Β.Τζούκας, Το Φάντασμα του ναζισμού, (παρουσίαση στα Ιωάννινα, 15/3/2017)

17264149_1619649131397053_5252772703421241787_n

Το φάντασμα του ναζισμού έρχεται να συμπληρώσει λειτουργικά μια προηγούμενη προσπάθεια του καθηγητή Γ.Κοκκινου στο έργο του για το Ολοκαύτωμα όπου έκανε λόγο για την προσπάθεια αισθητικοποίησης και αποιστορικοποίησης του ναζιστικού φαινομένου μέσα από την κινηματογραφική και λογοτεχνική παραγωγή της μεταπολεμικής περιόδου. Ο Βαγγέλης Τζούκας καταφέρνει να μας δώσει μια μελέτη που κάνοντας χρήση εξαντλητικής βιβλιογραφίας, επιτρέπει στον αμύητο αναγνώστη να κατανοήσει ότι πέρα από την μελέτη του ιστορικού ναζισμού που έχει απασχολήσει τους ερευνητές, υπάρχει ένα έντονο, συνεχώς κλιμακούμενο ενδιαφέρον για την μελέτη των αναπαραστάσεων και των επιδράσεων του ναζισμού στην λογοτεχνία, το κινηματογράφο, την τηλεόραση, την μουσική κ.α. Επιπρόσθετα, ανατρέχει στα κείμενα εκείνα και τους συγγραφείς που επέδρασσαν καταλυτικά στην συγκρότηση της ναζιστικής ιδεολογίας και λειτούργησαν ως βάσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκαν εν πολλοίς πτυχές των θεωριών που αναπτύχθηκαν γύρω και σχετικά με το φαινόμενο. Η προσπάθεια αυτή αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον, καθώς δεν περιορίζεται σε μια επαναδιατύπωση των γνωστών θεωριών για τις ιδεολογικές ρίζες του εθνικοσοσιαλισμού. Ο συγγραφέας δεν πέφτει στην κοινότυπη παγίδα να ερμηνεύσει τον εθνικοσοσιαλισμό ως μια λογική συνέχεια των θεωριών του Τσάμπερλεν, του Νίτσε, του Γκομιπνώ. Αποφεύγει με αυτόν τον τρόπο και τις γενικεύσεις αλλά και την επανάληψη ακόμα και αδύναμων συνδέσεων. Αντίθετα κινούμενος σταθερά στον άξονα που χρησιμοποιεί σε ολόκληρη την μελέτη του δηλαδή στην ανάδειξη της παραδοξότητας και του ανορθολογισμού που περιβάλει από την γέννησή του τον ναζισμό, προσπαθεί από τα δύο πρώτα –εισαγωγικά- κεφάλαια να καταδείξει την σαγήνη του φαινομένου και την διάδρασή του με τις κατά καιρούς διατυπωμένες θεωρίες συνωμοσίας, με τον μυστικισμό και τον ψευδο-επιστημονισμό.

Ήδη από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης και των επαναστατικών κινημάτων που θα συγκλονίσουν την ευρωπαϊκή ήπειρο τον 19ο αιώνα, ο χώρος του αντι-Διαφωτισμού και της αντεπανάστασης επικαλέστηκε ως απάντηση στις εξελίξεις την ύπαρξη μιας παγκόσμιας συνωμοσίας που είχε αντικληρικά-αντιχριστιανικά χαρακτηριστικά και ελεγχόταν από τους Εβραίους, τον διαχρονικό αποδιαοπομπαίο τράγο. Οι επαναστάτες θα κατηγορηθούν  ως αντικληρικοί συνωμότες που μεταξύ άλλων  σχεδίαζαν την διάβρωση με κάθε τρόπο της εκκλησίας μέσω του προσηλυτισμού και μελών της καθολικής ιεραρχίας.  Σε αυτό το σχήμα  θα ενταχθούν σύντομα κατηγορίες για τον ρόλο και την δράση των μασόνων, για την ύπαρξη μιας συνωμοσίας σιωνιστικής για τον έλεγχο του κόσμου με βάση τα περίφημα πρωτόκολλα των σοφών της Σιών, ενώ μετά την ρωσική επανάσταση στον άξονα του κακού θα ενταχθούν και οι κομμουνιστικοί σχεδιασμοί. Σε αυτό το αμάλγαμα που συγκρότησε εν πολλοίς τον κυρίαρχο λόγο της αντίδρασης και της ριζοσπαστικής δεξιάς στις αρχές του 20ου αιώνα έρχονται και προστίθενται οι ψευδοεπιστημονικές χρήσεις του βιταλισμού και του κοινωνικού δαρβινισμού με σαφή στόχο την ενίσχυση με μια εγκυρότητα του παράδοξου αυτού σχήματος. Ο συγγραφέας όμως εδώ προχωράει παραπέρα από τις γνωστές στο ελληνικό κοινό μελέτες του Αντρέ Ταγκιέφ για τις θεωρίες συνωμοσίας και τα πρωτόκολλα των σοφών της Σιών. Εισάγει τον αναγνώστη στον καθόλα γοητευτικό και παράξενο κόσμο της ινδικής φιλοσοφίας και του μυστικισμού της Ανατολής, της βόρειας παράδοσης και των μύθων που επηρέασαν την οργάνωση διαφόρων ελιτίστικων εταιριών και ομάδων σκέψης, αναζήτησης και φιλοσοφικού ή μάλλον ψευδοφιλοσοφικού προβληματισμού στην προπολεμική Γερμανία και όχι μόνο. Και νομίζω ότι αυτό ειδικά το σημείο της έρευνας του Β.Τ. είναι ξεχωριστό και ιδιαιτέρως σημαντικό για να δούμε το νήμα που συνδέει την προπολεμική και την μεταπολεμική περίοδο που απασχολεί τα δύο επόμενα κεφάλαια της μελέτης. Ο συγγραφέας μας επιτρέπει να καταλάβουμε ότι η δυσκολία ακόμα και σήμερα να κατανοήσουμε την επιτυχία του ναζισμού να εδραιωθεί πολιτικά παρά τις κατά καιρούς εξαιρετικές ερευνητικές προσπάθειες πολλαπλής προσέγγισης του ιστορικού φαινομένου, γίνεται ακόμα μεγαλύτερη αν αντιληφθούμε ποιοι ήταν οι «θεωρητικοί» του ναζισμού και πώς στην ουσία ερμήνευαν τον κόσμο. Δεν αρκείται μόνο στην παρουσίαση του Χίτλερ και του έργου του «Ο Αγών μου», κάτι που εξάλλου απασχολεί έντονα την επιστημονική κοινότητα εκ νέου τα τελευταία χρόνια με την ελεύθερη από πνευματικά δικαιώματα κυκλοφορία του έργου του. Προχωράει σε μια συστηματική- όχι όμως και εξαντλητική πράγμα που θα χρειαζόταν πιθανός ακόμα μερικούς τόμους- αλλά ενδεικτική καταγραφή του ετερόκλητου κόσμου των μυστικιστών οπαδών του φυλετισμού και του εσωτερισμού που βρήκαν στον παράλογο κόσμο των ναζί τους πρόθυμους πολιτικούς εκφραστές των πλέον σχιζοφρενικών θεωριών: η κήλη γη, η εξωγήινη καταγωγή των υπερανθρώπων, η ευγονική κ.α.

Όλες αυτές οι θεωρίες θα παρέμεναν γραφικές και θα απασχολούσαν μόνο τηλεπωλητές- πρώην και νυν βουλευτές και πολιτευτές- κακομεταφρασμένων έργων ευρωπαίων και αμερικάνων «ειδικών» αν δεν μεσολαβούσε η τραγικότητα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου που δεν ήταν σε καμία περίπτωση κάτι το αστείο. Αν δεν μεσολαβούσε το ολοκαύτωμα, ο πόλεμος, οι καταστροφές και οι εκατόμβες των νεκρών θα μπορούσαμε σήμερα να συζητάμε επί ώρες για το παράλογο θέαμα που συναντούμε σε εκθέσεις βιβλίων και σε τηλεοπτικές εκπομπές να αναμιγνύονται οι αντισημιτικές κατηγορίες, με τις ψευδεπίγραφες κρυφορατσιστικές μελέτες, με τις θεωρίες για εξωγήινη ζωή αλλά και καταγωγή των Ελλήνων, τα ΟΥΦΟ με την μυστική υπερτεχνολογία των Ελλήνων κατά Σώρρα και όλα αυτά με τα κρυφά χειρόγραφα των μοναχών του Αγίου Όρους, τις προφητείες και τις μαγικές ιδιότητες της μοναστικής διατροφής. Και ίσως θα μπορούσαμε με σχετική ευκολία να καταλήξουμε σε κρίσεις για το πόσο ευκολόπιστες είναι οι σύγχρονες κοινωνίες και πόσο επιρρεπείς στην κατανάλωση προϊόντων μαζικής υποκουλτούρας.

Ο Τζούκας προσεγγίζει αυτήν ακριβώς την πτυχή του μεταπολεμικού ναζισμού με τρόπο επιστημονικό που δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνίες. Η αισθητικοποίηση του ναζισμού και η χρήση του ως ο καμβάς για την αναθεώρηση της ιστορίας  μέσω της εναλλακτικής ιστορίας ή της εναλλακτικής λογοτεχνίας τονίζεται με την παράθεση περισσότερο ή λιγότερο πετυχημένων έργων. Η ανάλυσή του δεν απορρίπτει την χρήση του ιστορικού παρελθόντος ως πηγή καλλιτεχνικής έκφρασης. Αντίθετα ξεχωρίζει τα έργα εκείνα που παρουσίασαν μια δυστοπική εξέλιξη της ιστορίας θέλοντας σαφώς να υπογραμμίσουν την δύναμη του φόβου από μια ενδεχόμενη επικράτηση του ναζισμού το 1945 και να επιχειρήσουν να αφυπνίσουν τις μεταπολεμικές κοινωνίες για τον κίνδυνο που ελοχεύει. Δίνει όμως προτεραιότητα σε εκείνα τα έργα (βιβλία, ταινίες, μουσική αλλά και βιντεοπαιχνίδια) που φλερτάρουν είτε με μια αποιδεολογικοποιημένη εικόνα του ναζισμού, είτε με την προβολή μιας -για πολλούς- γοητευτικής οπτικής του με σαφείς αναφορές στην σαγήνη της στολής, της επιβολής, του ανδρισμού, της σεξουαλικής διαστροφής ή την τρομολογανική αισθητική ταινιών με εξωγήινα γερμανικά ούφο ή ζόμπι ναζί. Ο συγγραφέας δεν παραβλέπει να ρίξει μια ματιά στην σχέση –αισθητική ή και πιο ουσιαστική- μουσικών συγκροτημάτων της new age, του χάρντ-ροκ και του χέβι-μέταλ με τον ναζισμό είτε απευθείας είτε εμμέσως μέσω των μυστικιστικών θεματικών των τραγουδιών τους και της χρήσης του μοτίβου Καλό/Κακό στις μουσικές προτάσεις τους. Κι εδώ όμως στέκεται προσεκτικός και δεν καταδικάζει τα μουσικά είδη. Κάνει τις αναγκαίες επιστημονικές προσεγγίσεις ξεφεύγοντας από την κλασική παγίδα δαιμονοποίησης τόσο της σύγχρονης μουσικής όσο και των επιλογών των νέων. Αυτή η προσεκτική προσέγγιση γίνεται και στην περίπτωση της παρουσίασης των βίντεοπαιχνιδιών που εμπνέονται από πραγματικές ή φανταστικές ιστορίες του ναζιστικού παρελθόντος.

Ξαναγυρίζω σε αυτό που ανέφερα στην αρχή και προσπαθώ να το συνδέσω με την προσωπική μου οπτική στο ζήτημα. Ο Τζούκας  έκανε μια αρχή μελετώντας ένα ζήτημα που θα θέλαμε πολλοί άλλοι να το προσεγγίσουμε. Πέρα όμως από το προσωπικό ενδιαφέρον, επιστημονικό ή μη, εμμονικό ή και διαστροφικό αν θέλετε, ευχαριστώ τον Βαγγέλη Τζούκα γιατί κοπίασε για να αποδείξει ότι η σαγήνη που άσκησε ο ναζισμός προπολεμικά τόσο σε στενούς κύκλους ανθρώπων όσο και στις μάζες υπήρξε ένα φαινόμενο με συνέχεια που σε πολλές περιπτώσεις ξεπέρασε την απέχθεια που προκάλεσε η πραγματικότητα της δεκαετίας του ’40 και απέκτησε μια δική του δυναμική και εξέλιξη. Το φάντασμα του ναζισμού πλανάται σήμερα όχι μόνο σε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο που εξετάζει τις πολιτικές και κοινωνικές συνιστώσες που το τρέφουν. Υπάρχει σαν αισθητικό πρότυπο, ως επιλογή –όχι κατά ανάγκη πάντα συνειδητή- διασκέδασης. Διαδίδεται εύκολα αλλά και δυσδιάκριτα χάρη στο διαδίκτυο και χάνεται , ενώ υπάρχει, σε ένα απερίγραπτο μωσαϊκό θεωριών συνωμοσίας και παράδοξων ερμηνειών της πραγματικότητας που επηρεάζουν αποφασιστικά ακόμα και τις πολιτικές επιλογές των πολιτών όπως απέδειξαν οι πρόσφατες αμερικανικές εκλογές. Που επηρεάζουν τις αναγνωστικές συνήθειες πολλών συμπατριωτών μας που αρέσκονται να καταναλώνουν θεωρίες συνωμοσίας, που αναζητούν λύσεις στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική κρίση στα Έψιλον, στα νεφελίμ και τα Ελοχίμ αλλά και στους υμνητές της Θούλης και του Τρίτου Ράιχ και στους αυτόκλητους σωτήρες επιχειρηματίες που ορκίζονται στο όνομα του Δία και «πουλούν μυστική υπερτεχνολογία στις ΗΠΑ». Και πώς έπειτα να μην υποστηρίζεις ότι μας ψεκάζουν!

 

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s