τον ενδιαφέρει να δει το τι έγινε μετά αλλά το γιατί δημιουργήθηκε η Ελεύθερη Ελλάδα. Να ερμηνεύσει δηλαδή το ιστορικό φαινόμενο συγκρότησης μιας πρώτης ελεύθερης κυβέρνησης από το ΕΑΜ στο βουνό, όπως είχε γίνει σε άλλες περιοχές της Ευρώπης με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιτυχία (στη Γιουγκοσλαβία, την Πολωνία, τη Γαλλία).
Όποιος αρέσκεται στην πτωματομέτρηση ως μέσο καταγραφής της ιστορίας θα απογοητευτεί, όποιος θέλει με το μηχάνημα καταγραφής της βίας να αναζητήσει τους κακούς της ιστορίας δεν χρειάζεται να διαβάσει το βιβλίο του Σκαλιδάκη. Ο Σκαλιδάκης μένει προσηλωμένος στην αυστηρή συλλογή και παρουσίαση εγγράφων (πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών). Ανήκει, στην ιστορική Σχολή η οποία εστιάζει στη σημασία της «υλικής βάσης» πάνω στην οποία συγκροτήθηκε η ΠΕΕΑ (Προσωρινή Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης) στην Ελεύθερη Ελλάδα. Αυτό δεν καθιστά το βιβλίο του στείρο. Ούτε ο συγγραφέας μένει «άχρωμος» παρατηρητής και καταγραφέας της ιστορίας. Λειτουργεί με δαιμονική μαεστρία σε έναν δαίδαλο γραπτών πηγών και μας χαρίζει κάτι που είναι απαραίτητο, αυτονόητο αλλά όχι πάντα παρόν: ιστορική επιστημονική ερμηνεία.
Αυτή η Ελεύθερη Ελλάδα, η προσπάθεια δηλαδή δημιουργίας θεσμών δεν υπήρξε για το ΕΑΜ αναγκαιότητα εσωτερική, δεν προέκυψε ως μια απλή ανάγκη επιβίωσης των ανταρτικών ομάδων –όπως θα τολμούσα να έλεγα ήταν η περίπτωση άλλων ομάδων που έδρασαν την ίδια περίοδο στο αντίπαλο ιδεολογικό πλαίσιο. Υπήρξε το αποτέλεσμα μιας οριστικής ρήξης του κόσμου της υπαίθρου, που υπέφερε από την τριπλή κατοχή και τον τεμαχισμό του χώρου με τον αστικό χώρο και κυρίως με τον επίσημο κρατικό μηχανισμό. Ο Σκαλιδάκης αποτυπώνει ξεκάθαρα στα τρία πρώτα κεφάλαια του βιβλίου του τόσο τις συνθήκες οικονομικής λεηλασίας των κατακτητών στο κέντρο αλλά και στην αγροτική παραγωγή, όσο και την αδυναμία (κι άλλες φορές αδιαφορία) των κατοχικών κυβερνήσεων να απαντήσουν στις διογκούμενες λαϊκές ανάγκες. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τόσο η περιγραφή και αποδόμηση της εικόνας του «καλού Ιταλού», ο οποίος ως το 1943 πλιατσικολογεί την ζώνη κατοχής, όσο και η διασπάθιση της διεθνούς ανθρωπιστικής βοήθειας και η πολιτική χρήση της από τον βρετανικό παράγοντα.
Γράφει ο Σκαλιδάκης:
«Η Ελεύθερη Ελλάδα συγκροτήθηκε σε αντίθεση και αντιπαράθεση με την κατεχόμενη ζώνη και κυρίως με το στρατό Κατοχής και τις ένοπλες δυνάμεις της κυβέρνησης συνεργασίας (αρχικά Χωροφυλακή και αργότερα Τάγματα Ασφαλείας και αντικομμουνιστικές ομάδες). Ο διαχωρισμός των δύο χώρων παγιώθηκε με τον οικονομικό αποκλεισμό της Ελεύθερης Ελλάδας από τη διανομή της διεθνούς βοήθειας που αναβάθμισε οικονομικά την κατεχόμενη ζώνη και απεξάρτησε την κυβέρνηση συνεργασίας από την αναγκαιότητα οικονομικής εκμετάλλευσης της εγχώριας αγροτικής παραγωγής.»
Ο Σκαλιδάκης προχωράει στην λεπτομερή και για πολλούς άγνωστη ζώνη της οικονομικής ιστορίας χωρίς να κουράζει. Κάθε άλλο. Αναδεικνύει το φαινόμενο του αντιπραγματισμού- σχηματικά αυτού που λέμε ανταλλακτική οικονομία- αλλά και του φαινομένου της μαύρης αγοράς, της κατάρρευσης της νομισματικής οικονομίας και την αναγκαιότητα αντικατάστασης και προσαρμογής των οικονομικών σχέσεων με έναν αξιοκρατικό άμεσο και πρακτικό τρόπο αναλογικά πάντα προς τις συνθήκες του πολέμου. Και το ΕΑΜ έκανε ακριβώς αυτό. Βρέθηκε από την θεωρητική επεξεργασία πολιτικο-οικονομικών σχημάτων στην αναγκαιότητα ρεαλιστικών απαντήσεων και το έκανε χωρίς να νοθεύσει την ιδεολογία του. Μέσα από πλήθος παραδειγμάτων από την καθημερινή ζωή αλλά και εγγράφων γίνεται φανερό ότι η Ελεύθερη Ελλάδα απάντησε όχι σε ένα απλό κενό εξουσίας, όχι μόνο σε μια αναγκαιότητα οργάνωσης ενός ελεύθερου κράτους, αλλά κυρίως συγκρότησε ελεύθερο κράτος για να απαντήσει στις ανάγκες του λαού. Η ελεύθερη Ελλάδα απάντησε κατά τον Σκαλιδάκη όχι μόνο σε μια θεωρητική αντίληψη της Αντίστασης για τον ρόλο της με μελλοντικές προεκτάσεις για την φύση του μεταπολεμικού κράτους, αλλά σε μια αναγκαιότητα υπαρκτή. Δηλαδή η ελεύθερη Ελλάδα γεννήθηκε από τις ανάγκες του λαού και όχι από τις πολιτικές στοχεύσεις του ΚΚΕ ή του ίδιου του ΕΑΜ. Ίσως και γι αυτό μπορούσε να επικοινωνεί με τον λαό και να κατανοεί ακόμα και απεργίες εν μέσω πολέμου όπως εκείνη η απεργία στο Λιτόχωρο του 1943 για τα μεροκάματα ,η ποία λύθηκε μέσα σε 2 μέρες με αύξηση της αμοιβής των εργατών γης στις 30 οκάδες καλαμπόκι για τους άνδρες και 20 για τις γυναίκες.

Σημαντικό κατά την άποψή μου είναι ειδικά το δεύτερο μέρος του βιβλίου για την δομή και την δράση της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης καθώς για τον Σκαλιδάκη :«Το ΕΑΜ “ολοκλήρωνε” την εθνική ενότητα “από τα κάτω”, ενσωματώνοντας στους κόλπους του στελέχη από τον παλαιό κρατικό μηχανισμό, σημαίνοντα πρόσωπα και παράγοντες των τοπικών κοινωνιών: μετά τους δασκάλους και τους γεωπόνους, τους υπαλλήλους της Αγροτικής και της Εθνικής Τράπεζας, μετά τους ιερείς και τους αξιωματικούς, προσεγγίζονταν οι παλιοί βουλευτές και πολιτευτές, οι εισαγγελείς και οι πρωτοδίκες». Και αυτό γίνεται φανερό από την ανθρωπογεωγραφία του εθνικού συμβουλίου. Δημοκράτες, σοσιαλιστές, μέλη του αστικού κόσμου, κομμουνιστές, ιερείς, διανοούμενοι, εργάτες, υπάλληλοι ένωσαν τις δυνάμεις τους για να απαντήσουν πρώτα στις ανάγκες του καιρού και του τόπου χωρίς να απουσιάζει η βούληση και το σχέδιο για ένα διαφορετικό πολιτικό και κοινωνικό αύριο. Το ξεχωριστό βιογραφικό παράρτημα των Εθνοσυμβούλων είναι μια ξεχωριστή συμβολή στην ιστορία της Αντίστασης και βοηθάει εξαιρετικά στην κατανόηση συγκρότησης και στελέχωσής της την περίοδο εκείνη. Η ελεύθερη Ελλάδα βάση τους μικρούς, τους μεσαίους αλλά και τους μεγάλους παραγωγούς, που είδαν ότι η ένοπλη Αντίσταση προστάτευε την παραγωγή τους από την υποχρεωτική συγκέντρωση και το παρακράτημα που προσπαθούσαν να επιβάλλουν οι κατακτητές και οι δωσίλογοι . Ο γεωργοκτηνοτροφικός κόσμος στις ελεύθερες περιοχές ταυτίστηκε με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ που φρόντισε να τον προστατέψει στο μέτρο του δυνατού από το ιταλικό πλιάτσικο και κυρίως μετά τις γερμανικές επιχειρήσεις του 43-44.
Η συγκρότηση μηχανισμών κράτους στον απελευθερωμένο ορεινό χώρο υπήρξε αναμφισβήτητα η πρώτη προσπάθεια συγκρότησης λαϊκού κράτους σε συνθήκες πολυποίκιλης πίεσης και δυσκολίας. Κι όμως έγινε. Ο χρόνος όμως όπως λέει ο συγγραφέας δεν ήταν σύμμαχος ούτε για το ΕΑΜ ούτε για την ΠΕΕΑ καθώς παρατεινόταν το χρονικό διάστημα μέχρι την αναμενόμενη απελευθέρωση και τα πολιτικά οφέλη από την υπεράσπιση του αγροτικού χώρου και της παραγωγής του διακυβεύονταν από την ανατροπή των οικονομικών ισορροπιών. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, αντιλαμβανόμαστε ότι οι οικονομικές παράμετροι υπήρξαν καθοριστικές και η κατανόησή τους είναι εντελώς απαραίτητη για την ερμηνεία των πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων. Μια σημαντική επομένως συμβολή του Σκαλιδάκη είναι η αντιμετώπισή τους ως βασικών σημείων ερμηνείας συγκρότησης της Ελεύθερης Ελλάδας σε αντίθεση με την ως τώρα βιβλιογραφία που στην πλειοψηφία της προχώρησε σε μια ατέρμονη και αλυσιτελή ερμηνεία των πολιτικών επιλογών με βάση τον διεθνή παράγοντα, τις στοχεύσεις του ΚΚΕ κτλπ.
Ο Σκαλιδάκης κάνει και κάτι ακόμα σε αντίθεση με πολλές άλλες προσεγγίσεις που επιχειρήθηκαν ως τώρα ειδικά στη σχέση του ΚΚΕ ή του ΕΑΜ σε επίπεδο κέντρου και περιφέρειας. Ξαναδιαβάζει και επαναπροσδιορίζει μέσα από την αλληλογραφία των οργανώσεων τον βαθμό αυτονομίας της περιφέρειας από το κέντρο, μια αυτονομία που θεμελιώθηκε ακριβώς πάνω στην αναγκαιότητα αντιμετώπισης της πραγματικότητας της ζωής στην ύπαιθρο σε συνθήκες πολέμου. Έννοιες όπως η πολιτική πειθώ ή η βία, που έχουν απασχολήσει ποικιλότροπα διάφορες επιστημονικές προτάσεις, δεν αντιμετωπίζονται ως ξένες προς την ζώσα πραγματικότητα αλλά και ούτε θεωρούνται υπό το πρίσμα ηθικοπλαστικών προσεγγίσεων. Η ΠΕΕΑ ήταν αναγκασμένη να στηριχθεί σε θεσμούς που αντλούσαν την δυναμική τους από την στρατιωτική μηχανή. Τι πιο λογικό σε συνθήκες πολέμου;
Ο Σκαλιδάκης αν και δεν προχωράει πέρα από την Απελευθέρωση, επιχειρεί στο τέλος της μελέτης του και έναν απολογισμό της πολιτικής προσπάθειας της ΠΕΕΑ να εντάξει την επαναστατική διαδικασία στις ράγες της εθνικής συμφιλίωσης. Με πολλαπλές αναγνώσεις και ερμηνείες για την σημερινή εμπειρία, η πολιτική συμβιβασμού και «διαλόγου» για το εθνικό συμφέρον με τον απόντα από την αντίσταση αστικό κόσμο, κατέδειξε εντέλει και τις αδυναμίες συγκρότησης μιας νέας μεταπολεμικής πραγματικότητας μέσω μιας ενότητας δομημένης «από τα πάνω». Και στο σημείο αυτό ο Γιάννης υπογραμμίζει την σημασία που σταδιακά έλαβε η διαμόρφωση θεσμών όπως λ.χ. η αυτοδιοίκηση, η λαϊκή δικαιοσύνη, η Πολιτοφυλακή, οι διάφορες συλλογικές μορφές δράσης, τα νέα συνδικάτα και οι συνεταιρισμοί για την εμπέδωση τόσο στο ίδιο το κόμμα-οργάνωση όσο και στον λαό της εναλλακτικής μελλοντικής πολιτειακής και κρατικής επιλογής. Η επιτυχημένη εμπειρία-απάντηση στις ανάγκες του πολέμου δημιούργησε την αισιοδοξία για μια άμεση αλλαγή των προπολεμικών συσχετισμών, για την ανατροπή του πολιτικού σκηνικού, την κατάργηση της μοναρχίας και την αποδοχή από τον αστικό κόσμο της εαμικής πρωτοκαθεδρίας. Η πραγματικότητα μετά τον Οκτώβρη του 44 κατέδειξε το μάταιο μιας τέτοιας προσδοκίας όταν το ΕΑΜ βρέθηκε απέναντι σε ένα ενιαίο αντιεαμικό τόξο υπό βρετανικό έλεγχο και με βρετανική βοήθεια σε συνθήκες διαφορετικές από εκείνες της Κατοχής και φυσικά από εκείνες που επικράτησαν στην ορεινή ελεύθερη Ελλάδα.

Το πείραμα της Ελεύθερης Ελλάδας ήταν καινοφανές για την Ελλάδα όχι όμως και για την Ευρώπη. Υπήρξαν κι άλλες τέτοιες προσπάθειες που η κατάληξή τους είχε να κάνει και με τους ευρύτερους μετασχηματισμούς στο τέλος του πολέμου. Χαρακτηριστικό όλων υπήρξε η προσωρινότητα των σχηματισμών ως απόρροια των πολεμικών συνθηκών. Υπήρξε και η βούληση απάντησης σε σύγχρονες ανάγκες του λαού αλλά και η βούληση για μια νέα θεώρηση της μεταπολεμικής κοινωνίας. Στην ελληνική περίπτωση ειδικά όμως γίνεται φανερό και κάτι ακόμα: το χωλό προπολεμικό κράτος έδωσε τη θέση του σε έναν κατοχικό πολυκερματισμό που αδιαφορούσε για τις ανάγκες του λαού. Η Ελεύθερη Ελλάδα απέδειξε ότι ένας κόσμος – με άξονα τόσο την προπολεμική εργατική τάξη όσο και τους πολιτικούς εκφραστές της- μπόρεσε ερχόμενος από το πουθενά, ένας κόσμος παραγωγός χωρίς ιδιοκτησία, να φτιάξει ένα κράτος, να στηρίξει εξουσία κόντρα στις ως τότε γνωστές μορφές εξουσίας. Η Ελεύθερη Ελλάδα κατέδειξε τις δυνατότητες μιας άλλης εμπειρίας. Μιας εμπειρίας που κατηγορήθηκε και λοιδορήθηκε ως ουτοπία. Μα που είχε ήδη βιωθεί σε άλλα πλαίσια αλλά με τις ίδιες στοχεύσεις και σε άλλες περιπτώσεις. Και είναι ακριβώς το γεγονός ότι αυτή η πραγματικότητα βιώθηκε τότε που την καθιστά γοητευτικά επικίνδυνη για τους «ρεαλιστές» του σήμερα και του αύριο.

Advertisements
Κλασσικό

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s