59957e33cd3a1867a7318929

«Η δεύτερη «έξοδος» και το ιδεολογικό της στίγμα. Κονγκό, Βολιβία. Η δολοφονία. Η δημιουργία ενός παγκόσμιου ειδώλου”

Λάμπρου Φλιτούρη

(επικ.καθ.Ιστορίας, Παν.Ιωαννίνων)

«Ο Che ήταν ο πιο ολοκληρωμένος άνθρωπος της εποχής μας», Jean-Paul Sartre

Η ζωή του Ερνέστο «Τσέ» Γκουεβάρα δεν μπορεί να ιδωθεί πέρα και έξω από τα ιστορικά, πολιτικά και κοινωνικά πλαίσια της εποχής κατά την οποία έζησε: διπολισμός, αποαποικιοποίηση, ανάδυση του «Τρίτου Κόσμου», επαναστάσεις, σοσιαλιστικές αναζητήσεις, αντι-ιμπεριαλιστική στράτευση κτλπ. Ομοίως δεν μπορούμε να παρακολουθήσουμε την πορεία ενός αυθεντικού επαναστάτη χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη ότι για τον Τσέ η επανάσταση δεν μπορούσε να επιτύχει αν περιοριζόταν σε ένα κράτος και αν δεν αποσκοπούσε στην ανατροπή των παγκόσμιων συσχετισμών με απώτερο στόχο την οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε ολόκληρη την υφήλιο. Για τον Τσέ η επικράτηση της επανάστασης στην Κούβα δεν ήταν το τέλος αλλά η αρχή μιας πορείας που αποσκοπούσε στην ουσιαστική ανεξαρτησία της αμερικανικής ηπείρου (και κυρίως του νότιου τμήματος) από τις αποικιακές και νέο-αποικιακές εξαρτήσεις του βορειοαμερικανικού κεφαλαίου και την απαλλαγή της από τις διεφθαρμένες ολιγαρχίες και τις ελίτ που  την λυμαίνονταν επί αιώνες ως τοποτηρητές των Η.Π.Α. [1]

Η ισορροπία ανάμεσα στον «ρεαλισμό» και την «ουτοπία» της επανάστασης

Η κυβερνητική εμπειρία του Γκουεβάρα σε παραγωγικούς τομείς της κουβανικής οικονομίας (Ινστιτούτο αγροτικής ανάπτυξης, Εθνική Τράπεζα, Υπουργείο Βιομηχανίας) δεν υπήρξε κατά γενική ομολογία επιτυχημένη για μια σειρά από λόγους που δεν είναι της παρούσης να αναλυθούν. Για τον Τσέ η ολοκλήρωση της επανάστασης δεν μπορούσε να περιοριστεί στα κρατικά οικονομικά προγράμματα ειδικά όταν μετά την κρίση του Κόλπου των Χοίρων, γινόταν φανερή η κλιμακούμενη εξάρτηση της Κούβας- πολιτική και οικονομική- από την ΕΣΣΔ. Η διαφοροποίηση στο οικονομικό πρόγραμμα της κουβανικής κυβέρνησης αντικατόπτριζε και έναν ευρύτερο προβληματισμό του Τσέ για τον μελλοντικό ρόλο της Αβάνας στην προώθηση της παγκόσμιας επανάστασης. Η πεποίθηση ότι η Κούβα θα έπρεπε να βρεθεί στην πρωτοπορία των διεθνών αγώνων για την ανατροπή της αποικιοκρατίας, του ιμπεριαλισμού και για την διάδοση του σοσιαλισμού ήταν κοινή στα περισσότερα μέλη της επανάστασης παρά τις διαφορετικές εκτιμήσεις για τον σοβιετικό ρόλο. Ο ίδιος ο Τσέ αντιλαμβανόταν την διάδοση της επανάστασης ως μια αποστολή στην οποία δεν χωρούσε καθυστέρηση και για το λόγο αυτό σε συμφωνία με τον Κάστρο ανέλαβε από το 1963 την διεθνή εκπροσώπηση της Κούβας και τις επαφές με τα επαναστατικά και αντιαποικιακά κινήματα στην Ασία και την Αφρική. Είναι η εποχή κατά την οποία η επαναστατική ρητορική του Τσέ έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την σοβιετική πολιτική του κατευνασμού γεγονός που έφερνε σε δύσκολη θέση τον Κάστρο. Οι σχέσεις των δύο ανδρών θα γνωρίσουν πολλές διακυμάνσεις αλλά δεν θα διακοπούν ποτέ. Οι σχεδιασμοί του Τσέ αλλά και οι γενικότερες αναλύσεις του για την σημασία της ένοπλης πάλης και για την μορφή και τους στόχους της επανάστασης τον έφερναν πιο κοντά στις απόψεις του Μάο.  Θεωρούσε δε ότι οι ιδέες του για τον διεθνή ρόλο της Κούβας ως το νέο πρότυπο της επανάστασης βρίσκονταν πιο κοντά στο κινεζικό μοντέλο, ενώ εξέταζε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο την αλγερινή εμπειρία όσο και τον τιτοϊκό δρόμο προς τον σοσιαλισμό. Από την άλλη πλευρά η κυβέρνηση της Αβάνας, παρά τις ουσιαστικές διαφορές που είχε από το σοβιετικό γραφειοκρατικό μοντέλο, ήταν υποχρεωμένη να επιλέξει την προστασία της Μόσχας απέναντι στην βορειοαμερικανική απειλή και να αναζητήσει διεξόδους από τον αποκλεισμό που είχαν επιβάλει στην Κούβα οι ΗΠΑ και οι πρόθυμες κυβερνήσεις της ηπείρου.  Υπό αυτή την έννοια ο Κάστρο, χωρίς να απορρίπτει την εξαγωγή της κουβανικής επανάστασης είτε στην Αμερική είτε στον υπόλοιπο Τρίτο Κόσμο, δεν επιθυμούσε ωστόσο να προβεί σε παρακινδυνευμένες επιχειρήσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν εμπλοκή στις διεθνείς σχέσεις της νεαρής επαναστατικής κυβέρνησης. Στο σημείο αυτό δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε ότι η Μόσχα μετά την κρίση των πυραύλων του 1962 αντιμετώπιζε με πολύ σκεπτικισμό την ανάδειξη του Κάστρο σε ηγετική φυσιογνωμία του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος και την επίδραση που ασκούσε τόσο ο ίδιος όσο και ο Τσέ στην ευρωπαϊκή Αριστερά. Επιπρόσθετα, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι ο Τσέ εκδήλωσε ανοιχτά την δυσαρέσκειά του για την αναδίπλωση του Χρουτσώφ κατά την πυραυλική κρίση.

Το διάστημα 1963-1965 ο Γκουεβάρα κινήθηκε εντός αυτών των δεδομένων προσπαθώντας να υποστηρίξει στα πλαίσια διεθνών οργανισμών και συναντήσεων τα αιτήματα των λαών που ζητούσαν την ελευθερία τους και πάντα ως επίσημος αντιπρόσωπος της Κούβας.  Παράλληλα Κουβανοί σε συνεργασία με ντόπιους επαναστάτες κατόρθωσαν να διεισδύσουν σε μια σειρά χώρες της Κεντρικής Αμερικής και της Καραϊβικής (Δομινικανή Δημοκρατία, Αϊτή, Νικαράγουα, Παναμάς), ενώ σε κουβανικό έδαφος θα οργανωθούν κέντρα εκπαίδευσης ανταρτών με στόχο την εξαγωγή της επανάστασης στην αμερικανική ήπειρο.   Στα τέλη του 1964 ο Τσέ προΐσταται της κουβανικής αντιπροσωπείας στην γενική συνέλευση του ΟΗΕ. Από το βήμα του οργανισμού σε μια περίφημη ομιλία του θα καταγγείλει τον ιμπεριαλισμό και τις ΗΠΑ, ενώ θα κάνει συγκεκριμένες αναφορές στην κατάσταση στο Βιετνάμ, στο Κογκό που είχε βυθιστεί σε έναν αιματηρό εμφύλιο, ακόμα και στην Κύπρο που γνώριζε την εποχή εκείνη τις ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Ο Τσέ θα ταχθεί ευθέως υπέρ της διεθνιστικής αλληλεγγύης προκαλώντας τον ενθουσιασμό σε όλους όσους αγωνίζονταν για την αυτοδιάθεση.  Τα επίσημα ταξίδια που θα πραγματοποιήσει το διάστημα αυτό –κυρίως εκείνα στην Κίνα και την ΕΣΣΔ- θα οδηγήσουν τον Τσέ σε αναθεώρηση της άποψης που είχε διαμορφώσει στην πρώτη διεθνή περιοδεία του το 1960-1961 σχετικά με το ρόλο της Μόσχας στο διεθνές επαναστατικό κίνημα.  Αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό την ιδεολογική και οικονομική χειραγώγηση που επιδιώκει η σοβιετική γραφειοκρατία στην Κούβα και δεν κρύβει τους φόβους του για την τελική υιοθέτηση από την Αβάνα του σοβιετικού μοντέλου κρατισμού. Ως τις αρχές του 1965 ο Κάστρο θα προσπαθήσει από την μια πλευρά να ανανεώσει την κομματική βάση με την ίδρυση ενός νέου Κομμουνιστικού Κόμματος (το παλιό περιθωριοποιημένο σταλινικό ΚΚ Κούβας είχε περιπέσει σε απαξίωση από την εποχή της επανάστασης) και από την άλλη θα δεσμευτεί ακόμα περισσότερο υλικά από την σοβιετική βοήθεια μην έχοντας ορατή εναλλακτική. Η αντίθεση του Τσέ σε αυτή την πορεία θα αποκρυσταλλωθεί άμεσα τον Φεβρουάριο του 1965 κατά τη διάρκεια της διεθνούς συνδιάσκεψης της Οργάνωσης αφρο-ασιατικής αλληλεγγύης στο Αλγέρι όπου δεν δίστασε να καταγγείλει ανοιχτά και την στάση της ΕΣΣΔ απέναντι στις προσπάθειες του Τρίτου Κόσμου για ανεξαρτησία: «Οι σοσιαλιστικές χώρες έχουν την ηθική υποχρέωση να διαλύσουν τη χειροπιαστή συνενοχή τους με τις εκμεταλλεύτριες χώρες της Δύσης». Η στάση του αυτή που έγινε αποδεκτή ευνοϊκά από πολλά κινήματα και οργανώσεις της Αριστεράς, θα πρέπει να ιδωθεί και στα πλαίσια της ευρύτερης κριτικής που ασκείται κατά την δεκαετία του 1960 στην σοβιετική γραφειοκρατία και στην διπλωματία της Μόσχας. Μια κριτική που προκάλεσε πολλές αντιδράσεις και στην ίδια την Κούβα. Στο εσωτερικό της κουβανικής επανάστασης οι απόψεις των γκεβαριστών θα συνεχίζουν να επηρεάζουν σημαντικά τις ιδεολογικές κατευθύνσεις τουλάχιστον ως το 1968.[2]

Η επιχείρηση στο Κογκό

Μετά την επιστροφή του από το Αλγέρι οι πιέσεις της Μόσχας προς τον Κάστρο για να περιοριστεί η δράση του Τσέ αυξήθηκαν. Στις 14 Μαρτίου 1965 ο Κάστρο και ο Τσέ θα απομονωθούν με σκοπό να συζητήσουν τόσο το μέλλον της επανάστασης όσο και για να ρυθμίσουν τις σχέσεις τους. Παρά την εκ των υστέρων φιλολογία οι δύο άντρες δεν ήρθαν σε ρήξη. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι δύο ηγέτες συγκρούστηκαν για τα πενιχρά αποτελέσματα της βιομηχανικής πολιτικής του  Τσέ ή για τις σχέσεις της Κούβας με την ΕΣΣΔ.  Στις  δύο μέρες που κράτησαν οι μεταξύ τους συζητήσεις συμφωνήσαν μεν ότι η διεθνής επανάσταση δεν μπορούσε να περιμένει αποδέχθηκαν δε ότι οι κινήσεις του Τσέ στο εξωτερικό θα έπρεπε να γίνουν με τρόπο τέτοιο που δεν θα εμπλεκόταν επίσημα η Κούβα για ευνόητους λόγους διπλωματικών ισορροπιών.  Αν ο Τσέ εγκατέλειψε την Κούβα το 1965 για την λεγόμενη «δεύτερη έξοδό» του δεν το έκανε παρασυρμένος από την αυτό-εικόνα του «ρομαντικού επαναστάτη» αλλά επειδή είχε κατανοήσει- όπως και ο Κάστρο- ότι οι ανάγκες εδραίωσης της επανάστασης στην Κούβα δεν ταυτίζονταν εκείνη την περίοδο με την ανάληψη εκ μέρους τη Αβάνας ενός ρόλου «ηγέτη» της παγκόσμιας επανάστασης. Τα επαναστατικά κινήματα όμως του Τρίτου Κόσμου δεν μπορούσαν να περιμένουν ή να εξαρτήσουν την εκδήλωσή τους από τις ισορροπίες του σοσιαλιστικού κόσμου. Η απόφαση του Τσέ να δοκιμάσει την εξαγωγή της επανάστασης στην Αφρική και πιο συγκεκριμένα στο Κογκό βρήκε την σύμφωνη γνώμη του Φιντέλ. Από τον Μάρτιο του 1965 ο Τσέ θα εξαφανιστεί προκαλώντας πάμπολλες υποθέσεις για το που είναι, ακόμα και για το αν ζει. Τον Απρίλιο του 1965 ο Κάστρο θα επιβεβαιώσει ότι ο Τσέ είναι ζωντανός και «βρίσκεται εκεί που είναι πιο χρήσιμος για την Επανάσταση». Κατά την διάρκεια ανακοίνωσης της ίδρυσης του νέου κομμουνιστικού κόμματος της Κούβας τον Οκτώβριο του 1965 θα αναγνώσει δημόσια επιστολή του Τσέ όπου ανέφερε χαρακτηριστικά: «Νιώθω πως έχω πια εκπληρώσει το μέρος εκείνο του χρέους μου που με έδενε με την κουβανική επανάσταση στο έδαφός της και σας αποχαιρετώ, εσένα, τους συντρόφους και το λαό σου που είναι πια και δικός μου. Παραιτούμαι επίσημα από τα καθήκοντά μου στην ηγεσία του κόμματος, από τη θέση του υπουργού, από το βαθμό του κομαντάτε, από την κουβανική υπηκοότητα. Καμιά νομική σχέση δεν με συνδέει με την Κούβα, μόνο δεσμοί άλλου είδους που δεν μπορούν να σπάσουν, όπως οι διορισμοί σε κάποιες θέσεις. Κοιτάζοντας τη ζωή μου ως τα τώρα, πιστεύω πως έχω δουλέψει με αρκετή τιμιότητα και αφοσίωση για την εδραίωση της επαναστατικής νίκης (…) Άλλες χώρες του κόσμου ζητάνε τη συμβολή των σεμνών μου προσπαθειών. Εγώ μπορώ να κάνω αυτό που εσένα δεν σου επιτρέπεται, λόγω των ευθυνών σου απέναντι στην Κούβα, και έφτασε η ώρα να αποχαιρετιστούμε».[3] Από τη στιγμή εκείνη η κουβανική επανάσταση αποκτά όπως αναφέρει ο Alain Joufroy δύο μορφές: την μορφή ενός παρόντος, που αναλύει την επανάσταση μιλώντας στον λαό άμεσα και καθημερινά (Κάστρο) και την μορφή ενός απόντος, που η μορφή του είναι όμως ποικιλοτρόπως παρούσα ως πηγή έμπνευσης και ως μια παράδοξη ενσάρκωση της συνέχισης ενός ρομαντικού αγώνα για την ολοκλήρωση της Επανάστασης (Γκουεβάρα).[4]

Ο Τσέ που είχε ήδη αναφερθεί δημόσια από το βήμα του ΟΗΕ στην ανάγκη απελευθέρωσης του Κογκό από την νέο-αποικιοκρατία, είχε παρακολουθήσει και είχε θαυμάσει- όπως και το σύνολο του προοδευτικού κόσμου της εποχής- την προσπάθεια του μαρξιστή πρωθυπουργού Πατρίς Λουμούμπα να εθνικοποιήσει τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της αφρικανικής χώρας. Η ανατροπή του Λουμούμπα, η σύλληψη και η εκτέλεσή του είχαν σοκάρει την παγκόσμια κοινότητα. Η χώρα είχε περάσει υπό τον έλεγχο του Μομπούτου και είχε στραφεί οριστικά προς την Δύση. Ωστόσο, στις ανατολικές επαρχίες είχε αναπτυχθεί ένα αντιδυτικό αντάρτικο κίνημα το οποίο δεν ήταν ούτε ενιαίο (υπήρχε φιλοσοβιετική, φιλοκινεζική και ανεξάρτητη φιλο-λουμουμπική ομάδα) ούτε και αποτελεσματικό. Απέναντί σε όλες αυτές τις αντάρτικες ομάδες εκτός από τον στρατό του Μομπούτου υπήρχαν Βέλγοι μισθοφόροι και Αμερικανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι. Ο Γκουεβάρα με μια μικρή ομάδα άλλων 13 κουβανών ανταρτών θα εισέλθει στο Κογκό στις 24 Απριλίου και θα προσπαθήσει να οργανώσει έναν αντάρτικο απελευθερωτικό στρατό. Επί έξι μήνες οι προσπάθειες του θα σκοντάφτουν στις διχογνωμίες των ηγετών των κογκολέζων ανταρτών, στις φυλετικές διαφορές, στην αδυναμία ανεφοδιασμού από τις φίλα προσκείμενες χώρες (Αίγυπτο, Αλγερία, Μάλι κ.α.) και στην έλλειψη ξεκάθαρου ιδεολογικού προσανατολισμού των ηγετών της αντιπολίτευσης.  Επιπρόσθετα, οι διεθνείς συσχετισμοί για μια ακόμα φορά  οδήγησαν σε απομόνωση τις επαναστατικές πρωτοβουλίες του Γκουεβάρα: η Κίνα βλέποντας την Αβάνα να στρέφεται όλο και περισσότερο προς την Μόσχα πίεσε τις ελεγχόμενες από αυτή κογκολέζικες ένοπλες ομάδες να ζητήσουν την αποχώρηση των Κουβανών. Ταυτόχρονα, η ίδια η ΕΣΣΔ δεν φαινόταν διατεθειμένη να ενισχύσει τις φιλο-λουμουμπικές ομάδες εναντίον του Μομπούτου ειδικά την ώρα που οι διπλωματικές της προσπάθειες αποσκοπούσαν στην ύφεση και δεν επιθυμούσε να δημιουργηθεί μια νέα εστία έντασης με τους Αμερικανούς.   Οι μισοί από τους αρχικούς συντρόφους του θα χαθούν στις μάχες με τον μισθοφορικό στρατό του Μομπούτου, ενώ οι μερικές δεκάδες των Κουβανών μαχητών που είχαν έρθει στο μεσοδιάστημα ουσιαστικά δεν θα λάβουν μέρος στις επιχειρήσεις περιοριζόμενοι στην εκπαίδευση των κογκολέζων ανταρτών. Το Φθινόπωρο του 1965 αποφασίστηκε η αποχώρηση από το Κογκό, ενώ ήδη ο Κάστρο σε επικοινωνία του με τον Τσέ τον είχε παρακινήσει να εγκαταλείψει την αφρικανική χώρα, καθώς διέβλεπε την αδυναμία εκδήλωσης μιας επιτυχημένης επανάστασης. Ο Τσέ απογοητευμένος θα περάσει το πρώτο εξάμηνο του 1966 στην Τανζανία όπου και θα αποτυπώσει τις εντυπώσεις του από το Κογκό στο περίφημο έργο του Pasajes de la Guerra Revolucionaria: Congo. Στο έργο αυτό δεν θα διστάσει να χαρακτηρίσει την αφρικανική εμπειρία ως την ιστορία μιας αποτυχίας. Αφήνοντας την Αφρική θα περάσει μεταμφιεσμένος στην Τσεχοσλοβακία και εκεί θα αποφασίσει να μεταφέρει την προσπάθειά του σε οικεία μέρη. Είχε σημάνει η ώρα της επιστροφής στην Λατινική Αμερική. Στην Αφρική η επαναστατική παρακαταθήκη του Τσέ θα λάβει μια διαφορετική μορφή, καθώς από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 και ειδικά μετά το τέλος της πορτογαλικής αποικιακής αυτοκρατορίας το 1974-1975, η Κούβα θα εμπλακεί ενεργά τόσο στα αντιαποικιακά κινήματα της Γουινέας-Μπισάου, της Αγκόλας και της Μοζαμβίκης όσο και στους εμφυλίους πολέμους που ξέσπασαν μετά την αποχώρηση των Πορτογάλων. [5]

Η αποτυχία στη Βολιβία και το τέλος του Τσέ

Ο Τσέ θα επιλέξει για την  νέα εξαγωγή της επανάστασης την Βολιβία θεωρώντας την φτωχότερη χώρα της Νότιας Αμερικής ως το κατάλληλο μέρος για την υλοποίηση της τακτικής του  foco δηλαδή της επαναστατικής εστίας που θα μεταδίδονταν με ευκολία στις γειτονικές χώρες.[6] Η Βολιβία βρίσκεται στο κέντρο μιας ευρύτερης ορεινής περιοχής που κατά τις εκτιμήσεις μπορούσε να  διευκολύνει το αντάρτικο, ενώ επειδή συνορεύει με το Περού, τη Βραζιλία, την Παραγουάη, την Αργεντινή και τη Χιλή η φλόγα της επανάστασης θα μπορούσε να μεταδοθεί παντού. Οι Άνδεις θα μπορούσαν να μετατραπούν σε μια νέα Σιέρρα Μαέστρα και οι φτωχοί ιθαγενείς θα αποτελούσαν έναν επαναστατικό στρατό που θα πυροδοτούσε την γενικευμένη εξέγερση στις ορεινές επαρχίες μιας ευρύτερης περιοχής έξω από τα σύνορα της Βολιβίας.  Επιπρόσθετα, το κοινωνικό μοντέλο και το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν διαφοροποιούσε την Βολιβία από τις γειτονικές χώρες. Το διάστημα 1952-1960 η χώρα γνώρισε τη διακυβέρνηση από μια προοδευτική χούντα που υποστηρίχθηκε από την κομμουνιστική αριστερά και προχώρησε σε μια σειρά εθνικοποιήσεων των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας αλλά και στην προώθηση προγραμμάτων αντιμετώπισης της φτώχειας. Μάρτυρας αυτής της προσπάθειας υπήρξε ο ίδιος ο Γκουεβάρα κατά το περίφημο ταξίδι του στη Νότια Αμερική στις αρχές της δεκαετίας του 1950.  Ωστόσο, από το 1960 μια αυταρχική δεξιά κυβέρνηση- με την υποστήριξη των ΗΠΑ- είχε επιβάλει μια πολιτική που εξυπηρετούσε τις ανάγκες των πολυεθνικών εταιριών. Ταυτόχρονα, το ΚΚ της Βολιβίας, πλήρως ελεγχόμενο από την Μόσχα, δεν κατόρθωσε να αναπτύξει δεσμούς με τους φτωχούς ιθαγενείς πληθυσμούς στους οποίους στόχευε κυρίως ο Τσέ για την οργάνωση των επαναστατικών πυρήνων. Μετά από ένα σύντομο και μυστικό διάστημα προετοιμασίας στην Κούβα (Ιούλιος-Οκτώβριος 1966), ο Τσέ θα φύγει για την Βολιβία τον Νοέμβριο του 1966.  Η προσπάθεια να προσεγγίσει το τοπικό ΚΚ θα αποτύχει και θα οδηγηθεί σε ρήξη με τον γ.γ. του Μάριο Μόνχε για την τακτική του ανταρτοπολέμου.  Η σύνθεση της πρώτης ομάδας των ανταρτών εξάλλου αποδείκνυε μια εξαιρετική ανομοιογένεια που δημιουργούσε εύλογα προβλήματα: 17 κουβανοί αξιωματικοί, 4 Περουβιανοί, 15 μέλη του ΚΚ Βολιβίας αλλά και 9 μέλη του μαοϊκού ΜΛ-ΚΚ Βολιβίας. Η μορφολογία του εδάφους δυσκόλευε τους αντάρτες που στην ουσία δεν είχαν καμία επαφή με τους ντόπιους πληθυσμούς οι οποίοι παρέμειναν αδρανείς υπό τον φόβο των αντιποίνων του στρατού. Η αποκοπή από τον ανεφοδιασμό σε συνδυασμό με την απόφαση του ΚΚ Βολιβίας να αποστασιοποιηθεί από την επιχείρηση του Τσέ και να καταγγείλει τη δράση του οδήγησαν σε περιθωριοποίηση του αντάρτικου και στην διακοπή των ούτως ή άλλως ασθενών επαφών με τους αστικούς πληθυσμούς. Τέλος, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε την αναδιοργάνωση του βολιβιανού στρατού από την CIA και την κλιμάκωση της δράσης του σε μια περίοδο που οι αντάρτες βρίσκονταν ακόμα στη φάση της αναγνώρισης του εδάφους.[7] Από τον Μάρτιο ως τον Οκτώβριο του 1967  οι αντάρτες προσπαθούσαν να επιβιώσουν κυνηγημένοι σε ένα αφιλόξενο έδαφος που στην ουσία δεν πληρούσε καμία από τις προϋποθέσεις επιτυχίας του αντάρτικου όπως τις είχε διατυπώσει ο Τσέ στο περίφημο «Εγχειρίδιο του ανταρτοπολέμου». Στις 20 Απριλίου δύο από τους πιο προβεβλημένους συντρόφους του Τσέ ο Γάλλος φιλόσοφος Regis Debray[8]  και ο Αργεντίνος επαναστάτης Ciro Bustos  συνελήφθησαν μαζί με τον Άγγλο δημοσιογράφο George Andrew Roth από τον στρατό. Η σύλληψη του Τσέ και των συντρόφων του μπορεί να αποδόθηκε σε προδοσία αλλά στην ουσία επρόκειτο για το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου από την ώρα που δεν κατέστη δυνατή η κινητοποίηση των ορεινών πληθυσμών. Στις 8 Οκτωβρίου 1967 ο αργεντίνος επαναστάτης τραυματισμένος θα συλληφθεί και την επομένη θα εκτελεστεί με συνοπτικές διαδικασίες κατόπιν άμεσης εντολής του δικτάτορα Μπαριέντος και με την παρουσία των πρακτόρων-συμβούλων της CIA. Έξι από τους συντρόφους του θα περιπλανηθούν για μήνες στα βουνά ώσπου θα καταφέρουν να περάσουν στη Χιλή όπου τους υποδέχθηκε ο τότε πρόεδρος της Γερουσίας Σαλβαντόρ Αλλιέντε.

Ως επίλογος για την επαναστατική διαδικασία στην Λατινική Αμερική οφείλουμε να σημειώσουμε ότι οι προσπάθειες που εκδηλώθηκαν τα επόμενα χρόνια για την οργάνωση αντάρτικων πυρήνων εμπνεύστηκαν από το παράδειγμα του Τσέ και των συντρόφων του. Αν και στη Βολιβία το αντάρτικο θα λάβει τέλος ουσιαστικά με αυτή την αποτυχημένη προσπάθεια, άλλες ένοπλες ομάδες θα δράσουν στις γειτονικές χώρες ως το 2000. Το «Φωτεινό μονοπάτι» και οι Τουπακαμάρο στο Περού, ο ELN και οι FARC στην Κολομβία, το Alfaro Vive στον Ισημερινό, οι αντάρτες πόλεων Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη, το Φαραμπούτο Μαρτί στο Ελ Σαλβαδόρ και πολλές ακόμα οργανώσεις θα προσπαθήσουν ανεπιτυχώς να εξάγουν την επιτυχία της κουβανικής επανάστασης δρώντας πλέον και στο όνομα του Τσέ. Μόνο οι Σαντινίστας στη Νικαράγουα θα καταφέρουν να καταλάβουν την εξουσία ανατρέποντας τον δικτάτορα Σομόζα αλλά και αυτοί δεν θα επιφέρουν ριζικές και μόνιμες επαναστατικές αλλαγές. Οι λόγοι της αποτυχίας των επαναστατικών κινημάτων μετά το 1967 στην Λατινική Αμερική δεν αποτελούν θέμα του παρόντος άρθρου. Αντίθετα θα ήταν αναγκαίο να σκιαγραφήσουμε την κληρονομιά του Τσέ τόσο ως μιας ξεχωριστής μορφής στο παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα όσο και ως διαχρονικό κοινωνικό σύμβολο.

Η παγκοσμιοποίηση της εικόνας του Επαναστάτη

Αν και ο Τσέ δολοφονήθηκε, ο αγώνας του έμεινε ζωντανός. Σε αυτό συνέβαλε αναμφισβήτητα τόσο η προσωπικότητά του όσο και η πορεία του που είχε σαφώς μεσσιανικά-χριστολογικά χαρακτηριστικά (αποστολή, προσφορά, θυσία). Σε μια ήπειρο όπου ο ρόλος της πίστης και η εικόνα του Εσταυρωμένου επηρέαζαν και εξακολουθούν να επηρεάζουν τους φτωχούς αγωνιζόμενους πληθυσμούς, η εικόνα του νεκρού Τσέ στο κρεβάτι να επιδεικνύεται από τους διώκτες του είχε μια επίδραση ανάλογη με εκείνη που είχε η περίφημη φωτογραφία  με τον μπερέ που είχε βγάλει ο Αλμπέρτο Κόρντα το 1960. Το νέο του θανάτου του πυροδότησε μια σειρά αντιδράσεων σε ολόκληρη την Λατινική Αμερική και δεν θα ήταν υπερβολικό να υποστηρίξουμε ότι έκτοτε ο Τσέ μετατρέπεται σε μια διαχρονική πηγή έμπνευσης των κινημάτων και των λαών της αμερικανικής ηπείρου ανεξάρτητα από τις όποιες διαφορές στο ιδεολογικό επίπεδο ή στην τακτική. Η ζωή και η θυσία του ενέπνευσαν μια πρώτη περίοδο πολιτιστικής παραγωγής (βιβλία, άρθρα, διαλέξεις, τραγούδια) που θα μπορούσαν να ενταχθούν στην νεανική επαναστατική μαζική κουλτούρα που ακολούθησε τον Μάη του 1968.  Σε σύντομο χρονικό διάστημα σε ολόκληρο τον κόσμο η εικόνα του νέου επαναστάτη με το βλέμμα προς το επαναστατικό μέλλον θα αποτελέσει το βασικό σύμβολο του ριζοσπαστικοποιημένου νεολαιίστικου κινήματος στην Δυτική Ευρώπη και των απελευθερωτικών κινημάτων σε Ανατολή και Δύση. Στην Ευρώπη, η πρώτη μαζική κυκλοφορία του κλασικού πορτρέτου του Τσέ έλαβε χώρα με την δημοσίευση στις 19 Ιουλίου 1967 ενός αφιερώματος του γνωστού γαλλικού περιοδικού Paris Match για το νοτιοαμερικανικό αντάρτικο, σε μια περίοδο που ήταν ακόμα άγνωστο που βρισκόταν ο Αργεντίνος επαναστάτης. Με τον θάνατό του η εικόνα του «ηρωικού αντάρτη» (Guerrillero heroico) θα αποτυπωθεί στα πρωτοσέλιδα ολόκληρου του κόσμου. Στην πρώτη μεγάλη εκδήλωση στη μνήμη του στην Αβάνα στις 18 Οκτωβρίου 1967 θα εμφανιστεί για πρώτη φορά μια τεράστια αφίσα του δολοφονημένου ηγέτη, ξεκινώντας μια σειρά δημόσιων απεικονίσεων του που συνέβαλαν στην μετατροπή του σε βασικό συνώνυμο της Επανάστασης, εν πολλοίς σε μεγαλύτερο βαθμό κι από τον ίδιο τον Φιντέλ Κάστρο.  Στην Ευρώπη οι φωτογραφικές αναπαραγωγές του δαιμόνιου Ιταλού εκδότη Τζιαντζιάκομο Φελτρινέλι θα αποτελέσουν τη βάση για την δημιουργία του πασίγνωστου πλέον νεανικού πόστερ (Ché Guevara-Hasta siempre) που μετά το 1970 πωλείται σε εκατομμύρια αντίτυπα και κοσμεί τα περισσότερα νεανικά και φοιτητικά δωμάτια.[9] Ως τα μέσα της δεκαετίας του 1970 θα δημιουργηθούν ακόμη και «γκεβαρικές» ομάδες και οργανώσεις στα πλαίσια της ριζοσπαστικής Αριστεράς που αν και δραστήριες εντέλει αποδείχθηκαν βραχύβιες.

Η σύγχρονη ανανέωση του ενδιαφέροντος για τον Τσέ δεν θα πρέπει να συγχέεται με την εμπορευματοποίηση του γνωστού πορτρέτου του Κόρντα που από τη δεκαετία του 1990 και μετά αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα pop σύμβολα. Όπως πολύ εύστοχα έχει αναφέρει ο γνωστός κουβανός συγγραφέας Edmundo Desnoes «η εικόνα του Τσέ μπορεί να τέθηκε κάποια στιγμή στο περιθώριο, να αγοράστηκε, να πουλήθηκε ή  να φορέθηκε σε ντεφιλέ μόδας, συνεχίζει όμως να αποτελεί μέρος του παγκόσμιου συστήματος του επαναστατικού αγώνα και μπορεί να ξαναβρεί ανά πάσα στιγμή την αυθεντική του σημασία».[10] Το ενδιαφέρον για την ζωή και τη δράση του Τσέ, για την σκέψη του και την ιδιαίτερη προσέγγιση της μαρξιστικής θεωρίας αλλά και για τις αναλύσεις της λατινοαμερικάνικης κοινωνίας επέστρεψε ως εύλογο από τη στιγμή που οι λαοί της Νοτίου Αμερικής υιοθέτησαν εναλλακτικές κυβερνητικές πολιτικές. Η ανάδειξη στην Βραζιλία, την Βολιβία, τον Ισημερινό, την Ουρουγουάη, την Αργεντινή, την Βενεζουέλα και τη Χιλή κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αι. κινημάτων με λιγότερη ή περισσότερη ευθεία αναφορά στον Τσέ (σε συμβολικό ή και ιδεολογικό-πολιτικό επίπεδο) είναι ενδεικτική της επίδρασης της γκεβαρικής σκέψης στον αγώνα κατά του νεοφιλελευθερισμού. Ταυτόχρονα, με τη διαμόρφωση ενός διεθνούς κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης και μιας εναλλακτικής πολιτιστικής πλατφόρμας ιδίως μεταξύ των νέων των δυτικών κοινωνιών, η επιστροφή του Τσέ είτε ως ενοποιητικό σύμβολο είτε ως ιδεολογικό σημείο αναφοράς είναι γεγονός. Η επιστροφή στον Τσέ σημαίνει κυρίως μια επιστροφή στις ιδέες και το θεωρητικό πλαίσιο του αγώνα του, στην ουσία δηλαδή των θεωριών του επαναστατικού μαρξισμού, του αντιδογματικού-ουμανιστικού μαρξισμού που χαρακτήρισε την δράση του. Θεωρίες που μόνο ως ξεπερασμένες δεν μπορούν να θεωρηθούν άσχετα αν πάνω σε ένα από τα πολυφορεμένα κάποτε t-shirt που υπάρχουν καταχωνιασμένα στην ντουλάπα μας η εικόνα με τον μπερέ και το αστέρι μπορεί λίγο να ξεθώριασε.

[1] E.Che Guevara, Textes militaires, Maspero, Παρίσι 1976, σ.159-160.

[2] Οι διαφοροποιήσεις μεταξύ της Μόσχας και της Αβάνας για την παγκόσμια επανάσταση θα γίνουν εμφανείς και τον Ιανουάριο του 1966, όταν στην κουβανική πρωτεύουσα έλαβε χώρα η περίφημη “Tricontinetale” δηλαδή η συνδιάσκεψη των επαναστατικών και απελευθερωτικών κινημάτων του Τρίτου Κόσμου. Η τελική διακήρυξη που έκανε λόγο για την οργάνωση «και άλλων Βιετνάμ» με στόχο την ολική ανατροπή του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού αποτέλεσε στην ουσία το έναυσμα για την νέα περιπέτεια του Τσέ στη Βολιβία. Παράλληλα όμως αποτέλεσε και το κομβικό σημείο για τον τρόπο με τον οποίο η Μόσχα θα αντιμετώπιζε πλέον τις μη ελεγχόμενες από την ίδια επαναστατικών πρωτοβουλιών. Βλ. Edouard Bailby, « A la Havane, une conférence des mouvements révolutionnaires », πρώτη δημ. Le Monde diplomatique (Ιανουάριος 1966), αναδημοσίευση Manière de voir 87 (6-7/2006), σ.42-43.

[3] Ερνέστο Τσέ Γκεβάρα, Κείμενα, μτφ. Xρ.Πάντζου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1988.

[4] Λίγα χρόνια αργότερα η διπλή αυτή αποτύπωση της κουβανικής επανάστασης θα οπτικοποιηθεί όταν μετά τον θάνατο του Τσέ, η εικόνα του θα περάσει στο πάνθεο της μυθολογίας του επαναστατικού αγώνα κοσμώντας πλέον κάθε γωνιά της Αβάνας. Βλ. Alain Jouffroy, « Che si », Opus international 3 (10/1967), σ.23.

[5] Peter Calvocoressi, Η διεθνής πολιτική μετά το 1945, τ.Β’, Τουρίκη, Αθήνα, σ.1006-1008.

[6] Jean- Marc Balencie- Arnaud de La Grange, Εξεγερμένοι κόσμοι. Αντάρτικα, μιλίτσιες, τρομοκρατικές ομάδες, μτφ.Μ.Μαλαφέκα, Τυπωθήτω-Γ.Δαρδανος, Αθήνα 2003, σ.161.

[7] Michel Foucher, « La mort de Che Guevara » στο Gérard Chaliand (επιμ.), Stratégies de la Guerilla, Gallimard, Παρίσι 1979, σ.291-307,

[8] Ο Debray όπως και οι άλλοι δύο συλληφθέντες κατηγορήθηκαν αργότερα ότι έδωσαν στις αρχές πληροφορίες που βοήθησαν στην τελική σύλληψη και εκτέλεση του Τσέ. Βλ. το έργο του Ricardo Rojo, Τσέ Γκουεβάρα, η ζωή και ο θάνατος ενός φίλου, Μπάιρον, Αθήνα 1983.  Ο ίδιος ο Debray το αρνήθηκε και περιέλαβε τις αναμνήσεις του στο βιβλίο Loués soient nos seigneurs, Gallimard, Παρίσι 1996.

[9] Βλ. για την ιστορία της εικόνας του Τσέ Frédéric Maguet, « Le portrait de Che Guevara », Gradhiva 11 (2010), σ.140-161.

[10] Από τον οδηγό της έκθεσης για τον Τσέ της Trisha Ziff,  Che Guevara: revolutionary and icon, Victoria and Albert museum, Λονδίνο 2006.

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s