images

 

«HK: Αναζητώντας τη χαμένη ταυτότητα»

Του Λάμπρου Φλιτούρη

 

Η ιστορία του βιβλίου «ΗΚ: Αναζητώντας τη χαμένη ταυτότητα. Ένα Εβραιόπουλο στη δίνη του Β’Παγκοσμίου Πολέμου» είναι ένα ταξίδι σε μια σκοτεινή δραματική εποχή, όπως την μεταφέρει η καταξιωμένη γαλλο-ισραηλινή συγγραφέας Σοσάνα Μπουκχομπζά.

Τα έργα για την τύχη των Εβραίων της Ευρώπης κατά τις δεκαετίες του 1930 και 1940 είναι πολλά. Άλλα ιστορικά, άλλα τεκμηρίωσης (ντοκουμέντα), άλλα βιογραφικά, άλλα μυθιστορήματα. Το βιβλίο, το οποίο μετέφρασε υποδειγματικά ο Γιώργος Ξενάριος και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Στερέωμα», έχει μια ιδιαιτερότητα. Δεν πρόκειται για τις αναμνήσεις του Γκύ Μπρεν που στην μεταπολεμική Γαλλία αναζητά τις ρίζες. Δεν πρόκειται για τις αναμνήσεις της βασανισμένης Έλεν Κάλμους. Είναι μια δουλειά τεκμηρίωσης που η Μπουκχομπζά έφερε εις πέρας και ένα αφήγημα που διαβάζεται με ενδιαφέρον και σε κάποια σημεία με έκδηλη την αγωνία. Είναι ένα αφήγημα όχι μόνο για την τύχη των Εβραιόπουλων που οι γονείς τους πίστεψαν σε μια καλύτερη ζωή και μετακόμισαν στη Γαλλία. Δεν αφορά μόνο την τύχη αυτών των παιδιών μετά την γαλλική συνθηκολόγηση τον Ιούνιο του 1940. Είναι ένα αφήγημα που θέτει εκ νέου ερωτήματα για την στάση των Ευρωπαίων συνολικά απέναντι στο ναζισμό, την στάση των Γάλλων απέναντι στις εξελίξεις στο εβραϊκό ζήτημα, την στάση των χριστιανών και της καθολικής εκκλησίας. Είναι ένα αφήγημα που αναζητά την «ταυτότητα» μιας εποχής που το να έχεις μία συγκεκριμένη ταυτότητα προδιέγραφε και το μέλλον σου.

Θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να είναι και ένα είδος ιστορίας μιας χαμένης γενιάς παιδιών που μεγάλωσαν αναγκαστικά σε συνθήκες που δεν επιθυμούσαν, προκειμένου να επιζήσουν. Τέλος, θα μπορούσε να είναι και μια συνοπτική ιστορία των Εβραίων της Γαλλίας. Σ’αυτό ειδικά το θέμα και ειδικά για την περίοδο 1940-1945 θα μπορούσαμε να επεκτείνουμε τον προβληματισμό μας.

Όταν στις 27 Σεπτεμβρίου 1791 η Γαλλική Επανάσταση αναγνώριζε το δικαίωμα του πολίτη σε όλους τους κατοίκους της χώρας χωρίς θρησκευτικές εξαιρέσεις, ξεκινούσε μια άλλη περίοδος για τους χιλιάδες Εβραίους της Γαλλίας. Ο 19ος αι. υπήρξε ο αιώνας της ενσωμάτωσης. Οικογένειες όπως οι Ρότσιλντ, οι Όφφενμπαχ κ.α. κατάφεραν να αναρριχηθούν στην κορυφή του επιχειρηματικού κόσμου της χώρας και της Ευρώπης. Ήταν μια περίοδος σχετικής κοινωνικής γαλήνης και ευημερίας, που ανάγκασε τον Γερμανό ποιητή Χάινριχ Χάιν να αναφερθεί- με έναν τόνο ζήλιας είναι η αλήθεια- στους Εβραίους «που ζουν ευτυχείς σαν θεοί στη Γαλλία». Αυτή η ευτυχία ωστόσο δεν ήταν ανέφελη. Ο 19ος αι. ήταν επίσης εκείνη η περίοδος που στιγματίστηκε από έναν πολιτικό αλλά και πνευματικό αντισημιτισμό μιας σπάνιας βιαιότητας. Αποκορύφωμά της υπήρξε η περίφημη υπόθεση Ντρέιφους, ενώ η τραγική του υλοποίηση πραγματοποιήθηκε από το καθεστώς του στρατάρχη Πετέν την περίοδο 1940-1945. Η συνεργασία του «Γαλλικού Κράτους» του Βισί με τους ναζί οδήγησε πάνω από 75.000 Εβραίους που ζούσαν στη Γαλλία πριν το 1939, στα στρατόπεδα θανάτου. Ο βαθμός της συνεργασίας των γαλλικών αρχών σ’αυτή την πορεία θανάτου σοκάρει ακόμα και σήμερα. Δείγμα της επιφανειακής ίσως αποδοχής από το σύνολο της γαλλικής κοινωνίας μιας πληθυσμιακής ομάδας (των Εβραίων) που έδειχνε να έχει ενσωματωθεί πληρέστερα από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Δυτικής Ευρώπης.

Η γνώση για το Ολοκαύτωμα θα έρθει μετά τον πόλεμο και την επιστημονική κοινότητα θα την αγγίξει ερευνητικά κυρίως μετά τη δεκαετία του 1980 για μια σειρά από λόγους. Η ζωή στα τέλη της δεκαετίας του 1940 ξαναπήρε τους γνωστούς ρυθμούς. Οι επιζώντες προσπάθησαν να σταθούν στα πόδια τους, οι οικογένειες να ξαναβρεθούν, οι ταυτότητες να ξαναδηλωθούν χωρίς φόβο. Η άφιξη περίπου 200.000 Εβραίων (1956-1967) από τη Βόρεια Αφρική δηλαδή μετά το τέλος των αντιαποικιακών πολέμων και την ανακήρυξη των ανεξαρτησιών του Μαρόκου, της Τυνησίας και της Αλγερίας, θα αλλάξει οριστικά τη φυσιογνωμία της γαλλικής εβραϊκής κοινότητας.

Κατά την περίοδο 1940-1943 το γαλλικό κράτος του Βισί υπήρξε ένα βαθιά αντιεπαναστατικό, αντιδραστικό κατασκεύασμα  που στοχοποίησε –μεταξύ άλλων- και τους Εβραίους. Δεν θα πρέπει ωστόσο να παραβλέπουμε και τους άλλους παράγοντες που συνέβαλαν την εποχή εκείνη στην πορεία που έλαβε το εβραϊκό ζήτημα στην Γαλλία: ο γερμανικός παράγοντας, η γαλλική γραφειοκρατία, οι πολιτικές και θρησκευτικές ελίτ, η ίδια η γαλλική κοινωνία. Από τις 22 Ιουλίου 1940 ένα από τα πρώτα μέτρα του Γαλλικού Κράτους ήταν η αναθεώρηση της απόδοσης υπηκοότητας στους ξένους που βρήκαν άσυλο στη Γαλλία μετά την επικράτηση των ναζί στη Γερμανία το 1933. Πρώτα θύματα υπήρξαν οι χριστιανικές και εβραϊκές οικογένειες γερμανικής και αυστριακής καταγωγής. Στην γερμανική ζώνη κατοχής στη Γαλλία απ’τον Σεπτέμβριο του 1940 μεταφέρθηκε στην ουσία το νομικό καθεστώς του Ράιχ και το οποίο βασιζόταν στους άξονες: καταγραφή, αποκλεισμός, δήμευση περιουσιών, απόδοση ειδικού ρόλου στις εβραϊκές θρησκευτικές αρχές. Περίπου 90.000 Γαλλοεβραίοι και άλλοι 65.000 ξένης υπηκοότητας θα καταγραφούν στη γερμανική ζώνη κατοχής μέσα σε λίγες εβδομάδες. Στις 3 Οκτωβρίου 1940 το καθεστώς του Βισί με ειδικό νόμο θα αναγνωρίσει ως ειδικό το status του Εβραίου, ενώ θα δεχθεί ότι οι ξένης υπηκοότητας Εβραίοι θα μπορούσαν να κρατηθούν σε ειδικά στρατόπεδα. Η ‘Τελική Λύση» αρχίζει να συστηματοποιείται στη Γαλλία πριν καν οι Γάλλοι συνειδητοποιήσουν τα νέα δεδομένα.  Το ίδιο και οι Εβραίοι της Γαλλίας που από το 1870 αναγνωρίζονταν ως ισότιμοι πολίτες, έχασαν τη γαλλική υπηκοότητα με την κατάργηση του σχετικού νόμου. Για το Βισί Εβραίοι ήταν : «όσων οι πρόγονοι ως τρίτη γενιά  ήταν εβραϊκής ράτσας ή οι πρόγονοι ως δεύτερη γενιά  και  οι σύζυγοι ήταν Εβραίοι». Ήταν Εβραίοι ακόμη και όσοι είχαν δηλώσει «άθεοι» αν οι πρόγονοί τους ήταν Εβραίοι. Άμεσα ξεκίνησε η «αριανοποίση» των περιουσιών δηλ. στην ουσία η κλοπή των εβραϊκών περιουσιών. Περίπου 3.500 δημόσιοι υπάλληλοι απολύθηκαν, ενώ μέσα σε έξι μήνες απαγορεύθηκε η άσκηση από τους Εβραίους του επαγγέλματος του δικηγόρου και του γιατρού. Σύμφωνα με τα κείμενα που κατατέθηκαν στη δίκη της Νυρεμβέργης από γαλλικής πλευράς, μια σειρά από νομοθετήματα (γαλλικά και γερμανικά) έθεσαν στο περιθώριο της κοινωνίας τους Εβραίους και δήμευσαν το σύνολο των περιουσιών τους ως το 1942. Μετά το έτος αυτό όλες οι κινήσεις είχαν σαν σκοπό τον εκτοπισμό και τον τελικό αφανισμό των Εβραίων. Η υποχρεωτική οργάνωση σε ένα κοινό νομικό σώμα των εβραίων δεν άφηνε περιθώρια διαφυγής. Ήταν μια αριστοτεχνικά δομημένη παγίδα: για να εξασφαλίσει ένας Εβραίος τα απαραίτητα προς το ζην έπρεπε να καταγραφεί. Μετά από αυτό ο εντοπισμός του ήταν θέμα χρόνου. Όπως και η σύλληψή του.

Την Άνοιξη και το Καλοκαίρι του 1941 στην ευρύτερη περιοχή του Παρισιού ξεκίνησε ο εκτοπισμός των Εβραίων (αρχικά εκείνων που είχαν ξένη υπηκοότητα και στη συνέχεια και των Γάλλων) σε μια σειρά από στρατόπεδα με πιο γνωστό εκείνο του Drancy. Η τακτική που ακολούθησαν οι Γερμανοί με την συνεπικουρία των Γάλλων αστυνομικών ήταν προοδευτική: αρχικά σύλληψη των ξένων  στη συνέχεια των ύποπτων για κομμουνιστική δράση, έπειτα των πλουσίων μελών της κοινότητας. Το 1942 στο Vélodrome d’Hiver (στο ποδηλατοδρόμιο του Παρισιού) φυλακίζονται 13.000 Εβραίοι μετά από επιχείρηση 7.000 Γάλλων αστυνομικών και παραστρατιωτικών. Οι περισσότεροι από τους συλληφθέντες οδηγήθηκαν στο Άουσβιτς. Η επιμονή του πρωθυπουργού Πιέρ Λαβάλ για την τύχη των παιδιών των Εβραίων οδήγησε στον τελικό εκτοπισμό και των παιδιών κάτω των 16 ετών, που αρχικά είχαν εξαιρεθεί. Για τους ναζί η συγκέντρωση και ο εκτοπισμός των Εβραίων της ζώνης κατοχής δεν αρκούσε. Χρειαζόταν ο αφανισμός και των Εβραίων που ζούσαν στο γαλλικό Νότο υπό την ευθύνη της κυβέρνησης του Βισί. Εκεί οι πρόθυμοι συνεργάτες θα βρεθούν στο πρόσωπο όχι μόνο της κυβέρνησης Πετέν-Λαβάλ αλλά και των χιλιάδων μελών των φασιστικών οργανώσεων. Μόνο το 1942 εκτοπίστηκαν σχεδόν 43.000 Εβραίοι όταν στο σύνολο της κατοχής εκτοπίστηκαν 76.000 άτομα. Ως το 1942, οι διώξεις των Εβραίων δεν προκαλούσαν πάντα την συμπάθεια των Γάλλων. Μόνο όταν έγινε υποχρεωτικό να φορούν το κίτρινο άστρο άρχισαν να εκδηλώνεται μια κάποια συμπάθεια. Σταδιακά οι αντιδράσεις γίνονταν πιο έντονες. Ακόμα κι από την καθολική εκκλησία όπως απέδειξε η πρωτοβουλία του επισκόπου της Τουλούζ να απευθύνει ένα γράμμα συμπάθειας στο καθολικό ποίμνιο Οι Εβραίοι αναζήτησαν αρχικά την σωτηρία στην ελεύθερη ζώνη αλλά όταν τον Νοέμβριο του 1942 οι ναζί θα παραβιάσουν την περιοχή αυτή η διαφυγή και η σωτηρία θα περάσει στην νοτιοανατολική ιταλική ζώνη κατοχής, στην οποία η εφαρμογή των φυλετικών νόμων ήταν χαλαρή. Με τον τρόπο αυτό περίπου 15.000 Εβραίοι κατέφυγαν στην Ελβετία, πριν κλείσουν και αυτά τα σύνορα. Άλλοι πάλι προσπάθησαν να κρυφτούν στη γαλλική επαρχία με την βοήθεια της Αντίστασης. Ακόμα και βαπτιζόμενοι καθολικοί προς τέρψη πολλές φορές των ακραίων χριστιανών που θεώρησαν την περίσταση κατάλληλη για να φέρουν στον «ορθό δρόμο» τα τέκνα του Ισραήλ. Μια τέτοια πτυχή καλύπτει και το παρόν βιβλίο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται από την συγγραφέα, ο λόγος που πολλοί Εβραίοι- όπως η Έλεν- καταφεύγουν στα καθολικά μοναστήρια ήταν γιατί απλά «κάθε μέρα που περνάει τους φέρνει πιο κοντά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και θανάτου».

Αν η ιστορία των Εβραίων της Γαλλίας κατά τη διάρκεια του πολέμου αποτέλεσε το αντικείμενο πολλών εργασιών τα τελευταία χρόνια, η καταγραφή της μεταπολεμικής τύχης τους είναι ακόμα σε αρχικό στάδιο. Το βιβλίο έρχεται να μιλήσει για την περίφημη υπόθεση των αδελφών Φιναλύ, που συνδέθηκαν με τον Γκύ Μπρεν, το γιο της εβραίας Έλεν και του μαυραγορίτη Αλσατού δωσίλογου Ρενέ Ολ. Μια τραγική-σχεδόν βγαλμένη από κινηματογραφικό σενάριο- ιστορία. Τα αδέρφια Φιναλύ, που μεγάλωσαν όπως και ο Γκύ από την δεσποινίδα Μπρέν, μια διευθύντρια παιδικού σταθμού που συντηρούταν από το καθολικό τάγμα των Αδελφών της Σιόν, θα επιστραφούν μεταπολεμικά στα επιζώντα μέλη των οικογενειών τους. Θα προηγηθεί μια σφοδρή δικαστική διαμάχη που δίχασε την γαλλική κοινή γνώμη, καθώς η καθολική εκκλησία αρνήθηκε αρχικά την επιστροφή των βαπτισμένων καθολικών παιδιών. Η υπόθεση έλαβε πολιτικές διαστάσεις και κατέληξε με την παρέμβαση του κράτους του Ισραήλ στην επιστροφή των Φιναλύ στους συγγενείς τους. Αυτή την υπόθεση την επαναφέρει στο προσκήνιο η Μπουκχομπζά προκειμένου να διηγηθεί την ιστορία του Γκύ.

Ο ιστορικός έχει πολλές δυσκολίες να αντιμετωπίσει για την προσέγγιση του θέματος της επιστροφής των επιζώντων σε μια «κανονικότητα». Κι αυτό αρχικά γιατί η συγκέντρωση των σχετικών πηγών είναι μια αρκετά δύσκολη αποστολή. Μεταπολεμικά οι Εβραίοι θα βρεθούν σκορπισμένοι σε ολόκληρη τη γαλλική επικράτεια, καθώς προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τον κλοιό των μεγάλων πόλεων. Η συμβίωσή τους στην γαλλική επαρχία, κρυμμένοι δίπλα σε χριστιανούς, θα έχει μια παράπλευρη, παράδοξη όσο και ενδιαφέρουσα συνέπεια. Η συντηρητική καθολική επαρχία, διαποτισμένη από έναν θολό αντισημιτισμό με βιβλικές αναφορές, θα έρθει σε επαφή- ενίοτε και για πρώτη φορά δια ζώσης- με πραγματικούς Εβραίους που δεν είναι πλούσιοι, δεν κάνουν ανθρωποθυσίες και δεν πίνουν το αίμα αθώων παιδιών όπως γραφικά είχε επικρατήσει από τον Μεσαίωνα! Όλοι αυτοί οι σκορπισμένοι Εβραίοι θα έπρεπε να επιστρέψουν στα σπίτια τους και να αναζητήσουν τις λίγες χιλιάδες που επέζησαν από τα στρατόπεδα. Έτσι η εύλογη κούραση και η επιλογή της σιωπής θα αποτρέψουν την συγκέντρωση άμεσα μαρτυριών για την πρώτη αυτή μεταπολεμική εποχή. Απ’την άλλη, η μεταπολεμική γαλλική κοινωνία, δυσανεκτική με την αλήθεια της συνεργασίας του Βισί, θα καλύψει με πέπλο σιωπής όλη την ευθύνη του 1940-1945.

Τέλος, τα ορφανά του πολέμου. Κάποια από αυτά αφέθηκαν σε ιδρύματα ή οικογένειες χριστιανών. Μεταπολεμικά έπρεπε να ξαναεντοπιστούν, να δαπανηθούν χρήματα για την στέγασή τους αλλά και να ανοίξουν πληγές σε παιδιά που για πρώτη φορά μάθαιναν την αληθινή καταγωγή τους κι έπρεπε να αφήσουν τις θετές οικογένειές τους. Στις περισσότερες των περιπτώσεων οι εβραϊκές οργανώσεις έσπευσαν να πληρώσουν ό,τι χρειαζόταν για να πάρουν πίσω την κηδεμονία των παιδιών, προκαλώντας πολλές φορές την αντίδραση του Βατικανού. Οι εβραϊκές κοινότητες ανέλαβαν την εκπαίδευση και την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Νέες ταυτότητες για παιδιά που είχαν αναγκαστεί να αλλάξουν ήδη δύο φορές ταυτότητα, προτού ακόμα ενηλικιωθούν.

Το γεγονός που περιγράφει το βιβλίο-όπως παρόμοια άλλα- ξεχάστηκαν μεταπολεμικά παρά τον θόρυβο της υπόθεσης Φινελύ. Πώς εξάλλου να βγουν στην επιφάνεια ζητήματα που έθιγαν στην ουσία ευαίσθητα προσωπικά βιώματα; Μαζί όμως μ’αυτή τη χρόνια σιωπή, έμεινε άγνωστη και η γενναιοδωρία εκείνων που έθεσαν σε κίνδυνο τη ζωή τους για να σώσουν τους Εβραίους. Το βιβλίο δεν είναι μόνο μια καταγγελία για το Ολοκαύτωμα, τη συνεργασία ή την σκληρότητα της καθολικής εκκλησίας. Είναι και μια απόδοση τιμής στους «Δικαίους των Εθνών». Και αυτή η ολοκληρωμένη προσέγγιση γίνεται για πρώτη φορά γνωστή στο ελληνικό κοινό και αξίζει να διαβαστεί.

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s