Παρουσίαση του βιβλίου του Διονύση Ελευθεράτου, «Λαμόγια στο Χακί», εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2015, στα Ιωάννινα (8/6/2015)

 Επί σαράντα και πλέον χρόνια γινόμαστε μάρτυρες μιας επανάληψης στερεοτύπων και περνάμε συχνά από το «ένας Παπαδόπουλος» μας χρειάζεται στο «η χούντα έκανε δρόμους» και από το σχετικά πρόσφατα –αλλά όχι καινοφανές- ράμφειο «το ’74 η Ελλάδα είχε μηδέν εξωτερικό χρέος» στο γενναιόψυχο «οι αξιωματικοί δεν πλούτισαν, πέθαναν στην ψάθα». Προπαγάνδα που έχει εξελιχθεί πλέον σε μύθο και που τείνει να γίνει μια αποδεκτή πραγματικότητα στα πλαίσια της μετα-ιστορικά ανιστόρητης σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.
Σε μια εποχή κατά την οποία πολιτικοιδεολογικές ταυτότητες συγχέονται επικίνδυνα στην χοάνη που έχει δημιουργήσει η οικονομική κρίση, η επιστροφή των επιχειρημάτων των νοσταλγών της επταετίας έχει ξεφύγει από τα στενά όρια των ακροδεξιών μορφωμάτων της Μεταπολίτευσης ή των γραφικών πολιτευτών της Δεξιάς και τείνουν να «νομιμοποιηθούν» στην συνείδηση πολλών Ελλήνων, η γνώση των οποίων για το παρελθόν της περιόδου 1967-1974 είναι ή ανύπαρκτη ή εξαιρετικά θολή. Σε ένα παλιότερο άρθρο ο Ελευθεράτος ερμήνευε αυτή την σημερινή τάση λέγοντας: «Τα σχετικά κλισέ αναπαράγονται στις τάξεις ανθρώπων που κατά τα άλλα δεν έχουν ιδεολογικές – πολιτικές «συγγένειες» με την «Εθνοσωτήριο». Οι λόγοι, πολλοί κι αλληλοσυμπληρούμενοι. Η άγνοια. Η οργή για τη σημερινή κατάσταση, η οποία εύκολα γίνεται οργή εναντίον της μεταπολιτευτικής γενιάς που κυβέρνησε και κυβερνά, ασχέτως αν – αυτό κι αν είναι τραγέλαφος- οι κυβερνώντες εδώ και αρκετό καιρό αφορίζουν τη μεταπολίτευση, μανιωδώς!». Και έρχεται σήμερα να αναλύσει σε μια εξαιρετική μελέτη όλους τους οικονομικούς μύθους της Χούντας που γοητεύουν ένα ευρύτερο ακροατήριο.
Το 1970 ο «θεωρητικός» της Χούντας Γεώργιος Γεωργαλάς στην ιδεολογική βίβλο του ¨Η ιδεολογία της επαναστάσεως. Όχι δόγματα αλλά ιδεώδη» ανέφερε ανερυθρίαστα ότι «οι Αξιωματικοί είναι παιδιά του εργαζόμενου λαού». Ίσως γι’αυτό θα φροντίσουν από την πρώτη στιγμή να αυξήσουν όχι μόνο τους μισθούς τους αλλά και τους μισθούς των πολιτικών θέσεων που κατέλαβαν. Επρόκειτο σαφώς για μια προσπάθεια «αναδιανομής και δικαιοσύνης» που κανένα κράτος ως τότε δεν είχε καταφέρει να κάνει. Ούτε καν εκείνα τα κράτη που έκαναν λόγο για πάλη των τάξεων. Εξάλλου ο Γεωργαλάς σημείωνε ότι οι «αξιωματικοί είχαν αταξικοί νόησι του Έθνους» και γι’αυτό ως γνήσιοι εκπρόσωποι της ψυχής του έθνους μπορούν να υποστηρίξουν: «Πάμπλουτοι δεν εγίναμε ποτέ εμείς οι Έλληνες. Υποδείγματα ανθρώπων όμως εγίναμε».
Αυτά τα «υποδείγματα ανθρώπων» -που κατέλυσαν τις ατομικές ελευθερίες και φυλάκισαν και εξόρισαν χιλιάδες ανθρώπους- ενεπλάκησαν από την πρώτη στιγμή σε οικονομικοπολιτικά σκάνδαλα με τρόπους που δεν είχαν προηγούμενο και προκάλεσαν την αντίδραση και πρωταγωνιστών της περιόδου. Έγραφε ο πρώτος πρωθυπουργός της Χούντας Κόλλιας στο βιβλίο του Βασιλεύς και επανάστασις» (1984) «η έλλειψις δημόσιου ελέγχου, διαλόγου και φωτός εις την διαχείρισιν των κοινών εξέτρεψε ψιθύρους και διαδόσεις περί εκχρηματισμού, σκανδάλων και διασπάθισης δημοσίου πλούτου», ενώ αναφέρεται επικριτικά στην οικογενειοκρατία και τον νεποτισμό της οικογένειας Παπαδόπουλου. Ένας άλλος κατοπινός «εχθρός» του Παπαδόπουλου, ο αρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων επί Ιωαννίδη, στρατηγός Γρηγόριος Μπονάνος έγραφε το 1986 ότι «Ακαταπάυστως εκυκλοφορούσαν φήμαι περί οικονομικών σκανδάλων, φαυλοκρατικών εκδηλώσεων, παραγοντισμού και περί υπάρξεως αντιτιθέμενων ομάδων εις τας Ενόπλους Δυνάμεις όσο και εντός των κόλπων της Κυβερνήσεως». Θα πει κάποιος αυτοί υπήρξαν κατοπινοί εχθροί της «επανάστασης» ή προσπαθούσαν να διασώσουν την υστεροφημία τους…Αλλά ακόμα και ο φιλο-Παπαδοπουλικός φύρερ Κώστας Πλέυρης έγραφε στο βιβλίο του «Γεγονότα 1965-1977» (2009) με κάποια εμφανή ειρωνεία: «Ποιος θα εστήριζε τελικά τον Παπδόπουλο; Ο Μπαλόπουλος με τους ξενοδόχους ή ο Ασλανίδης με τους προπονητάς;» τονίζοντας τις προνομιακές σχέσεις της Επταετίας με δύο τομείς που αναλύει ο Ελευθεράτος τον τουρισμό και τον αθλητισμό.
Τα νεοφιλελεύθερα πειράματα που είχαν βρει εφαρμογή στην Λατινική Αμερική ή στην Πορτογαλία και την Ισπανία τις περασμένες δεκαετίες εφαρμόστηκαν και στην Ελλάδα- με τις ιδιαιτερότητες βέβαια της ελληνικής περίπτωσης. Για παράδειγμα ο τομέας του τουρισμού γνωρίζει στην Ελλάδα όλες εκείνες τις πολιτικές που είχαν προηγηθεί στην Ισπανία του Φράνκο. Ο Sascha Pock σε μια εξαιρετική μελέτη για τον τουρισμό και τη δικτατορία στην Ισπανία περιγράφει τους άξονες μιας «αναπτυξιακής πολιτικής τουρισμού» που άφησε ανοιχτές πληγές στην Ιβηρική και που οι συνταγματάρχες προσπάθησαν και ευτυχώς δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν: αμερικανικά επενδυτικά τράστ, διευκόλυνση μικροεπιχειρηματικότητας με θαλασσοδάνεια, μετατροπή ανειδίκευτων κατοίκων της περιφέρειας σε τουριστικούς επιχειρηματίες ευκαιρίας, ασύστολη καταστροφή του περιβάλλοντος για την κατασκευή ξενοδοχειακών τερατουργημάτων.
Σωστά επισημαίνει σε κάποιο σημείο ο Ελευθεράτος ότι το νεοφιλελεύθερο πείραμα του Φρίντμαν στην Χιλή του Πινοσέτ είχε βρει την πρώτη ευρωπαϊκή εφαρμογή του στην Ελλάδα. Η διαφορά ίσως είναι στην «ποιότητα» των «επενδυτών» αφού στην ελληνική περίπτωση εκτός από τους εφοπλιστικούς κύκλους (Λάτσης, Ωνάσης, Νιάρχος, Ανδρεάδης κ.α.) και το ντόπιο βιομηχανικό κύκλωμα, δεν δραστηριοποιήθηκε «σοβαρό» αλλοδαπό κεφάλαιο όπως στην οικονομικά πιο ενδιαφέρουσα Χιλή. Το εφοπλιστικό και βιομηχανικό κεφάλαιο, ο τομέας του τουρισμού και της οικοδομής αλλά και μια σειρά άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων γνωρίζουν τις ευεργετικές προνομίες των Αναγκαστικών νόμων. Κοντά σε αυτούς δίνεται χώρος σε πραγματικά «λαμόγια» να πλουτίσουν πουλώντας αέρα (όπως η περίφημη Λίττον) ή να στραγγαλίσουν την αγροτική παραγωγή (όπως η περίπτωση της Νεστλέ στην Ημαθία). Ο Κόλλιας το πανηγυρίζει ότι από την πρώτη στιγμή καταργήθηκαν τα συνδικαλιστικά εμπόδια καθιστώντας πιο ευέλικτες τις επενδύσεις. Ο Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος, ο αποτυχημένος ταμίας ελληνικής ταβέρνας στο Σικάγο αλλά ικανότατος πλαστογράφος πανεπιστημιακών τίτλων, υπουργός οικονομικών το διάστημα 1967-72 και πρωθυπουργός του Ιωαννίδη είναι πιο ξεκάθαρος στο βιβλίο του «Η μαρτυρία ενός πρωθυπουργού» (1993) όπου αναφέρει αναλυτικά τους νόμους-σκάνδαλα ως επιτεύγματα μιας πολιτικής ανοιχτών θυρών που είχε όλα τα χαρακτηριστικά του άκρατου νεοφιλελευθερισμού: απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος των κερδών των βιομηχανικών και μεταλλευτικών επιχειρήσεων, απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος των μερισμάτων εκ μετοχών εισηγμένων στο χρηματιστήριο, απαλλαγή των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων από δασμούς και φόρους των εισαγόμενων καυσίμων και λειτουργικών υλικών, φορολογικές απαλλαγές για την «διευκόλυνση» εγκατάστασης εμποροβιομηχανικών και ναυτιλιακών επιχειρήσεων. Οι φόροι που επιβάρυναν το λαό ανέρχονταν στο 91% επί του συνόλου των φορολογικών εσόδων του καθεστώτος. Κι ας έλεγε ο Ανδρουτσόπουλος ψευδώς ότι δεν επέβαλε κανέναν φόρο. Οι φόροι επί των επιχειρήσεων μειώθηκαν κατά 11% την περίοδο 1972 – 73, η φορολογική «μεταρρύθμιση» του 1968 μετέφερε το φορολογικό φορτίο στους ώμους των εργαζομένων, ενώ εγκρίθηκαν φοροαπαλλαγές 464 μεγάλων επιχειρήσεων μόνο το 1971. Επίσης, τα φορολογικά έσοδα από τις ναυτιλιακές εταιρείες μειώθηκαν από 109 εκατομμύρια δραχμές το 1968 σε 29 εκατομμύρια το 1972 (μείωση 73%!), περίοδος κατά την οποία ο ελληνικός στόλος αυξήθηκε κατά 16,7 εκατομμύρια τόνους.
Η Χούντα θα πλάσει επιπλέον το μύθο της αγαστής διαχείρισης και του μηδενικού εξωτερικού χρέους. Εκμεταλλευόμενη την δυναμική της ελληνικής οικονομίας από την προδικτατορική δεκαετία θα καταφέρει να καλύψει ως το 1971 τις τεράστιες σπατάλες της. Το δημόσιο χρέος αυξήθηκε από 38,7 δισεκατομμύρια δραχμές τον Δεκέμβρη του 1967 σε 87,5 δισεκατομμύρια δραχμές τον Ιανουάριο του 1973, ενώ το εμπορικό έλλειμμα το 1973 ήταν πέντε φορές μεγαλύτερο από αυτό του 1968. Οι προσωπικές καταθέσεις μειώθηκαν από 34,2 δισεκατομμύρια δραχμές το 1972 σε 19,6 δισεκατομμύρια δραχμές το 1973, ο δείκτης καταναλωτικών τιμών αυξήθηκε κατά 15,3% από το 1972 έως το 1973 και κατά 37,8% από τον Απρίλη του 1973 μέχρι τον Απρίλη του 1974, και μάλιστα σε τομείς όπως τα είδη πρώτης ανάγκης και η υγεία. Στα στατιστικά στοιχεία της εποχής διαπιστώνουμε πως η ανεργία επί Παπαδόπουλου δεν ξεπέρασε το 6%. Φυσικά τότε τεράστιο ποσοστό του ενεργού πληθυσμού είχε μεταναστεύσει και σύμφωνα με το Διονύση Ελευθεράτο, ο μισός αντρικός πληθυσμός από 20-40 ετών συνεισέφερε στην ελληνική οικονομία από το εξωτερικό Ο Ανδρουτσόπουλος που θα έρθει σε ρήξη με τον Παπαδόπουλο θα κατηγορήσει για τις εξελίξεις αυτές την απομάκρυνσή του και τη πολιτική Μαρκεζίνη που εφάρμοζε πολιτικές fast truck με αποτέλεσμα να χαθεί ο έλεγχος της οικονομίας. Ο φιλελεύθερος Ανδρουτσόπουος δηλαδή κατηγορούσε για …νεοφιλελευθερισμό τον Μαρκεζίνη.
Λίγες εβδοµάδες µετά την πτώση της χούντας, ο οικονοµολόγος Αδαµάντιος Πεπελάσης δηµοσιεύει άρθρο του (2.8.1974), στο οποίο κάνει λόγο για ξεπούληµα της Ελλάδας στα ξένα κεφάλαια από τους Συνταγµατάρχες: «Η ανάπτυξη της επταετίας είχε αντιλαϊκό χαρακτήρα. Η µεγάλη µάζα δηλαδή επωµίσθηκε το βάρος της ανάπτυξης, καρπώθηκε τα λιγότερα ωφελήµατα κι έφερε το κόστος των διάφορων αντιφατικών και συγκυριακών µέτρων για την προσπάθεια επαναφοράς της οικονοµίας σε σχετική σταθερότητα και ισορροπία. Ιδιαίτερα τα µέτρα των τελευταίων 12 µηνών ήταν εξοντωτικά για τα µικρά εισοδήµατα».
Διαβάζοντας τον επίλογο του Ελευθεράτου θυμήθηκα μια έντονη σύγκρουση με έναν φιλόλογο πριν αρκετά χρόνια όταν ως μαθητές Λυκείου γνωρίζαμε την δική μας πολιτική ωρίμανση μέσα από τις κινητοποιήσεις κατά του νόμου Κοντογιαννόπουλου, τότε που αναβαπτισμένοι στη Δεξιά φασίστες δολοφονούσαν τον Νίκο Τεμπονέρα. Σε μια συζήτηση άκουσα από τον καθηγητή μου με στόμφο το σοκαριστικό τότε για μένα: «Η γενιά του Πολυτεχνείου είναι η πιο ξεφτιλισμένη γενιά της μεταπολεμικής Ελλάδας». Πάνω σ’αυτή την γενίκευση, φασίζουσα όπως όλες οι γενικεύσεις, στηρίχθηκε όλα τα τελευταία είκοσι χρόνια μια προσπάθεια όχι μόνο να ξαναγραφεί το δημόσιο αφήγημα για τη Χούντα αλλά ταυτόχρονα να αποδομηθεί η σημασία της δημοκρατίας και των κοινωνικών αγώνων, να ξαναγραφεί εντέλει η ιστορία. Να δημιουργηθεί εντέλει μια δημόσια ιστορική συνείδηση στην οποία θα εξισώνεται η δημοκρατία του 1974-2015 με την προδιδακτορική φαυλοκρατία υιοθετώντας τα πιο αντιδραστικά συνθήματα της επταετίας και έτσι να παρερμηνεύει και να καλύπτει τη φύση του καπιταλιστικού συστήματος, του υπευθύνου για την τρέχουσα οικονομική κρίση. Ο Ελευθεράτος εντοπίζει με σαφήνεια την αναγκαιότητα του συστήματος να δαιμονοποιήσει την Μεταπολίτευση και μέσω αυτής να εξαφανίσει από την ιστορική συλλογική μνήμη την ριζοσπασιτική μεταπολιτευτική περίοδο κατά την οποία έμπρακτα κατοχυρώθηκαν εργατικές και κοινωνικές κατακτήσεις. Οι ωφελούμενοι από την ανάδειξη μιας «ξεπουλημένης γενιάς του Πολυτεχνείου» και μιας «άλλης θετικής εικόνας της Επτετίας» είναι οι ίδιοι που απεύχονται την πολιτική ριζοσπαστικοποίηση και την χειραφέτηση της ελληνικής κοινωνίας.
Τέλος, ως ιστορικός μπορώ να πω χωρίς περιστροφές ότι το βιβλίο του Ελευθεράτου είναι σαφώς μια υποδειγματική ιστορική μελέτη που έρχεται να καλύψει κενά και στην ίδια την ιστορική έρευνα που υποφέρει ακόμα από την αδυναμία πρόσβασης σε αυθεντικές αρχειακές πηγές της εποχής που μένουν σε μεγάλο βαθμό απρόσιτες.

Advertisements
Κλασσικό

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s