Παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Κόκκινου «Το Ολοκαύτωμα. Η διαχείριση της τραυματικής μνήμης «, εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2015 (Ιωάννινα,24/5/2015)

 Ο Γιώργος Κόκκινος στο παρόν βιβλίο ξαναπιάνει το νήμα της μελέτης της ιστορίας, του τραύματος και της μνήμης από εκεί που το άφησε στο προηγούμενο έργο του Η Σκουριά και το πυρ. Προσεγγίζοντας τη σχέση ιστορίας, τραύματος και μνήμης, εξειδικεύοντας αλλά και εμβαθύνοντας την προβληματική του στο κορυφαίο και μοναδικό παράδειγμα του Ολοκαυτώματος των Εβραίων της Ευρώπης. Το συγκεκριμένο παράδειγμα που αν και είναι αντιπροσωπευτικό για τη μεθοδολογική σύνθεση και άλλων μεγαλύτερων ζητημάτων της ιστορίας, αντιμετωπίζεται σε όλες τις διαστάσεις του ως ένα ξεχωριστό και μοναδικό ιστορικό γεγονός που ερμηνευτικά μόνο προσεγγίζεται αλλά με δυσκολία κατανοείται πλήρως. Και ίσως για το λόγο αυτό το τραύμα του και κυρίως η διαχείριση του τραύματος χρησιμοποιείται ως το επίκεντρο της μελέτης-μάχης που δίνει ο ιστορικός (και προσπαθεί να ερμηνεύσει ο συγγραφέας) με την ακραία εμπειρία του Ολοκαυτώματος. Ο Κόκκινος μελετάει διεξοδικά, με εξαντλητική – αλλά σε καμία περίπτωση κουραστική- παράθεση των διεπιστημονικών απόψεων για το θέμα, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το τραύμα μπορεί να επουλωθεί μέσω της αφήγησής του και της ιστορικοποίησής του. Και σ’αυτή τη διαδικασία εξετάζεται εκτός των άλλων, ο ρόλος της τέχνης- με την μορφή της λογοτεχνίας ή του κινηματογράφου- κυρίως ως μια λειτουργία αποτραυματοποίησης και αισθητικοποίησης. Παράλληλα τίθεται προς προβληματισμό η δυνατότητα ή η θεμιτότητα της αισθητικής αναπαράστασης του τραύματος ως ένας «συλλογικός ψυχαναλυτής» που χρησιμοποιεί σαν μέθοδο ανάλυσης την επικαιροποίηση, την αφηγηματοποίηση, την επεξεργασία και την διαρκή επανερμηνεία των τραυματικών ιστορικών γεγονότων.
Το βιβλίο του Κόκκινου είναι μια καταγραφή και μια ερμηνεία εκείνου που θα ονόμαζα «αναμέτρηση με το τραύμα του Ολοκαυτώματος». Έτσι, ενώ στο πρώτο μέρος παρουσιάζονται οι επίσημες πολιτικές μνήμης (αλλά και λήθης) χωρών-θυτών και χωρών-θυμάτων αλλά και οι «πολλαπλές, ασύμμετρες και ενίοτε αντιθετικές μνήμες», ο Κόκκινος συμπληρώνει προβληματισμούς που έχει διατυπώσει και ερευνήσει επιστημονικά στην μακρόχρονη έρευνά του, με αναφορές στην ζώσα πραγματικότητα συνδέοντας επί της ουσίας την διαμόρφωση της μεταπολεμικής συλλογικής μνήμης με την τρέχουσα αποτύπωση του τραύματος στη σφαίρα της Δημόσιας Ιστορίας. Και σε αυτό το πεδίο ο συγγραφέας δεν επιχειρεί την ανάδειξη μόνο των πολέμων της μνήμης αλλά ενσωματώνει την διάσταση του τραύματος του Ολοκαυτωματος που στοίχειωσε την μνήμη των μεταπολεμικών ευρωπαϊκών κοινωνιών. Το δεύτερο και θεωρητικότερο μέρος του βιβλίου προτείνει μια προσέγγιση της ιστορικής μοναδικότητας της ναζιστικής βιομηχανοποιημένης γενοκτονίας και της δημιουργίας του τραύματος του Ολοκαυτώματος στις ιστορικές, πολιτισμικές και ψυχαναλυτικές διαστάσεις του. Ταυτόχρονα, ο Κόκκινος συνομιλεί με μεγάλο μέρος της ξένης και της ελληνικής βιβλιογραφίας, και μελετά διεξοδικά την διαμόρφωση του διεπιστημονικού ερευνητικού πεδίου που ονομάζεται «Θεωρία του Ολοκαυτώματος».
Από αυτό το δεύτερο μέρος θα ήθελα να σταθώ ειδικά στην ερμηνεία που επιχειρεί της αισθητικοποίησης της τραυματικής μνήμης ως μια διαδικασία αποτραυματοποίησης μέσω της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου. Ο συγγραφέας μελετά την «δύσκολη» συμβίωση τραύματος και μνήμης στα πλαίσια της αναπαράστασής τους στην λεγόμενη Δημόσια Ιστορία. Ο κινηματογράφος, η λογοτεχνία, τα κόμικς, αλλά και άλλες μορφές αποτύπωσης και διάδοσης αυτής της «κάποιας ιδέας ιστορίας» κατά τον ΛεΓκόφ τίθενται υπό μελέτη με το ερώτημα της θεμιτότητας ή μη της αναπαράστασης του τραύματος του Ολοκαυτώματος. Αν και πολλοί επιζώντες του Ολοκαυτώματος, άνθρωποι που κατέγραψαν τις εμπειρίες τους αλλά στάθηκαν επικριτικοί απέναντι στην οπτικοποίηση ή δραματοποίηση της τραυματικής εμπειρίας, η αναπαράσταση του Ολοκαυτώματος αποτελεί μια σταθερή πηγή έμπνευσης για τους δημιουργούς και συμβάλλει –υπό εύλογες αισθητικές προϋποθέσεις- σε μια ανατροφοδότηση του προβληματισμού για την Ιστορία γενικότερα και για το παρόν ζήτημα ειδικότερα. Εξάλλου ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι εδώ και δεκαετίες η γνώση που λαμβάνει ο μέσος πολίτης για το Ολοκαύτωμα προέρχεται από την Δημόσια Ιστορία;
Θα περιοριστώ εδώ σε τρία βασικά ζητήματα που προκύπτουν από την μελέτη του βιβλίου και την ερμηνεία των απόψεων που ο συγγραφέας παραθέτει:
Α. αναφορικά με το αν μπορεί ο κινηματογράφος, η τηλεόραση ή η λογοτεχνία να αναπαραστήσει (και αναφέρομαι στην αναπαράσταση και όχι στην καταγραφή τεκμηρίων με την μορφή ιστορικού ντοκιμαντέρ ή βιογραφικών κειμένων έστω και με λογοτεχνική μορφή) το τραύμα. Οι διενέξεις γύρω από το θέμα υπήρξαν πολλές και σημαντικές. Η μετατροπή μιας εβραίας σε κομμάτι-γρανάζι του ναζιστικού μηχανισμού στην ταινία Κάπο του Ποντεκόρβο το 1961, η εβδομαδιαία επαφή με το τηλεοπτικό Ολοκαύτωμα στην Ευρώπη και την Αμερική στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ή η προβολή της Shoah του Κλώντ Λάνζμαν στην δεκαετία του ’80 έθεσαν το ερώτημα αν η κινηματογραφική γραφή ξεπερνά τα όρια της αναπαράστασης, αν η μετατροπή μιας τραγωδίας σε σήριαλ οδηγεί σε μια banalité του κακού για να επαναδιατυπώσω τον προβληματισμό της Χάνα Άρεντ όπως διατυπώθηκε την εποχή της δίκης του Άιχμαν . Ο δημόσιος διάλογος για την κινηματογραφική αναπαράσταση της φρίκης θα λάβει στη δεκαετία του 1990 ευρύτερες διαστάσεις τόσο με την περίφημη Λίστα του Σίντλερ του Σπίλμπεργκ όσο και με την Ζωή είναι ωραία του Μπενινι. Η συλλογική κάθαρση μέσω της χολλιγουντιανής γλώσσας και εικόνας που προτείνει ο Σπίλμπεργκ ή η κωμικοτραγική μεταφορά της στρατοπαιδικής εμπειρίας του Μπενίνι αποτέλεσαν πεδία έντονων δημόσιων αντιπαραθέσεων και επανατροφοδότησαν τον διάλογο για τη σχέση μνήμης, τραύματος και δημόσιας ιστορίας. Ο Κόκκινος σωστά διαβλέπει στην αντίδραση για την αισθητικοποίηση του Ολοκαυτώματος μια ατελή διαχείριση και επεξεργασία του τραύματος. Παραθέτω αντί άλλου σχολίου την άποψή του: «Έχω την γνώμη ότι, υπερβαίνοντας τις αποκλειστικές διαζεύξεις, οφείλουμε να αναζητούμε τους αρμόζοντες κάθε φορά τρόπους αναπαράστασης του τραυματικού και ακραίου στη Ιστορία, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την αισθητική του μετουσίωση, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη την ιδέα ότι κάθε τέτοια αναπαράσταση είναι εξ ορισμού ή προβληματική ή ανίερη ή μάταιη, καθότι αδύνατη». Το ερώτημα αν η οπτικοποίηση, αισθητικοποίηση μέσω του κινηματογράφου του Ολοκαυτώματος αφαιρεί την ιστορική μοναδικότητά του και τις τραγικές διαστάσεις του δεν μπορεί να απαντηθεί μονοσήμαντα. Ούτε είναι εύκολοι οι αφορισμοί. Ειδικά όταν η «μόνη» και «αξιόπιστη» αποτύπωση του Ολοκαυτώματος έχει ξεπεραστεί από την ίδια την πραγματικότητα της τέχνης. Το ερώτημα του νομπελίστα Ούγγρου συγγραφέα Ίμρε Κέρτες για την καταλληλότητα του σημειωτικού κώδικα για την αποτύπωση του Ολοκαυτώματος απασχολεί μόνο σε ένα θεωρητικό επίπεδο προβληματισμού. Όπως πάλι σωστά επαναδιατυπώνει ο Κόκκινος ακόμα και η προσφυγή σε αμφισβητήσιμες μορφές αποτύπωσης με χαρακτηριστικά που είδαμε π.χ. στην ταινία του Μπενίνι μπορούν να βοηθήσουν σε μια επιστροφή, σε μια επανεγγραφή στην ιστορική συνείδηση το Ολοκαύτωμα με τρόπους πιο αποτελεσματικούς, πιο εύληπτους απ’το ευρύ κοινό που πιθανώς να παρουσιάζει μια υπερέκθεση στους κοινούς κώδικες.
Β) αναφορικά με την δύναμη της φανταστικής εικόνας όπως αυτή αποδίδεται από την λογοτεχνική γραφή. Η λογοτεχνία ως κώδικας επικοινωνίας όταν αποδίδει το ζήτημα του ολοκαυτώματος, λειτουργεί ταυτόχρονα ως μια κιβωτός διάσωσης μιας διαθλασμένης και εν πολλοίς προσωπικής εικόνας της ιστορίας που την ίδια στιγμή διασώζει και κληροδοτεί την τραυματικότητα της εμπειρίας αλλά από την άλλη λόγω ακριβώς της μορφής της την μετασχηματίζει σε αισθητική απόλαυση. Ο φόβος επομένως μιας αισθητικοποίησης που θα στερεί από το ιστορικό γεγονός την ακριβη χωροχρονική του διάσταση προβάλει εκ νέου ως κίνδυνος. Όμως και σε αυτή την περίπτωση ο Κόκκινος διαπιστώνει-αποδεχόμενος και την οπτική του Χορχε Σεμπρούν-ότι οι λογοτεχνικοί κώδικες και η τέχνη γενικότερα μπορούν να διεισδύσουν δυναμικά στην ουσία των πραγμάτων και να μετουσιώσουν το τράυμα, την ώρα που ούτε ο καθημερινός λόγος, η σχολική εμπειρία ή ιστορική γραφή μπορούν να αναπαριστήσουν την αλήθεια της ναζιστικής βιομηχανοποιημένης εξόντωσης.
Γ) τέλος, αναφορικά με την τρομολαγνική διάσταση αναπαράστασης του Ολοκαυτώματος. Ο Κόκκινος αναλύει τις θεωρητικές προσεγγίσεις σε ένα ζήτημα που συνδέεται εμφανώς με τις προπολεμικές και μεταπολεμικές προσπάθειες ψυχολογικής ερμηνείας συνολικότερα του ναζιστικού φαινομένου και της μετατροπής των ανθρώπων σε μηχανές καταστροφής, μέσα από το παράδειγμα ανάλυσης του μυθιστορήματος του Τζόναθαν Λίτελ Ευμενίδες, που υπήρξε ένα παγκόσμιο best seller πριν 6-7 χρόνια. Ο Λιτελ επιλέγοντας ως ήρωα έναν ναζί αξιωματικό των SS, κομφορμιστή και αριβίστα, με παιδικά τραύματα και κυνική διάθεση, αποδίδεται σε μια περιγραφή της σαδομαζοχιστικής διάστασης της εθνικοσοσιαλιστικής ιδειολογίας. Ο φόβος και ο τρόμος αποδίδονται εξπρεσιονιστικά, τα βασανιστήρια και ο αφανισμός φλερτάρουν με μια διάσταση «πορνογραφικής» απεικόνισης της βίας που καθίσταται εντέλει όχι απλώς ενοχλητική για τον μέσο αναγνώστη αλλά αποκρουστική. Αφιλτράριστη και ωμή, η αποτύπωση της βίας δεν αποτελεί μια πρωτοτυπία του Λίτελ. Η αλήθεια είναι ότι στο επίπεδο της λογοτεχνίας με θέμα το Ολοκάυτωμα ήταν η πρώτη φορά μιας τόσο εμπορικά επιτυχημένης ηδονολατρικής προσέγγισης, που ανταποκρινόταν πλήρως με την αισθητική επικράτηση της βίας στην δημόσια σφαίρα τα τελευταία χρόνια. Η αποτύπωση της σαδομαζοχιστικής διάστασης του ναζισμού αλλά και της γοητείας που άσκησε αλλά κυρίως ασκεί σε ένα μέρος του κοινού η πορνογραφική απεικόνιση της ναζιστικής θηριωδίας απασχόλησε εκτενώς τον κινηματογράφο (κυρίως αυτόν των b-movies με τις περίφημες αμερικάνικες ή ιταλικές παραγωγές του είδους nazi spolation της δεκαετίας του ’70).
Η σταδιακή εγγραφή αυτής της τρομολαγνικής διάστασης στην «κουλτούρα του Ολοκαυτώματος» σε συνδυασμό με την αποδοχή και την κανονικοποίηση της «κουλτουρας της βίας» γενικότερα στις σύγχρονες κοινωνίες αποτελεί κατά την άποψή μου ένα ενδιαφέρον πεδίο που ανοίγει η μελέτη του Κόκκινου. Με άλλα λόγια νομίζω ότι το κοινό (λογοτεχνικό ή κινηματογραφικό ή και τα δύο) βρίσκεται μπροστά ακριβώς σ’αυτό που ο Γκάρυ Βάισμαν περιέγραψε ως μια εξοικείωση με την αναβίωση του τρόμου μέσω των τεχνών (λογοτεχνίας, κινηματογράφου, εικαστικών ή πλαστικών τεχνών) με το να δίνεται μια πρωτεύουσα σημασία στον τρόμο ως ειδοποιό γνώρισμα του ναζισμού και ως το βασικό στοιχείο ερμηνείας του προβλήματος. Σαν να ερμηνεύεται δηλαδή ο ναζισμός και ο παραγόμενος από αυτόν τρόμος ως μια αποκλειστικά ή μια κυρίως ψυχοσωματική απόκλιση της ανίας του αστικού βίου . Με τον τρόπο αυτό δεσμεύεται το συνολικό πλαίσιο της ιστορικής κατανόησης και υποβαθμίζονται οι πολιτικές, ιδεολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές παράμετροι που βοηθούν στην ερμηνεία της εμφάνισης τόσο του ναζισμού όσο και της βιομηχανοποιημένης εξόντωσης στα πλαίσια της καπιταλιστικής μήτρας γέννησής του.
Το βιβλίο του Γ.Κόκκινου απαιτεί την προσοχή του αναγνώστη και οδηγεί αναπόφευκτα στην περαιτέρω μελέτη. Το βιβλίο είναι ταυτόχρονα ερμηνευτική πρόταση και βιβλιογραφικός οδηγός. Αναλύοντας όρους όπως την τραυματική μνήμη και την μεταμνήμη, τις θεωρίες του Ολοκαυτώματος και του τραύματος, τις μορφές πρόσληψης της σχέσης τραύματος και ιστορικής σκέψης και τις διεργασίες ιστορικής από-τραυματοποίησης, ο Κόκκινος προτείνει ένα έργο σύνθετο και πολυεπίπεδο χωρίς να παραβλέπει την παιδαγωγική διάσταση που μπορεί να έχει το συγκεκριμένο ιστορικό παράδειγμα. Χάρη στο έργο του Γιώργου Κόκκινου μου δόθηκε –κι ας μου επιτραπεί μια προσωπική διάσταση στο τελικό αυτό σημείο – η δυνατότητα να εντοπίσω τις διαδρομές και τους συσχετισμούς μεταξύ διαχείρισης του τραύματος και δημόσιας ιστορίας, κι έτσι να αποσαφηνίσω αρκετούς από τους προβληματισμούς που θέτω στην μελέτη του φαινομένου της σχέσης δημόσιας ιστορίας, της λεγόμενης υποκουλτούρας και του ναζισμού που με απασχολεί ερευνητικά. Η ιστορία του Ολοκαυτώματος δεν έχει γραφτεί άπαξ. Τίθεται υπό έναν συνεχή επαναπροσδιορισμό και συνάδει με τις ανάγκες των κοινωνιών να ερμηνεύσουν το παρελθόν ανάλογα με τα νέα δεδομένα κάθε περιόδου. Η αναμέτρηση των ατόμων και των κοινωνιών με το τραυματικό παρελθόν του Ολοκαυτώματος είναι μια διαδικασία δύσκολη, επίπονη και προβληματική που όπως κάθε ψυχαναλυτική προσπάθεια φέρνει τις σύγχρονες κοινωνίες απέναντι όχι μόνο στα ανεπούλωτα τραύματά τους αλλά και στις αδυναμίες τους, στις επικίνδυνες ροπές τους και στην αναγκαιότητα μιας εν τέλει συνεχούς αναμέτρησης με τα φαντάσματα του παρελθόντος που είναι συνεχώς παρόντα.

Advertisements
Κλασσικό

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s