«Αγαπημένη πρώην: ένα χρονικό της Γιουγκοσλαβίας και του κινηματογράφου της»

 

kus02στη μνήμη του Αντρέα Παγουλάτου (1948-2010)

                                                                             

 

Έχει ειπωθεί ότι η ιστορία της πρώην Γιουγκοσλαβίας θυμίζει το χρονικό ενός παθιασμένου και ανώριμου έρωτα που οδηγεί σ’έναν βασανιστικό γάμο και  καταλήγει σ’ένα επώδυνο διαζύγιο. Θυμίζει έναν γάμο μεταξύ μακρινών συγγενών ενός απομονωμένου χωριού. Όλοι οι συγγενείς διαφωνούν για τις προοπτικές της συμβίωσης αλλά το ζευγάρι επιμένει. Ο γάμος γίνεται κι ας παρίστανται μόνο ξένοι καλεσμένοι. Ο έρωτας όμως δεν κρατά αιώνια. Η καθημερινότητα, η έλευση των παιδιών και οι ανάγκες τους, ο φθόνος των γειτόνων, το βάρος των χρόνων, αναδύουν προβλήματα μακρόχρονα. Για κάποιους ίσως απελευθερώνουν κατάρες μακραίωνες . Η σύγκρουση όσο περισσότερο αργεί τόσο πιο σκληρή θα είναι όταν εκδηλωθεί.

Η κλασική ιστοριογραφία αναγνωρίζει την κοινή φυλετική καταγωγή των νοτιοσλαβικών λαών. Στη μεγάλη γειτονιά που κατοικούσαν οι Γιουγκοσλάβοι το αφεντικό πάντα ήταν άλλος. Αυστριακοί κι Οθωμανοί μοιράζονταν για πάνω από τέσσερις αιώνες τα εδάφη τους. Όταν τελικά έφυγαν, οι διεθνείς συνθήκες και τα ποικίλα συμφέροντα ευλόγησαν το νέο σπίτι: το 1918 η Γιουγκοσλαβία, περίπου όπως τη γνωρίσαμε και μεταπολεμικά, έκανε τα πρώτα της βήματα. Και ήταν όμορφη εκείνη η γαμήλια τελετή. Ήταν ένα πραγματικό πανηγύρι σαν κι αυτά που τόσο έντονα χρωμάτισε ο Κουστουρίτσα στις ταινίες του.  Κροάτες και Μακεδόνες χόρευαν παρέα με τους Σέρβους. Πιο πέρα ένας Μαυροβούνιος έδειχνε πως παίζουν την πίπιζα σ’έναν ξανθό Σλοβένο. Ένας καθολικός επίσκοπος να πίνει μ’έναν ορθόδοξο παπά ρακί, κάτω από το γελαστό βλέμμα ενός ιμάμη.  Ούγγροι, Ιταλοί, Γερμανοί και Αλβανοί, όλοι ψηφίδες που ολοκλήρωναν ένα σλάβικο μωσαϊκό. Ένα μωσαϊκό πολύχρωμο, που χώραγε και τα βιολιά των Τσιγγάνων, τα βλάχικα κλαρίνα και τους αμανέδες των Τούρκων. Κι όμως το γάμο αυτό πολλοί τον ζήλεψαν. Και ξένοι και ντόπιοι. Κυρίως αυτοί οι τελευταίοι, γρήγορα μετάνιωσαν, γρήγορα απογοητεύτηκαν και οι αρχικοί καυγάδες  τους έγιναν  φονικές συγκρούσεις.

Ο εθνικιστικός διχασμός που κληροδότησε ο Β’Παγκόσμιος Πόλεμος καλύφθηκε γρήγορα κάτω από τη γρανιτένια σκέπη του «παρτιζάνου πατερούλη» Τίτο. Όταν στις 31 Ιανουαρίου του 1946 ιδρυόταν επίσημα η Ομοσπονδιακή Λαϊκή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, στον τύπο της εποχής εμφανίστηκε μια λαϊκή εικόνα δείγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στην τέχνη: έξι μικρά κορίτσια –οι έξι δημοκρατίες- να χορεύουν σ’ένα γαϊτανάκι γύρω από το δέντρο που συμβόλιζε τη Γιουγκοσλαβία. Το παρελθόν των Ούστασι και των Τσέτνικ, των Μακεδόνων αυτονομιστών και της φιλοναζιστικής μουσουλμανικής ένωσης της Βοσνίας διαγράφηκαν. Το παρτιζάνικο παρελθόν έγινε κοινό κτήμα του νέου κράτους, μια επίσημη και μοναδική ιστορία που εξάλειψε τις διαφορές και υπηρέτησε για χρόνια το ιδανικό της νέας πολυεθνικής σοσιαλιστικής πατρίδας. Στα πλαίσια αυτά ο κινηματογράφος της Γιουγκοσλαβίας έπρεπε να είναι εθνικός και πατριωτικός τουλάχιστον στα πρώτα δύσκολα χρόνια της μετάβασης στο νέο κρατικό μόρφωμα. Η εθνική κινηματογραφία θα ενισχυθεί και θα ενταχθεί στο επίσημο κρατικό πρόγραμμα αναμόρφωσης της κουλτούρας. Για μια περίοδο ως τις αρχές του 1960 το πολεμικό-αντιστασιακό μελόδραμα θα γνωρίσει τεράστια ανάπτυξη και θα ενισχύσει τη μυθολογία της ενιαίας κομμουνιστικής αντίστασης. Από το 1947 ως το 1951 η κινηματογραφική παραγωγή θα υπαχθεί σ’έναν ενιαίο κρατικό σχεδιασμό όμοιο με αυτόν που εφαρμόστηκε την ίδια περίοδο σε ολόκληρη την κρατική οργάνωση της χώρας. Το Βελιγράδι αναδείχθηκε σε βασικό κινηματογραφικό κέντρο που κάλυπτε το 50% της παραγωγής. Εκεί έδρευε το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο κινηματογραφίας, οι κινηματογραφικές εταιρίες Zvezda Films και  Avalon films, και εκεί θα έχει τη βάση της και η επιφορτισμένη με την προώθηση του γιουγκοσλαβικού κινηματογράφου στο εξωτερικό Jugoslavija Films. Σκηνοθέτες όπως οι  Rados Novakovic, Vjekoslav Afric, Vojislav Nanovic και Gustav Gavrin θα αντλήσουν τα θέματά τους άλλοτε από το πρόσφατο πολεμικό παρελθόν κι άλλοτε από σύγχρονα θέματα, που ωστόσο αντικατοπτρίζουν τα βασικά προβλήματα αλλά και τις ελπίδες των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων. Θεματικές που αντλούνταν κύρια από το σέρβικο ιστορικό παρελθόν και που είχαν γνωρίσει έντονη ανάπτυξη κατά την προπολεμική περίοδο δεν θα εμφανιστούν σ’αυτή την πρώτη περίοδο.

Όταν το 1947 συγκρούστηκε ο Τίτο με το Στάλιν για ζητήματα ιδεολογικής καθαρότητας, εξωτερικών προσανατολισμών, εσωτερικών σχεδιασμών αλλά και λόγω του έντονου προσωπικού ανταγωνισμού των δύο ηγετών, η νεαρή Γιουγκοσλαβία αναζήτησε νέες κατευθύνσεις. Η τιτοϊκή προσωπολατρία ενισχύθηκε με στόχο των περιορισμό των όποιων διασπαστικών πιέσεων, ενώ οι φιλοσοβιετικοί κομμουνιστές εξορίστηκαν στο «Γυμνό Νησί» στη Βόρεια Αδριατική. Η γιουγκοσλαβική ηγεσία ευτύχησε να έχει μέλη όπως ο Ράνκοβιτς, ο Τζίλας και ο Καρντέλι, που αντιλήφθηκαν γρήγορα ότι η γιουγκοσλαβική κοινωνία αν ήθελε να επιζήσει θα έπρεπε να ακολουθήσει ένα διαφορετικό μοντέλο από εκείνο της σοβιετικής γραφειοκρατίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 θεσμοθετείται η εργατική αυτοδιαχείριση, ενώ πραγματοποιούνται  σοβαρές μαρξιστικές αναλύσεις στο χώρο της οικονομίας, της πολιτικής επιστήμης και της φιλοσοφίας. Η ενίσχυση της αποκέντρωσης δεν σήμαινε σε καμία περίπτωση την ενίσχυση των φυγόκεντρων δυνάμεων. Αντίθετα, η ενίσχυση των τοπικών εθνικών πρωτοβουλιών υπό τον αυστηρό όμως έλεγχο της κομματικής μηχανής τόνωσε την οικονομία της χώρας και δημιούργησε αυτό που θαυμάστηκε στο εξωτερικό «ως το γιουγκοσλαβικό μοντέλο». Τις σοβαρές οικονομικές δυσκολίες που προκαλεί η απομόνωση  από την Ανατολή και οι οποίες απείλησαν τη χώρα ακόμα και με το φάσμα της πείνας, ο Τίτο θα τις αντιμετωπίσει με ένα προσεκτικό άνοιγμα στις δυτικοευρωπαϊκές αγορές, με μια ενίσχυση του ρόλου του στρατού και του κόμματος στην οικονομική ανάκαμψη και με την εφαρμογή ενός πενταετούς οικονομικού προγράμματος. Στη διεθνή σκηνή κι ενώ ο Ψυχρός Πόλεμος βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο μετά το ξέσπασμα και του πολέμου στην Κορέα, η γιουγκοσλαβική εξωτερική πολιτική θα καταφέρει να ισορροπήσει ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό.  Αν και ο θάνατος του Στάλιν δημιούργησε την πρόσκαιρη ελπίδα της επανένταξης της Γιουγκοσλαβίας στο σοβιετικό μπλόκ, τα γεγονότα της Ουγγαρίας το 1956 και η στάση της νέας χρουτσωφικής ηγεσίας, οδήγησαν τον Τίτο στην οριστική επιλογή του «άλλου δρόμου» προς το σοσιαλισμό, ενώ η ανάδειξή του σε έναν από τους ηγέτες του Κινήματος των Αδεσμεύτων προκάλεσε την αντίδραση της ΕΣΣΔ και της Κίνας. Η αυτοδιαχείριση οδήγησε σε μια άνευ προηγουμένου  αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής που ξεπέρασε το 10% ετησίως ανάμεσα στα 1953 και 1956. Την ίδια περίοδο ένα ευρύ πρόγραμμα κατά της γραφειοκρατίας δημιουργεί θεωρητικά νέες συνθήκες πολιτιστικής και πνευματικής ανάπτυξης.

Οι αλλαγές θα επηρεάσουν την κινηματογραφία ποικιλότροπα. Από τη μια πλευρά η ενίσχυση των εθνικών κινηματογραφιών και η μερική απελευθέρωση από τον κρατικό οικονομικό και ιδεολογικό έλεγχο επέτρεψαν την ανάπτυξη νέων θεματικών, την αναζήτηση νέων δρόμων έκφρασης και την έλευση στο χώρο νέων προσώπων με ιδέες που αντικατόπτριζαν την ιδιαιτερότητα αλλά και την ποικιλομορφία της γιουγκοσλαβικής κοινωνίας. Ωστόσο, το κράτος παύει αν είναι ο βασικός χρηματοδότης και οι νέοι σκηνοθέτες πρέπει να μάθουν να δουλεύουν σε συνθήκες καπιταλισμού προσφοράς και ζήτησης και να εξαρτούν την οικονομική τους επιβίωση από την πορεία των ταινιών στις αίθουσες. Αυτό θα προκαλέσει κάποια σημαντικά προβλήματα. Όμως, η πρωτόγνωρη ελευθερία που νιώθει μια νέα γενιά κινηματογραφιστών και οι σχέσεις της χώρας με τη Δύση αλλά και την Ανατολή θα εμπλουτίσουν με δυναμισμό τις νέες προσπάθειες και θα φέρουν τον γιουγκοσλαβικό κινηματογράφο πιο κοντά στα ευρωπαϊκά ρεύματα. Στο Ζάγκρεμπ μια ιδιαίτερη άνθηση γνώρισε η ταινία κινουμένων σχεδίων σε βαθμό που η ιστορία του κινηματογράφου να μιλάει ως τις μέρες μας για την «Σχολή του Ζάγκρεμπ». Παράλληλα, παλιότεροι κινηματογραφιστές όπως ο Rados Novakovic (Distant is the Sun, 1953, The Song from Kumbara, 1955, The Wind Stopped toward Dawn, 1959), ή ο Vojislav Nanovic (Gipsy, 1953, Three Steps into the Emptiness, 1958) αλλά και νεότεροι όπως ο Vladimir Pogacic (Great and Small, 1956, Alone, 1959, On Saturday Evenings, 1957) ο Zivorad Mitrovic (The Echelon of Doctor M., 1955, Captain Lesi, Signals over the City, 1960) και ο Alexander Petrovic επηρεασμένοι από τον ιταλικό νεορεαλισμό αλλά και τις πρώτες δοκιμές της γαλλικής nouvelle vague θα ανανεώσουν ακόμα και την οπτική των ταινιών που αντλούσαν τα θέματά τους από την πολυχρησιμοποιημένη περίοδο του πολέμου. Παράλληλα, πιστή στο άνοιγμα προς τη Δύση η γιουγκοσλαβική κινηματογραφία θα συνεργαστεί με ουδέτερες χώρες σε διάφορες συμπαραγωγές (Αυστρία, Νορβηγία κ.α.) και θα ανοίξει τα κροατικά και σέρβικα στούντιο σε ξένες παραγωγές από την Ιταλία ή τη Δ.Γερμανία.

Η έναρξη όμως του προγράμματος αυτοδιαχείρισης είχε και μια άλλη εικόνα λιγότερο λαμπρή. Παρά την άνθιση των οικονομικών δεικτών, η ανισομερής συμμετοχή των δημοκρατιών στο κοινό ταμείο αλλά και η ενίσχυση των εξουσιών του Τίτο, προκάλεσε από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 την σκληρή κριτική του θεωρητικού της γιουγκοσλαβικής ηγεσίας Τζίλας. Το πενταετές πρόγραμμα του 1946 είχε αποδώσει καρπούς χάρη κυρίως στην ξένη οικονομική βοήθεια. Ωστόσο, το βιοτικό επίπεδο της Γιουγκοσλαβίας εξακολουθούσε να είναι από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη το 1953. Η αυτοδιαχείριση έμοιαζε να έχει φτάσει στα όρια της  στα μέσα της δεκαετίας του ’50. Με άλλα λόγια το εναλλακτικό γιουγκοσλαβικό πρότυπο είχε αποτύχει να αποτελέσει ένα παράδειγμα για την Ανατολική Ευρώπη, ενώ παρά την περιστασιακή αύξηση του βιοτικού επιπέδου ζωής των εργατών και των αγροτών, στα τέλη της δεκαετίας η κατάσταση οδηγήθηκε σε ένα νέο αδιέξοδο όμοιο μ’εκείνο του 1947-1948. Με την έκδοση των περιβόητων άρθρων και βιβλίων του στο εξωτερικό ο Τζίλας ανάμεσα στα 1954 και τα 1957 έκανε λόγο για την ανάγκη μιας πλουραλιστικής λειτουργίας το κόμματος και κατηγορούσε την ύπαρξη μιας γραφειοκρατίας που είχε αντικαταστήσει την ηρωική γενιά του αντάρτικου. Ο Τζίλας θα δικαστεί για τη δράση του, θα φυλακιστεί και θα αποπεμφθεί από κάθε κομματικό αξίωμα. Με την κριτική του όμως θα αποδείξει ότι οι θεωρίες της αυτοδιαχείρισης αν και ηχούσαν υπέροχα στα αυτιά των Ευρωπαίων δεν έδωσαν ουσιαστικές λύσεις και αποτέλεσαν μιας πρώτης τάξεως προπαγανδιστικό μηχανισμό στην υπηρεσία ενίσχυσης της εικόνας του Τίτο στο εξωτερικό. Στο εσωτερικό μέτωπο ωστόσο η αποτυχία ήταν πλήρης: το 1958 θα λάβει χώρα ή πρώτη απεργία ανθρακωρύχων στη σοσιαλιστική Σλοβενία. Την ίδια περίοδο ξαναεμφανίζονταν μετά από χρόνια οι εθνικιστικές αρρυθμίες στον γιουγκοσλαβικό οργανισμό. Η δεκαετία του 1960 ερχόταν και η κατάσταση στη Γιουγκοσλαβία έμοιαζε εξαιρετικά τεταμένη.

Κι όμως παρά την εσωτερική κρίση του γιουγκοσλαβικού μοντέλου και την κριτική του Τζίλας, ο Τίτο κατάφερε στη δεκαετία του ’60, με προσωπικές κινήσεις και χάρη στην μεγάλη αίγλη που είχε εντός και εκτός της χώρας, να ανανεώσει πολλές από τις δομές της γιουγκοσλαβικής οικονομίας ενισχύοντας ένα μοντέλο που προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στον σοσιαλιστικό κρατικό σχεδιασμό, την αυτοδιαχείριση και τα ανοίγματα στην οικονομία της αγοράς. Η τροποποίηση του Συντάγματος το 1963 με την κατοχύρωση της ισοβιότητάς του στη ηγεσία του κράτους διασφάλιζαν την σταθερή πορεία του κράτους υπό την καθοδήγηση του Μεγάλου Αρχηγού. Τα ανοίγματα στη Δύση, η είσοδος στη χώρα καταναλωτικών προϊόντων, η αύξηση του τουριστικού ρεύματος προς τη χώρα, η συνεργασία στη βιομηχανία με δυτικές εταιρείες αλλάζουν τη μορφή της χώρας και της κοινωνίας. Στον καλλιτεχνικό τομέα, η εγκατάλειψη του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» επέτρεψε σε νέες φόρμες έκφρασης να εκδηλωθούν, ενώ και τα νέα δυτικά ρεύματα θα γίνουν γόνιμα δεκτά από μια νεολαία που ακολουθεί τις αναζητήσεις των νέων όλου του κόσμου την ίδια εποχή. Ο Αλεξάντερ Πέτροβιτς με την ταινία Τρεις (1965) και το βραβευμένο στις Κάννες Συνάντησα κι ευτυχισμένους τσιγγάνους (1967) και ο Βέλτσκο Μπούλατσιτς με σημαντικές διεθνείς συμπαραγωγές θα σημειώσουν αξιόλογη δράση. Ο Vladan Slijepcevic χρησιμοποιεί τον ποιητικό ρεαλισμό για να αποδώσει σύγχρονα θέματα (Medallion with Three Hearts, 1962, The Protege, 1966), ενώ με πιο ρεαλιστικό τρόπο κινείται ο  Zivojin Pavlovic (The Awakening of Rats, When I’m Dead and White, 1960). Ωστόσο, είναι η γενιά του λεγόμενου «Μαύρου Κύματος» με τους Karpo Godina και  Zelimir Zilnik και με προεξέχοντα τον  Ντούσαν Μακαβέγιεφ  που θα σηματοδοτήσουν τη δεκαετία του ’60. Η αναρχική, ανατρεπτική ματιά του Κύματος και η σουρεαλιστική απεικόνιση της σύγχρονης γιουγκοσλαβικής κοινωνίας συμβαδίζει με το πνεύμα αμφισβήτησης δομών και φορμών της εποχής. Το σεξ ως μέσο απελευθέρωσης αλλά και ως μέσο κριτικής, το μικτό ύφος και η χρήση κολάζ κάνουν εξαιρετικά δημοφιλείς τις ταινίες του Μακαβέγιεφ Ο άνθρωπος δεν είναι πουλί (1965), Έγκλημα ζηλοτυπίας (1969), Τα μυστήρια του οργανισμού (1971). Κοντά σε αυτό το ρεύμα η Σχολή του Ζάγκρεμπ συνεχίζει την παραγωγή αξιόλογων  ταινιών κινουμένων σχεδίων με κύριους εκπροσώπους τους Dušan Vukotić (βραβευμένος με Oscar το 1963), ο Vatroslav Mimica και ο Vlado Kristl. Στο Βελιγράδι αντίστοιχα από τα μέσα της δεκαετίας θα γνωρίσει ανάπτυξη το ντοκιμαντέρ μέσω της  «Dunav film» και θα γνωρίσει διεθνή αναγνώριση χάρη σε δημιουργούς όπως οι Kristo Skanata, Vladan Slijepcevic, Stjepan Zaninovic, Mica Milosevic, Nikola Jovicevic και Aleksandar Ilic.

Στο τέλος της δεκαετίας η Γιουγκοσλαβία παρουσιάζει ένα εντυπωσιακό κοντράστ σε διαφορετικά επίπεδα. Είναι η αντίθεση ενός κέντρου υπερανεπτυγμένου και δυναμικού με μια περιφέρεια  που κινείται μάλλον στους γνωστούς ρυθμούς της Βαλκανικής. Είναι η αντίθεση του ανεπτυγμένου Βελιγραδίου, του Ζάγκρεμπ και της Λουμπλιάνα και του πιο υποβαθμισμένου Σεράγεβο ή ακόμα και των κατεστραμμένων από το σεισμό Σκοπίων. Είναι η αντίθεση ανάμεσα στις τουριστικές δαλματικές ακτές και στο φτωχό γιουγκοσλαβικό νότο. Είναι η αντίθεση ανάμεσα σε μια χώρα που μοιάζει στο Βορρά της να προσεγγίζει όλο και περισσότερο ένα ευρωπαϊκό μοντέλο ζωής αλλά στο κέντρο και το νότο να γνωρίζει η αφαίμαξη της μετανάστευσης προς την Αυστραλία, τον Καναδά, τη Γερμανία. Το 1966 το οικονομικό σταθεροποιητικό πρόγραμμα που είχε συνταχθεί λίγα χρόνια πρν εγκαταλείπεται, ενώ ο Τιτο θα στερηθεί και τις υπηρεσίες του ως τότε αντιπροέδρου Αλεξάντερ Ράνκοβιτς που καθαιρείται κατηγορούμενος ως υποστηρικτής της κομματικής γραφειοκρατίας.  Το 1968 είναι και για τη  Γιουγκοσλαβία η χρονιά των φοιτητικών εξεγέρσεων αλλά και η χρονιά ανάδυσης του προβλήματος του Κοσόβου. Ο Τίτο θα καταφέρει να φανεί ως ο καλύτερος υποστηρικτής μιας πιο εκτεταμένης δημοκρατίας αλλά και ως ο εγγυητής της ενότητας του κράτους.

Η είσοδος στη δεκαετία του ’70 κάνει πιο έκδηλες τις φυγόκεντρες εθνικιστικές τάσεις αλλά και τις ενστάσεις από τους συντηρητικότερους κομμουνιστές που φοβούνται ότι «ο καπιταλισμός μπαίνει από το παράθυρο».  Ο Κροάτης Kreso Golik θα αντλήσει πάλι ένα θέμα από τον πόλεμο και θα δώσει μια όμορφη κωμωδία με τίτλο  He Who Sings Means No Harm. Η πορεία προς το 1980 είναι η πορεία μιας κοινωνίας που μετά από ένα προνομιακό φλερτ με τα αγαθά του καπιταλισμού – σε σχέση με τις άλλες ανατολικές χώρες- έρχεται αντιμέτωπη με την κρίση: κρίση οικονομική μετά τα μεγάλα παγκόσμια προβλήματα που προκάλεσε η  πετρελαϊκή κρίση, κρίση ιδεολογική με την σταδιακή αποχώρηση των παλιών παρτιζάνων συντρόφων του Τίτο, κρίση από τις έντονες εθνικιστικές τάσεις που ξυπνούν στη Σερβία, την Κροατία και στα νεότερα προβλήματα του Κοσόβου και της Βοσνίας. Το 1974 η νέα συνταγματική μεταρρύθμιση του Τίτο θα δώσει μια τελευταία πνοή ζωής στη Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία. Η αναγνώριση της αυτονομίας του Κοσόβου και της Βοϊβοντίνας θα πλήξει σε πρώτο επίπεδο τον σέρβικο αυταρχισμό αλλά θα υποσκάψει την ενότητα της χώρας δημιουργώντας και νέες εστίες έντασης, που θα εκδηλωθούν μελλοντικά. Την ίδια χρονιά ο Μακαβέγιεφ θα δώσει το Sweet Movie, ένα ψυχιατρικό δοκίμιο, μια γλυκόπικρη ταινία που μόνο η μουσική του Χατζιδάκι μοιάζει να έχει έναν ειρμό. Η μορφή του δακρυσμένου Κάρλ Μάρξ που εμφανίζεται σ’ένα σημείο της ταινίας έκανε ίσως τους θεατές να αναρωτηθούν εκτός των άλλων για την πορεία της σοσιαλιστικής πατρίδας.

Στα μέσα της δεκαετίας η χώρα θα γνωρίσει εκ νέου μια ανάπτυξη του τουρισμού και της αυτοκινητοβιομηχανίας, ενώ η κριτική απέναντι στο σοβιετικό μοντέλο –ειδικότερα μετά την εισβολή στο Αφγανιστάν- θα στρέψει και πάλι την προσοχή των Ευρωπαίων στο γιουγκοσλαβικό παράδειγμα της αυτοδιαχείρισης, στο παράδειγμα που φάνταζε ως ένας σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο. Τα πράγματα όμως δεν ήταν ακριβώς έτσι. Το καθεστώς αντιμετωπίζει με σπασμωδικό τρόπο  τις φωνές διαμαρτυρίας. Θα κλείσει την ιστορική πολιτική επιθεώρηση Praxis και θα εκδιώξει μια σειρά φιλελεύθερων καθηγητών από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου. Η νέα πετρελαϊκή κρίση το 1979 θα εκτοξεύσει τον πληθωρισμό στα ύψη και επακόλουθα τις τιμές των καταναλωτικών αγαθών. Οι κινηματογραφιστές και ιδίως όσοι είχαν ασχοληθεί ως τότε με το ντοκιμαντέρ θα αποτυπώσουν με έναν ανάγλυφο τρόπο προβλήματα όπως η μετανάστευση (Νίκολας Μπάμπιτς, Τρελλές μέρες), η άκρατη εκβιομηχάνιση (Γκόραν Πασκάλεβιτς, Ο φύλακας της πλάζ το χειμώνα) και της εφηβικής εγκληματικότητας (Γκόραν Μάρκοβιτς, Ειδική εκπαίδευση) (όλες το 1977).  Η εικόνα όμως του γηραλέου ηγέτη Τίτο δεν θα αλλοιωθεί. Παρά τα προβλήματα υγείας του στρατάρχη, παρά τα ολοένα και αυξανόμενα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα  η εικόνα της γιουγκοσλαβικής διαφορετικότητας θα διατηρηθεί σε Ανατολή και Δύση και μόνο οι πιο  υποψιασμένοι θα εκφράσουν ανοιχτά τις ανησυχίες τους για το μέλλον της χώρας χωρίς τον Γέρο. Ένας από αυτούς, ο Καρντέλι, επηρεασμένος κι από την άνοδο του Ευρωκομουνισμού, θα διατυπώσει την άποψη για έναν πλουραλιστικό χαρακτήρα της αυτοδιαχείρισης το 1977. Η αναζήτηση μιας κοινής συνιστώσας ανάμεσα στο γιουγκοσλαβικό μοντέλο και το ευρωκομουνιστικό πείραμα απασχόλησε την γιουγκοσλαβική διανόηση λίγο πριν το θάνατο του Τίτο το 1980 και την απαρχή της αντίστροφης μέτρησης για τη διάλυση της χώρας. Είναι τότε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και συγκεκριμένα το 1978 που ο Σρτζάν Καρανόβιτς με τη Μυρωδιά των λουλουδιών θα χαρίσει ένα μικρό κωμικό διαμάντι. Ο Γκόραν Πασκάλεβιτς, ένας νεαρός σκηνοθέτης μόλις είκοσι χρονών θα μεταπηδήσει από το ντοκιμαντέρ στις ταινίες μυθοπλασίας και θα λάβει μέρος στο Βερολίνο το 1978 με το Σκύλο που αγαπούσε τα τρένα και στη Βενετία το 1979 με το Οι μέρες περνούν. Πιο πολιτικός ο Φαντίλ Χάτζικ θα παρουσιάσει το 1979 τον Δημοσιογράφο, μια καυστική κριτική για τις δυσκολίες αυτού του επαγγέλματος στα σοσιαλιστικά καθεστώτα.

Η δεκαετία του 1980 είναι η τελευταία περίοδος του γάμου που δεν ευτύχησε. Ο θάνατος του Τίτο και η αποχώρηση του συνόλου σχεδόν της ιστορικής ηγεσίας των γιουγκοσλάβων κομμουνιστών απελευθέρωσε τις φυγόκεντρες δυνάμεις που είχαν συγκρατηθεί επί 35 χρόνια. Η συλλογική ηγεσία που διαδέχεται τον Τίτο δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στην ανατροπή του ισοζυγίου πληρωμών και την αύξηση των τιμών. Δεν μπορεί να συγκρατήσει ούτε τον πληθωρισμό ούτε την ανεργία. Το κλίμα δυσαρέσκειας δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη των εθνικισμών. Εξάλλου το σύστημα της συμμετοχής των Δημοκρατιών στο ομοσπονδιακό ταμείου επί χρόνια προκαλούσε την αντίδραση των πιο ανεπτυγμένων περιοχών (Σλοβενία, Κροατία) που θεωρούσαν εαυτούς χρηματοδότες των «τεμπέληδων Νότιων».  Το 1981 οι εξεγέρσεις των Κοσοβάρων συνδυάζονται με την οικονομική κρίση που ακολουθείται από την αδυναμία της ηγεσίας να συγκρατήσει τον πληθωρισμό και τις αυξήσεις. Η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει. Ο σέρβικος εθνικισμός βρίσκει στο πρόσωπο του Σλόμποταν Μιλόσεβιτς τον κύριο εκφραστή του από το 1987 και μετά. Οι αναδρομές στο μεσαιωνικό παρελθόν της Σερβίας αναδεικνύονται σε επίσημο λόγο ενός κόμματος που ξαφνικά μετά την εμφάνιση του Γκορμπατσώφ στο διεθνές σκηνικό μοιάζει να αναζητά ιδεολογική ταυτότητα στον εθνικισμό. Η ίδια τακτική όμως ακολουθείται κι από τον Τούτζμαν στην Κροατία ή τους Μουσουλμάνους Βόσνιους. Οι προσπάθειες του Άντε Μάρκοβιτς το 1989 για νέες οικονομικές μεταρρυθμίσεις και ανανέωση του κομματικού μηχανισμού θα αποτύχουν. Η πτώση των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης την περίοδο 1989-1991 αλλάζουν τα δεδομένα. Ο πολιτικός πλουραλισμός στη Γιουγκοσλαβία περνάει μέσα από τη δημιουργία πρωτίστως εθνικιστικών κομμάτων. Οι φωνές της λογικής μοιάζουν να εξαφανίζονται και η χώρα βυθίζεται σε μι εμφύλια σύγκρουση που στερείται κάθε λογικής. Το τέλος ήρθε.

Κι όμως, η περίοδος της ταχύτατης πτώσης της Γιουγκοσλαβίας είναι για τον κινηματογράφο της χώρας μια από τις πιο δημιουργικές περιόδους με εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία εντός και κυρίως εκτός συνόρων. Ο Πασκάλεβιτς γυρίζει το 1980 την Ειδική θεραπεία και με αμερικάνικα κεφάλαια το 1982 τον Καιρό του λυκόφωτος. Ο  Σλόμπονταν Σιτζάν με την κωμωδία του Ποιος τραγουδάει εκεί κάτω (ε.τ. Το λεωφορείο της συμφοράς)  θα γνωρίσει διεθνή επιτυχία, ενώ με σαρκασμό και μαύρο χιούμορ θα συνεχίσει με την Οικογένεια Μαθουσάλα (1982) και το Πως με κατέστρεψε συστηματικά ένας ηλίθιος (1984). Ο Μακαβέγιεφ θα συνεχίσει να γυρίζει ταινίες κυρίως στο εξωτερικό (Σουηδία, Αυστραλία) ακολουθώντας το δικό του δρόμο με ταινίες όπως Μοντενέγκρο-Γουρούνια και Πέρλες (1981) και Κοκα-Κολα Κίντ (1985).Όταν γυρίσει στη Γιουγκοσλαβία το 1988 για το Μανιφέστο η χώρα είναι πια στα πρόθυρα της διάλυσης. Η αποκάλυψη της περιόδου είναι αναμφισβήτητα ο Εμίρ Κουστουρίτσα. Με το νεανικό ρετρό Θυμάσαι τη Ντόλι Μπέλ την πολιτική Ο μπαμπάς λείπει σε ταξίδι για δουλειές (1985) και  το λυρικό Καιρό των τσιγγάνων (1989) ο Κουστουρίτσα σαρώνει τα ευρωπαϊκά κινηματογραφικά βραβεία, καθιερώνεται ως η εικόνα μιας χρωματιστής και πολυφυλετικής Γιουγκοσλαβίας και στρέφει τη ματιά του σινεφίλ κοινού στο έργο του. Ειδικότερα ο Καιρός των τσιγγάνων αν τον δούμε εκ των υστέρων μοιάζει με την μαγική ελεγεία μιας χώρας που χάνεται, μιας άλλης εποχής, άλλων ανθρώπων που δεν θα ξαναέρθουν.

Η διάλυση το 1990 της χώρας δεν σταμάτησε την κινηματογραφική παραγωγή. Σταματάει ίσως τη δική μας αναφορά στον κινηματογράφο της αγαπημένης πρώην. Κι αν η χώρα είναι «πρώην» οι ταινίες μένουν εδώ να μας συντροφεύουν μεταφέροντας όχι μόνο την εικόνα μιας άλλης εποχής αλλά και τη ματιά καλλιτεχνών που ήταν πρώτα απ’όλα δημιουργοί. Γιατί αυτή η αναφορά; Γιατί δυστυχώς ο κινηματογράφος της πρώην Γιουγκοσλαβίας τα τελευταία είκοσι χρόνια έγινε συνώνυμο του πολέμου: θεματικά, αισθητικά, αλληγορικά ο πόλεμος επηρέασε και επηρεάζει πολλούς δημιουργούς. Αλλά και ένα κοινό που ευαισθητοποιήθηκε για τον εμφύλιο των αρχών του ’90, ως ένα βαθμό συνήθισε να θεωρεί ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από τον πόλεμο και τις απώλειές  του. Συνέβαλαν σ’αυτό και η επιτυχία ταινιών όπως το Underground του Κουστουρίτσα, το Όμορφα χωριά,όμορφα καίγονται  του Ντραγκόγιεβιτς (1996), το Νο mans Land του Ντάνις Τάνοβιτς (2001) κ.α. Όμως πέρασαν σχεδόν  25 χρόνια από τον πόλεμο. Η Σλοβενία και η Κροατία  είναι μέλη  της ΕΕ, ο Μιλόσεβιτς δεν υπάρχει πια, χώρισαν και οι Μαυροβούνιοι, έφυγαν και οι Κοσοβάροι. Οι άνθρωποι συνεχίζουν μετά τον πόλεμο να ζουν και να εργάζονται. Η πρόσβαση στα νέα ρεύματα, στις νέες μορφές τέχνης και στις νέες κινηματογραφικές ματιές δεν έχουν πλέον ανάγκη έμπνευσης τον πόλεμο και το διχασμό. Οι κοινωνίες και ιδίως οι νέοι δημιουργοί έχουν άλλες προτεραιότητες. Ζουν, αγαπούν και εργάζονται σε συνθήκες όμοιες ή σχεδόν όμοιες με οποιονδήποτε άλλο. Δεν είναι τα ορφανά του πολέμου. Είναι αυτό που δηλώνουν ότι είναι. Και η ιστορία του κινηματογράφου της μετα-γιουγκοσλαβικής περιόδου γράφεται ακόμα παράλληλα με την ιστορία της των νέων κρατών.

 

 

 

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  • Βαλούκος Στάθης, Ιστορία του κινηματογράφου, τ.Α’, Αιγόκερως, Αθήνα 2003
  • Bianchini Stéfano, La question Yougoslave, Casterman-Giunti, Firenze 1998
  • Brus Wlodzimierz, Histoire économique de l’Europe de l’Est (1945-1985), La Découverte, Paris 1986
  • Kaplan Robert, Φαντάσματα των Βαλκανίων, (μτφ. Ν.Κουβαράκου), Ροές, Αθήνα 2002
  • Kosanovic Dejan, “Serbian film and cinematography (1896-1993)”, in Gordana Dilber (ed.), The history of the Serbian culture, Porthil, Middlesex 1995
  • Mazower Mark, Σκοτεινή ήπειρος. Ο ευρωπαϊκός εικοστός αιώνας, (μτφ.Κ.Κουρεμένος), Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2001
  • Τριανταφύλλου Σώτη, Ιστορία του Παγκόσμιου Κινηματογράφου (1975-1992), Αιγόκερως, Αθήνα 1992
  • Turković Dajana, “DEATH TO ALL FASCISTS! LIBERTY TO THE PEOPLE!” HISTORY AND POPULAR CULTURE IN YUGOSLAVIA 1945 – 1990, Masters’ of Arts. Department of History, McGill University, Montreal, October, 2006
  • Χατζηπροδρομίδης Λεωνίδας, Γιουγκοσλαβία. Η έκρηξη του εθνικισμού, Παρασκήνιο, Αθήνα 1991

 

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s