Η αποαποικιοποίηση και ο Ψυχρός Πόλεμος

 595f6152cd3a183bb91972b6

του Λάμπρου Φλιτούρη

 

Η πολεμική περίοδος 1939-1945 υπήρξε η αρχή του τέλους στον δρόμο προς την αποαποικιοποίηση. Η εκ νέου εμπλοκή σε μια πολεμική σύγκρουση μετά το 1918 σήμανε επί της ουσίας και το τέλος της πολιτικής της ιμπεριαλιστικής επέκτασης και σηματοδότησε την ουσιαστική χειραφέτηση των τοπικών ελίτ. Οι ευρωπαϊκές αποικιακές δυνάμεις εξήλθαν του πολέμου οικονομικά και πολιτικά καταρρακωμένες. Μέρα με τη μέρα γινόταν κατανοητό ότι ο ιμπεριαλισμός και ο αποικιοκρατικός ανταγωνισμός δεν μπορούσαν να αποτελούν κρατικές ή εθνικές επιλογές. Η  ναζιστική θηριωδία και η πολιτική των φυλετικών διακρίσεων είχαν τέτοια επίδραση που οι ως τότε φαντασιώσεις για την ανωτερότητα του ευρωπαϊκού πολιτισμού δεν μπορούσαν πλέον να είναι ανεκτές. Αποφασιστικό ρόλο στην τελική πορεία προς την κατάρρευση του αποικιακού μοντέλου διαδραμάτισε η νέα μορφή του μεταπολεμικού κόσμου. Σε άμεση συνάρτηση με τη μείωση του ειδικού ρόλου των χωρών της παλαιάς Ευρώπης ως παγκόσμιων δυνάμεων, η ανάδειξη των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ σε παγκόσμιες ηγεμονίες διευκόλυνε την ανεξαρτητοποίηση των αποικιών. Οι δύο υπερδυνάμεις εμφανίζουν κοινά χαρακτηριστικά στη διαμόρφωση της στάσης τους απέναντι στην αποικιοκρατία, όπως είναι λ.χ. η  ιδεολογική αντίθεση, η οποία ωστόσο πηγάζει από διαφορετικές αφετηρίες και ερμηνείες του φαινομένου. Ωστόσο, η διαχείριση της διαδικασίας αποαποικιοποίησης από τις δύο Υπερδυνάμεις  υπαγορεύεται από τα γεωστρατηγικά συμφέροντα της κάθε μίας. Αναγκασμένες να λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα των Ευρωπαίων συμμάχων και την κομμουνιστική εμπλοκή, οι ΗΠΑ θα κινηθούν διαφορετικά και πολυποίκιλα το διάστημα 1945-1960. Οι Σοβιετικοί, από την πλευρά τους, χρησιμοποίησαν με μεγαλύτερη σταθερότητα το χαρτί του αντιαποικιακού αγώνα και κατάφεραν να ενισχύσουν τις θέσεις τους σε διάφορες περιοχές του κόσμου.

 

Οι δύο Υπερδυνάμεις

Για τις ΗΠΑ η Νοτιοανατολική  Ασία θεωρήθηκε ζώνη αμερικανικών συμφερόντων. Η επιστροφή των Ευρωπαίων αποικιοκρατών θα περιέπλεκε τα πράγματα, ενώ αντίθετα η δημιουργία πολλών νέων κρατών θα έδινε τη δυνατότητα στο αμερικανικό κεφάλαιο να απλωθεί σε μια ήδη στρατιωτικά ελεγχόμενη περιοχή.  Παρά την αντιαποικιακή ρητορική, η Ουάσιγκτον στην πράξη δεν είχε απορρίψει παλιότερα τη δική της συμμετοχή στον αποικιακό ανταγωνισμό, όπως απέδειξε με τον αμερικανοοϊσπανικό πόλεμο του 1898 ή με τη στάση της στο ζήτημα ελέγχου της Κίνας. Μετά το 1945 θεωρούσε ότι η συνέχιση της ευρωπαϊκής κυριαρχίας στην Ασία και την Αφρική αποτελούσε ένα βαρίδιο. Κατά την περίοδο του πολέμου, ο Ρούζβελτ τάχθηκε κατά της αποικιοκρατίας κυρίως για να αποτρέψει τη σύμπραξη των αντιαποικιακών κινημάτων με τις δυνάμεις του Άξονα. Η αμερικανική ηγεσία υπό τον Τρούμαν και υπό τον Αϊζενχάουερ χρησιμοποίησε τη ρητορική της αποαποικιοποίησης με γνώμονα πρωτίστως τα γεωστρατηγικά της συμφέροντα. Η διασφάλιση των εθνικών δικαιωμάτων των λαών ήταν απαραίτητη για την εδραίωση του πλέγματος συμμαχιών που θεωρούσε αναγκαίο, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κομμουνιστική απειλή. Οι ΗΠΑ, φοβούμενες την επίδραση των μαρξιστικών ιδεών και της ΕΣΣΔ στα κινήματα του Τρίτου Κόσμου, έσπευσαν να προσεγγίσουν τους εθνικιστές ηγέτες τόσο στην Ινδονησία όσο και στις Φιλιππίνες.  Η σημαντική επίδραση των κομμουνιστών στην Ινδονησία ανάγκασε την Ουάσιγκτον να πιέσει τους Ολλανδούς για παραχώρηση ανεξαρτησίας στην περιοχή, προκειμένου να διατηρηθεί ο δυτικός έλεγχος. Την ίδια περίοδο, αναγνωρίζεται η ανεξαρτησία των Φιλιππίνων από τις ΗΠΑ αφού όμως πρώτα τέθηκε στο  περιθώριο το κομμουνιστικό κίνημα της περιοχής. Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της αμερικανικής πολιτικής στην Ασία έπαιξε η επικράτηση των κομμουνιστών στην Κίνα το 1949 και ο πόλεμος της Κορέας στις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Οι ΗΠΑ τάχθηκαν μεν υπέρ της ανεξαρτητοποίησης των βρετανικών αποικιών στην ινδική χερσόνησο ενίσχυσαν όμως πολιτικά και υλικά την προσπάθεια της Γαλλίας να διατηρήσει τον έλεγχο των αποικιών της στην Ινδοκίνα. Η αντικομμουνιστική υστερία που επικρατούσε στην αμερικανική κοινωνία καθιστούσε την επιλογή ενίσχυσης των Γάλλων αποικιοκρατών μονόδρομο για την αμερικανική διπλωματία, ειδικά μετά την εδραίωση του κομμουνιστικού αντάρτικου των Βιετμίνχ. Όταν τελικά η αποχώρηση των Γάλλων επιβλήθηκε ως μια λύση ανάγκης για τη σωτηρία της Ινδοκίνας από τον κομμουνισμό, οι ΗΠΑ θα εμπλακούν σε έναν δαπανηρό και αιματηρό αγώνα για τον έλεγχο της περιοχής, κάνοντας πλέον φανερό τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζαν τη μετααποικιακή εποχή.

Στην Μέση Ανατολή, οι ΗΠΑ συμπορεύθηκαν αρχικά με την πρόθεση της Βρετανίας να παραχωρήσει ανεξαρτησία στα αραβικά κράτη, αλλά προβληματίστηκαν  με τις επιλογές του Λονδίνου για το ζήτημα του Ισραήλ. Παράλληλα, η αντίθεσή της στην επιχείρηση του Σουέζ το 1956, παρόλο που αντιμετωπίστηκε από την αμερικανική κοινή γνώμη ως μια αντίθεση στην επιστροφή στο πνεύμα της αποικιοκρατίας, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ανεξάρτητα από τους ίδιους αντικομμουνιστικούς σχεδιασμούς που αναπτύχθηκαν στην Ασία. Η αμερικανική διπλωματία κατανοούσε ότι το αραβικό εθνικιστικό κίνημα δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί με όρους και τακτικές του 19ου αιώνα, καθώς ο κίνδυνος στροφής των εθνικιστών προς την ΕΣΣΔ και η επικράτηση ενός αντιδυτικού κλίματος στον  αραβικό κόσμο υπέσκαπταν τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή.

Η αποαποικιοποίηση της μαύρης Αφρικής έγινε δεκτή από τις ΗΠΑ με ακόμη μεγαλύτερη ανακούφιση. Ήταν ένα θέμα που έχαιρε σημαντικής κάλυψης από τον αμερικανικό Τύπο και θεωρείτο ως το τελευταίο στάδιο του αγώνα κατά της δουλείας. Οι ΗΠΑ υποστήριξαν την διαδικασία αποαποικιοποίησης, αφού διασφάλισαν ότι θα διατηρούνταν υπό δυτικό έλεγχο οι πλουτοπαραγωγικές πηγές της ηπείρου και αφού είχαν βεβαιωθεί ότι η μετααποικιακή εξάρτηση των νέων χωρών από τις παλιές μητροπόλεις δεν θα προκαλούσε τριγμούς στην ισορροπία συμφερόντων. Οι Αμερικανοί θεωρήθηκαν από τους Αφρικανούς ως  οι προστάτες της ανεξαρτησίας των νέων κρατών και οι φυσικοί πολέμιοι της αποικιοκρατίας, μια εικόνα που σε πολλές χώρες καλλιεργείται ακόμη και στις μέρες μας. Ωστόσο, η υποστήριξη των εθνικιστικών κινημάτων ήταν μάλλον ρητορική και στη συνέχεια σαφώς διπλωματική στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνώρισης της ανεξαρτησίας από τον ΟΗΕ. Οι ΗΠΑ δεν χρηματοδότησαν τον αντιαποικιακό αγώνα, ενώ βασικό μέλημα ήταν να αποτρέψουν την κομμουνιστική απειλή. Υπό αυτό το πρίσμα θα πρέπει να δούμε τη στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στα μαρξιστικά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα που εμφανίστηκαν κατά τη δεκαετία του ’60 και του ’70. Ο διπολισμός και η ανάγκη αποτροπής της σοβιετικής απειλής οδήγησαν τις ΗΠΑ να επιδείξουν ανοχή τόσο απέναντι στην Πορτογαλία, που συνέχισε να ελέγχει την Αγκόλα και τη Μοζαμβίκη και να αντιμετωπίζει βίαια τα φιλομαρξιστικά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα της περιοχής, όσο και απέναντι στο ρατσιστικό καθεστώς της Νοτίου Αφρικής, το οποίο συνέχιζε και μεταπολεμικά να κατέχει ως μια ιδιότυπη αποικία τη Ναμίμπια παρά τις αποφάσεις του ΟΗΕ.

Η στάση της ΕΣΣΔ καθοριζόταν μάλλον από πιο απλούς παράγοντες. Ιδεολογικά αντίθετος προς τον ιμπεριαλισμό, ο κομμουνισμός αντιμετώπιζε, σε θεωρητικό επίπεδο, με πλήρως αρνητικό τρόπο το αποικιακό φαινόμενο. Η ΕΣΣΔ υιοθέτησε αυτή την οπτική από την πρώτη στιγμή, αν και -όπως και στην περίπτωση των ΗΠΑ- η απόσταση ανάμεσα στη ρητορική και την πράξη αποδείχθηκε τεράστια.

Η ΕΣΣΔ στην Ασία χρησιμοποίησε το ζήτημα της αποαποικιοποίησης για να βελτιώσει τις θέσεις της και να αποκτήσει ερείσματα στα ηπειρωτικά εδάφη, καθώς ήταν φανερό ότι οι δρόμοι του Ειρηνικού ελέγχονταν πλήρως από τις ΗΠΑ.  Η υποστήριξη που έδειξε στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα στην Ινδοκίνα ήταν ενδεικτική της στάσης που τήρησε στις εξεγέρσεις κατά των αποικιοκρατών σε ολόκληρο τον κόσμο. Σε διπλωματικό επίπεδο στήριξε όλες τις προσπάθειες αναγνώρισης της ανεξαρτησίας από τη διεθνή κοινότητα, αλλά σε πολιτικοστρατιωτικό επίπεδο εμφανίστηκε πολύ προσεχτική, ώστε να μην έρθει σε ευθεία αντιπαράθεση με τη Δύση. Μόνο στην περίπτωση του πολέμου της Κορέας και στην πρώτη φάση του πολέμου της Ινδοκίνας η σοβιετική εμπλοκή υπήρξε πιο άμεση. Σε αυτές τις περιπτώσεις ήταν κυρίως η Κίνα εκείνη που είχε πιο ενεργό ρόλο. Η υποστήριξη των Σοβιετικών προς τα κομμουνιστικά αντάρτικα κινήματα στην Ινδονησία, τις Φιλιππίνες ή στην Κεϋλάνη δεν ήταν τέτοια που να καθορίσει τις εξελίξεις προς όφελός τους. Εξάλλου, όταν μετά το 1960 επήλθε ρήξη μεταξύ Κίνας και ΕΣΣΔ, τα κομμουνιστικά αντάρτικα της Ασίας κινήθηκαν ανάμεσα στις δύο κομμουνιστικές χώρες, αλλά αγωνιζόμενα πλέον ως ανεξάρτητα κράτη και όχι ως εξεγερμένες αποικίες. Στη Μέση Ανατολή, παρά τη διπλωματική υποστήριξη στα αραβικά εθνικιστικά κινήματα, η ενεργότερη σοβιετική εμπλοκή ήταν πιο προσεκτική, καθώς τα δυτικά συμφέροντα ήταν ισχυρά. Στην περίπτωση των γαλλικών κτήσεων στο Μαγκρέμπ, η Μόσχα στήριξε τα κινήματα αυτοδιάθεσης, αλλά χωρίς να εμπλακεί άμεσα, ώστε να μην πλήξει τις σχέσεις της με το Παρίσι. Στην περίπτωση της Αιγύπτου και της κρίσης του 1956 τα σοβιετικά συμφέροντα συνέπεσαν, ίσως για πρώτη φορά τόσο εμφανώς, με τα συμφέροντα των ΗΠΑ οδηγώντας σε μια άτυπη συνεργασία τις δύο υπερδυνάμεις.

Οι βρετανικές κτήσεις

Το ξήλωμα της βρετανικής αυτοκρατορίας  ξεκίνησε με την ανεξαρτητοποίηση της Ινδίας, καθώς ήταν φανερή η μεταπολεμική αδυναμία του Λονδίνου να διοικήσει μια τεράστια χώρα με έναν πληθυσμό που, αν και βαθιά διχασμένος από τις θρησκευτικές διαιρέσεις, ήταν έτοιμος να διεκδικήσει με κάθε κόστος την ελευθερία του. Η βρετανική απόφαση να αποδεσμευτεί από την περιοχή ήρθε και ως αποτέλεσμα της κυβερνητικής αλλαγής στη μητρόπολη. Η κυβέρνηση των Εργατικών μεθόδευσε μια γρήγορη απεμπλοκή, προκειμένου να ενισχύσει το κοινωνικό πρόγραμμα, που ήταν αναγκαίο για την ανασυγκρότηση του ταλαιπωρημένου από τον πόλεμο βρετανικού λαού.  Η αποστολή του τελευταίου Αντιβασιλιά  λόρδου Μάουντμπατεν να βρει έναν ειρηνικό τρόπο ανεξαρτητοποίησης ήταν αδύνατη, ειδικά ύστερα από μια αποικιακή πολιτική που βασίστηκε στο δόγμα «διαίρει» τις εθνότητες και βασίλευε. Παρά τις εκκλήσεις του Γκάντι για ειρηνική αποχώρηση, ο ανταγωνισμός των ινδουιστών και των μουσουλμάνων οδήγησε τελικά σε μια νέα χαρτογραφία της περιοχής, που στιγματίστηκε από μετακινήσεις εκατομμυρίων πληθυσμών και τη σφαγή χιλιάδων ανθρώπων. Τέσσερα κράτη προέκυψαν από την αποχώρηση των Βρετανών: η Ινδική Ομοσπονδία, το Δυτικό Πακιστάν και το Ανατολικό Πακιστάν (αρχικά σε μια κοινή κρατική οντότητα και από το 1970 το ανατολικό τμήμα ως ανεξάρτητο κράτος με το όνομα Μπαγκλαντές) και η Σρι Λάνκα. Χωρίς μεγάλα προβλήματα και κυρίως υπό τον φόβο διάδοσης της κομμουνιστικής επανάστασης από τη γειτονική Κίνα στην περιοχή, οι Βρετανοί παραχώρησαν την ανεξαρτησία στη Βιρμανία (1948) και στη Μαλαισία (1957). Οι βρετανικές εταιρείες φρόντισαν σε αυτές τις χώρες να διασφαλίσουν οικονομικά πλεονεκτήματα, αν και σύντομα υπερκεράστηκαν από αμερικανικά και ντόπια κεφάλαια.

Στην Αφρική η ανεξαρτητοποίηση των βρετανικών κτήσεων ξεκίνησε ύστερα από την εντατικοποίηση των απαιτήσεων των ηγετών των εθνικιστικών κομμάτων και την αλλαγή της πολιτικής από τους Εργατικούς μετά το 1945.  Το 1956 ανεξαρτητοποιήθηκε το Σουδάν  και η Γκάνα το 1957, ενώ ακολούθησαν ως το τέλος της δεκαετίας σχεδόν όλες οι βρετανικές κτήσεις. Βασικό χαρακτηριστικό της αφρικανικής περίπτωσης ήταν ότι όλες οι αποχωρήσεις έγιναν σχετικά ειρηνικά με εξαίρεση την Κένυα, όπου η παρουσία πολλών λευκών γαιοκτημόνων περιέπλεκε τα πράγματα και στην οποία αναπτύχθηκε το γνωστό αντιστασιακό κίνημα αυτοδιάθεσης Μάου-Μάου. Σε όλες τις χώρες οι Βρετανοί φρόντισαν τα οικονομικά τους συμφέροντα ενισχύοντας τους δεσμούς με τις ντόπιες ελίτ. Ωστόσο, η διαμόρφωση των συνόρων έγινε χωρίς καμία πρόβλεψη για την εθνολογική σύνθεση των κρατών. Αποτέλεσμα υπήρξε η συμβίωση πληθυσμών με μεγάλες εθνοτικές και θρησκευτικές αντιθέσεις και το ξέσπασμα πολλών πολεμικών συγκρούσεων με τραγικά αποτελέσματα.

Στη Μέση Ανατολή η ανεξαρτητοποίηση της Παλαιστίνης το 1946 προκάλεσε τις πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ Αράβων και Παλαιστινίων και τη δημιουργία δύο κρατών, της Ιορδανίας το 1946 και του Ισραήλ το 1948. Η ήττα των Βρετανών κατά την κρίση του Σουέζ και η εθνικοποίηση της διώρυγας από τον Νάσερ οδήγησε στην απόφαση για την παραχώρηση της ανεξαρτησίας σε περιοχές που άλλοτε η κατοχή τους είχε κομβική στρατηγική σημασία: Μάλτα (1964) και Υεμένη (1967). Στην αραβική χερσόνησο η απαγκίστρωση των Βρετανών θα ολοκληρωθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1970 με την αποχώρησή τους από το Κουβέιτ, το Κατάρ, το Μπαχρέιν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Η περίπτωση της Κύπρου ήταν πιο σύνθετη, καθώς η διεκδίκηση της ένωσης από την ελληνοκυπριακή κοινότητα οδήγησε στη δεκαετία του 1950 στην προώθηση από τη Βρετανία του τουρκοκυπριακού παράγοντα. Η ένοπλη δράση της ΕΟΚΑ προκάλεσε τη βίαιη καταστολή του απελευθερωτικού ελληνοκυπριακού κινήματος. Μόνο μετά την απώλεια του Σουέζ οι Βρετανοί αποφάσισαν να παραχωρήσουν την ανεξαρτησία στο νησί, αφού πρώτα διασφάλισαν τα συμφέροντά τους με τη διατήρηση των βάσεων στη Δεκέλεια και στο Ακρωτήρι. Και σε αυτή την περίπτωση η πολιτική του διαίρει και βασίλευε οδήγησε σε διχασμό του κυπριακού λαού.

Πιο καθυστερημένη υπήρξε η αποχώρηση της Βρετανίας από τις νησιωτικές κτήσεις της Ωκεανίας και της Καραϊβικής. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα νέα κράτη παρέμειναν στην Βρετανική Κοινοπολιτεία, ενώ διατηρήθηκαν ειδικά οικονομικά προνόμια για βρετανικές εταιρείες (κυρίως ναυτιλιακές) και για τράπεζες. Τέλος, το Χονγκ Κονγκ επιστράφηκε στην Κίνα το 1997, αφού προηγουμένως διασφαλίστηκαν τα δυτικά επιχειρηματικά συμφέροντα.

 

Η γαλλική περίπτωση

Η Γαλλία, αν και τυπικά εξήλθε νικήτρια από τον πόλεμο, επί της ουσίας η οικονομική της αποδυνάμωση και η μείωση του ειδικού βάρους που είχε πλέον στη νέα διπολική διεθνή σκηνή ήταν παράγοντες που δεν επέτρεπαν ιδιαίτερη αισιοδοξία για το μέλλον της άλλοτε κραταιάς αυτοκρατορίας.  Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου οι βορειοαφρικανικές αποικίες, οι κτήσεις στη Μέση Ανατολή και η Γαλλική Ινδοκίνα αποτέλεσαν αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης τόσο μεταξύ των εμπολέμων όσο και μεταξύ των Ελεύθερων Γάλλων του στρατηγού Ντε Γκωλ και των πιστών στην κυβέρνηση του Βισί δυνάμεων. Με εξαίρεση τη γαλλική διοίκηση της Ινδοκίνας, οι υπόλοιπες γαλλικές κτήσεις συντάχθηκαν με τους Συμμάχους. Η εικόνα ωστόσο της Γαλλίας δέχθηκε ανεπανόρθωτα πλήγματα και οι Σύμμαχοι αντιμετώπιζαν με δυσπιστία την ικανότητα των Γάλλων να διατηρήσουν τον έλεγχο των αποικιών. Οι γηγενείς πληθυσμοί, από  την πλευρά τους, διαπίστωσαν ότι οι Γάλλοι δεν αποτελούσαν πλέον φόβητρο και η επιστροφή της γαλλικής διοίκησης δεν τους εμπόδιζε να κινηθούν πιο δυναμικά με στόχο την ανεξαρτησία. Η στρατιωτική αποδυνάμωση ήταν εμφανής, όπως και η αδυναμία επιβολής της πολιτικής βούλησης της μητρόπολης στις αποικίες. Το πολιτικό σύστημα εξάλλου της Γαλλίας αποδείχθηκε εξαιρετικά ανώριμο να προσαρμοστεί στις νέες μεταπολεμικές συνθήκες. Κατά τα τελευταία έτη του πολέμου ο Ντε Γκωλ επεδίωξε να ρυθμίσει τη μεταπολεμική πραγματικότητα αναφορικά με το ζήτημα των αποικιών μέσω της δημιουργίας μιας Γαλλικής Ένωσης (Union Française), ενός οργανισμού κατά τα πρότυπα της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, που είχε ως στόχο την οργάνωση των αποικιακών κτήσεων σε μια νέα μορφή σχέσης με τη μητρόπολη. Το σχέδιο της Γαλλικής Ένωσης, όμως, στην πράξη απέτυχε , καθώς απέρριψε την πιθανότητα παραχώρησης αυτοδιοίκησης ή ανεξαρτησίας στις αποικίες.

Στην Ινδοκίνα κατά τη διάρκεια του Πολέμου είχε αναπτυχθεί ήδη ένα σοβαρό αντιαποικιακό κομμουνιστικό αντιστασιακό κίνημα, που στρεφόταν ενάντια στους παλιούς και νέους αποικιοκράτες (Γάλλους και Ιάπωνες). Μετά την αποχώρηση των Ιαπώνων, οι αντάρτες του Χο Τσι Μινχ με τη βοήθεια της Κίνας ανακήρυξαν την ανεξαρτησία του Βιετνάμ. Το 1945 οι γαλλικές δυνάμεις επέστρεψαν στη χερσόνησο και ύστερα από μια σειρά στρατιωτικών επιχειρήσεων κατάφεραν να αποκτήσουν τον έλεγχο της Καμπότζης, του Λάος και της περιοχής του Νοτίου Βιετνάμ. Σύντομα οι Γάλλοι  έπαιξαν το παιχνίδι του αντικομμουνισμού και των τοπικών και θρησκευτικών διαφορών των πληθυσμών της περιοχής. Προσφέροντας τίτλους και αξιώματα σε μέλη της τοπικής αριστοκρατίας και της καθολικής μειονότητας, υπερτονίζοντας τον μαρξιστικό χαρακτήρα του αντάρτικου και βασιζόμενοι στις εθνοτικές διαφορές, ακύρωσαν τις συμφωνίες του 1946 που προέβλεπαν ένα αυτόνομο Βιετνάμ στο πλαίσιο της Γαλλικής Ένωσης. Τον Δεκέμβριο του 1946 ο πρώτος πόλεμος του Βιετνάμ ξέσπασε και κράτησε ως το 1954.  Με τον πόλεμο να στοιχίζει καθημερινά εκατομμύρια φράγκα στη γαλλική οικονομία, το Παρίσι αναζήτησε και βρήκε στρατιωτική βοήθεια στις ΗΠΑ, οι οποίες συνέδραμαν  τους Γάλλους υλικοτεχνικά.  Η προσπάθεια, όμως, θα αποβεί μάταιη.  Η συντριπτική ήττα των Γάλλων στο Ντιεν Μπιεν Φου το 1954 και η αλλαγή πολιτικής στο Παρίσι άνοιξαν  τελικά τον δρόμο για τις συμφωνίες της Γενεύης, που έθεσαν τέλος στη γαλλική κυριαρχία στην περιοχή. Όχι όμως και στον πόλεμο του Βιετνάμ.

Η αποχώρηση των Γάλλων από την Αφρική ήταν περισσότερο επώδυνη, καθώς η εγγύτητα με τη μητρόπολη είχε οδηγήσει χιλιάδες Γάλλους να εγκατασταθούν στην μεσογειακή ακτή ήδη από τον 19ο αι..  Στην Αλγερία κατοικούσαν πάνω από 1 εκατ. Ευρωπαίοι αλλά η συμβίωση ήταν εξαιρετικά δύσκολη με τον πλειοψηφούν μουσουλμανικό στοιχείο.  Τα αιτήματα για παραχώρησή  ανεξαρτησίας γίνονται πιο οργανωμένα από το 1945 και μετά. Οι οπαδοί της ανεξαρτησίας, με την εμπειρία που είχαν αρκετοί από τη  συμμετοχή τους στον πόλεμο, μέσα από πολλές διαδικασίες,  συγκρότησαν το Ενιαίο Απελευθερωτικό Μέτωπο (FLN). Η πρώτη εξέγερση του 1945 καταπνίγηκε στο αίμα από τον γαλλικό στρατό με θύματα πάνω από 50.000 άτομα, γεγονός που προκάλεσε την οργάνωση ενός δυναμικού αντιαποικιακού ρεύματος στη μητρόπολη με την πρωτοβουλία του γαλλικού Κ.Κ. που τήρησε μια σταθερή πολιτική υπέρ της ανεξαρτησίας. Η ένοπλη φάση του αγώνα ξεκίνησε το 1954 και μεταφέρθηκε εντός και εκτός Αλγερίας, ενώ έλαβε και διεθνείς διαστάσεις με την εμπλοκή αραβικών χωρών, της Γιουγκοσλαβίας και της Τσεχοσλοβακίας που τροφοδοτούσαν με όπλα το FLN. Η συνέχιση του πολέμου δημιουργούσε ανυπέρβλητα οικονομικά και διεθνή διπλωματικά προβλήματα και ο διχασμός της γαλλικής κοινωνίας έφθασε σε τέτοιο σημείο που ο κίνδυνος εμφυλίου πολέμου έγινε πολύ πιθανός. Οι πιέσεις από τους Ευρωπαίους της Αλγερίας, από μέρος του στρατού και από τη γαλλική Δεξιά για διατήρηση της γαλλική κυριαρχίας ανέστειλαν τις όποιες ειρηνευτικές πρωτοβουλίες. Το 1958 η κατάσταση ανάγκασε τους Γάλλους πολιτικούς να προσφύγουν εκ νέου στον Ντε Γκωλ. Η παραχώρηση έκτακτων εξουσιών και η ουσιαστική μεταπολίτευση επέτρεψε στον Γάλλο ηγέτη να προωθήσει εν μέσω πολλών δυσκολιών, κατηγοριών για προδοσία και δολοφονικών απειλών ένα σχέδιο ανεξαρτησίας, που κατέληξε το 1962 στις συμφωνίες του Εβιάν και στην αποχώρηση των Γάλλων από τη χώρα. Η ανεξαρτησία συνοδεύθηκε από την έξοδο χιλιάδων Ευρωπαίων αλλά και Αράβων από την Αλγερία, οι οποίοι επέλεξαν ως νέα πατρίδα τη μητρόπολή. Αντίστοιχα προβλήματα δημιουργήθηκαν με τις ανεξαρτητοποιήσεις του Μαρόκο  και της Τυνησίας το 1956. Είχαν προηγηθεί ένοπλες εξεγέρσεις των ντόπιων υπό την επίδραση των αντιαποικιακών κηρυγμάτων κυρίως των σοσιαλιστικών χωρών. Στη Μαδαγασκάρη η εξέγερση του 1947 οδήγησε σε ένοπλη σύγκρουση με αρκετές χιλιάδες νεκρούς και μόνο το 1960 το νησί θα αποκτήσει την ανεξαρτησία του. Στην υποσαχάρεια Αφρική το ντόμινο της απελευθέρωσης ξεκίνησε το 1960, όταν έπειτα από μια περιοδεία του στις γαλλικές αποικίες ο Ντε Γκωλ διαπίστωσε ότι σε όλες τις χώρες το αίτημα για ανεξαρτησία ήταν έντονο. Μέσα σε λίγους μήνες ανεξαρτητοποιήθηκαν χωρίς εντάσεις όλες οι αποικίες στη Δυτική και Κεντρική Αφρική.  Η γαλλική αποχώρηση συνοδεύτηκε από την ανάδειξη στην εξουσία παλαιών συνεργατών των Γάλλων, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις η επίδραση των σοσιαλιστικών ιδεών οδήγησε στην ανάληψη της εξουσίας από φιλοσοβιετικά κόμματα (Σενεγάλη, Κονγκό). Οι εντάσεις ανάμεσα σε εθνοτικές ομάδες, οι διασυνοριακές διαφορές και η εδραίωση των γαλλικών στρατιωτικών και οικονομικών συμφερόντων στις πρώην αποικίες χαρακτηρίζουν την ιστορία των χωρών ως τις μέρες μας.

 

Οι άλλες  περιπτώσεις

 

Στις άλλες περιπτώσεις αποαποικιοποίησης κοινά χαρακτηριστικά υπήρξαν η ανάπτυξη εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων με έντονη την παρουσία των κομμουνιστών, η κατάρρευση των αποικιακών δομών εξαιτίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και η αδυναμία να αντισταθούν οι Ευρωπαίοι στο σαρωτικό κύμα αλλαγών του μεταπολεμικού κόσμου.  Οι ιταλικές αποικίες της Αφρικής και της Μεσογείου, όπως και οι  ιαπωνικές κτήσεις στη ΝΑ Ασία κατέρρευσαν με τη λήξη του πολέμου. Η ανεξαρτησία του Βελγικού Κονγκό (Ζαΐρ) υπήρξε ιδιαίτερη και δύσκολη. Η αναζήτηση νέων αγορών και ευκαιριών για το μεσοαστικό κεφάλαιο οδήγησε πολλούς Βέλγους και άλλους Ευρωπαίους στην εγκατάστασή τους στο Κονγκό μετά το 1945. Τα ορυχεία και οι φυτείες καφέ και φρούτων αποτέλεσαν τη βασική επιλογή των περισσοτέρων. Παρά το αντιαποικιακό κλίμα και τις πρώτες ανεξαρτησίες, οι Βέλγοι συνέχιζαν να συμπεριφέρονταν με αυταρχισμό. Όταν το 1959 θα εκδηλωθούν οι πρώτες αιματηρές εξεγέρσεις κατά των λευκών και υπό το βάρος των τεράστιων οικονομικών πόρων που απαιτούσε η διατήρηση ελέγχου της περιοχής, η βελγική κυβέρνηση αποφάσισε την άμεση αποχώρηση από τη χώρα. Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο δύσκολη για τους λευκούς, όταν μετά την ανεξαρτησία του 1960 η πρώτη κυβέρνηση του Κονγκό υπό τον μαρξιστή πρωθυπουργό Πατρίς Λουμούμπα εξέφρασε τη βούλησή της για εθνικοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας. Η καθοδηγούμενη από τις ΗΠΑ και τους Ευρωπαίους ανακήρυξη της αυτόνομης Δημοκρατίας της Κατάγκα υπό την προστασία Βέλγων αλεξιπτωτιστών βύθισε τη χώρα σε έναν εμφύλιο πόλεμο που έληξε το 1965 με την εξόντωση του Λουμούμπα και με την επανένωση της χώρας κάτω από τη στιβαρή ηγεσία του Μομπούτου, του πιστότερου συμμάχου της Δύσης στην περιοχή ως το τέλος του αιώνα. Στις άλλες δύο περιοχές που κατείχαν οι Βέλγοι, τη Ρουάντα και το Μπουρούντι, η λευκή διοίκηση θέλοντας να διατηρήσει τις θέσεις της χρησιμοποιούσε τις αντιθέσεις των δύο κυρίαρχων φυλών της περιοχής, των Χούτου και των Τούτσι. Οι Βέλγοι βασίζονταν στους Τούτσι, τους οποίους θεωρούσαν «ανώτερη φυλετικά ομάδα» από τους υπόλοιπους ιθαγενείς. Αυτή η διάκριση έμελλε να αποτελέσει τη βάση για τις αλλεπάλληλες διαφυλετικές συγκρούσεις που έλαβαν χώρα στην περιοχή επί πολλές δεκαετίες μέχρι την γενοκτονία της δεκαετίας του 1990. Η Ισπανία του Φράνκο, κοινωνικά διχασμένη και πολιτικά απομονωμένη, συμφώνησε το 1958 στην αποχώρηση από το ισπανικό Μαρόκο διατηρώντας τον έλεγχο μόνο των πόλεων Θέουτα και Μελίγια. Μετά τον θάνατο του Φράνκο το 1975 η Ισπανία αποχώρησε και από τη λεγόμενη Ισπανική Σαχάρα, κληροδοτώντας έναν πόλεμο στην περιοχή που σήμερα ονομάζεται  Δυτική Σαχάρα. Η Πορτογαλία ενεπλάκη σε αιματηρούς αποικιακούς πολέμους, καθώς  οι ανάγκες  της  μητρόπολης για πρώτες ύλες ήταν τεράστιες, ενώ ο αποικιακός στρατός χρησίμευε ως η διέξοδος για την απασχόληση της πορτογαλικής νεολαίας και ως ένα μέσο ενίσχυσης της δικτατορικής κυβέρνησης του Σαλαζαρ. Παρά τις  εξεγέρσεις  στο Πράσινο Ακρωτήρι, στη Γουινέα Μπισσάου, στην Αγκόλα και τη Μοζαμβίκη και την οικονομική αφαίμαξη που προκαλούσε η διατήρηση ενός πολυάριθμου αποικιακού στρατού, η κυβέρνηση σταθερά ηρνείτο την παραχώρηση ανεξαρτησίας. Μόνο μετά την «Επανάσταση των Γαρυφάλλων»  το 1974 και τον ενεργό ρόλο που διαδραμάτισαν οι δημοκράτες αξιωματικοί του αποικιακού στρατού οι Πορτογάλοι αποχώρησαν από τις τελευταίες κτήσεις τους.

Βιβλιογραφία

  • Λάμπρος Φλιτούρης, Αποικιακές αυτοκρατορίες. Η εξάπλωση της Ευρώπης στον κόσμο 16ος – 20ος αι., Ασίνη, Αθήνα 2015
  • Harry Magdoff, Αποικιοκρατία. Η ευρωπαϊκή επέκταση μετά το 1763, Μελάνι, Αθήνα, 2008.
  • John W. Young, Η Ευρώπη του ψυχρού πολέμου, 1945-1991 -πολιτική ιστορία, εκδ. Πατάκης, Αθήνα, 2004

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s