ΜΑΧΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ» ΚΑΙ 1821 Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΔΙΕΘΝΙΚΗ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΚΑΡΑΚΑΤΣΟΥΛΗ ΑΝΝΑ Βιβλιοπαρουσίαση Ιωάννινα, 7|12|2016

freedom_fightersΠριν από 3,5 χρόνια με τους συναδέλφους Ά. Μανδυλαρα, Γ.Νικολάου και Ν.Αναστασόπουλου αναλάβαμε την οργάνωση ενός διεθνούς συνεδρίου στην Άρτα με θέμα τις διεθνείς διαστάσεις του φιλελληνικού φαινομένου σε μια διασταλτική χρονικά έκταση από τον 18ο αι. μέχρι την σύγχρονη εποχή. Προβληματισμένοι αρχικά για το αν πλαίσια που ορίσαμε για την συνάντηση θα προκαλούσε το ενδιαφέρον αρκετών ερευνητών, με έκπληξη διαπιστώσαμε τελικά ότι η πρόταση για μια επαναδιαπραγμάτευση του θέματος του φιλελληνισμού προκάλεσε την συμμετοχή δεκάδων ερευνητών από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Στο συνέδριο εκείνο μια από τις πιο ενδιαφέρουσες -και τολμηρές θα έλεγα -εισηγήσεις έγινε από την Άννα Καρακατσούλη με θέμα σχετικό με τους Φιλέλληνες και την Ελληνική επανάσταση στην διεθνική της διάσταση. Μετά από μια γόνιμη -όπως αποδείχθηκε – περίοδο η Άννα Καρακατσούλη μας προσφέρει μια ολοκληρωμένη μελέτη του φαινομένου των μαχόμενων Φιλελλήνων, των μαχητών της Ελευθερίας, όχι σε μια στενή ανάγνωση που εξυπηρετεί το κλασικό σχήμα Επανάσταση-Ρομαντισμός-Φιλέλληνες αλλά σε μια προσπάθεια ανάγνωσης της Ελληνικής Επανάστασης στην διεθνική της διάσταση.

Αξιοποιώντας ένα σημαντικό αρχειακό υλικό, απομνημονεύματα αγωνιστών  και μια πολύπτυχη βιβλιογραφία η Καρακατσούλη ξαναπιάνει το θέμα της συμμετοχής των Ευρωπαίων στην ελληνική επανάσταση αλλά αυτή τη φορά επιχειρώντας να επεκτείνει την αρχική σύλληψη του Έρικ Χόμπσμπαουμ για την πρώιμη αυτή φιλελεύθερη διεθνή που έλαβε πανευρωπαϊκές διαστάσεις στις αρχές του 19ου αι. και που από τον κορυφαίο βρετανό ιστορικό η δράση τους συγκρίθηκε με εκείνη των δημοκρατικών των Διεθνών Ταξιαρχιών στην Ισπανία του 1936.

Στην Ευρώπη των εθνικών αφυπνίσεων αλλά και των κοινωνικών αιτημάτων, η περίπτωση των Μαχητών της Ελευθερίας κατέχει μια ξεχωριστή θέση. Η ιταλική Kαρμποναρία, η ισπανική και πορτογαλική περίπτωση, οι Γάλλοι επαναστάτες, οι Γερμανοί ρομαντικοί μαχητές αποτελούν θέματα  που έχουν  απασχολήσει πολλούς έγκριτους μελετητές ήδη από την εποχή της πρώτης τους εμφάνισης. Η Καρακατσούλη προσπαθεί με λόγο μεστό, επιστημονικό αλλά διόλου στρυφνό, να οριοθετήσει τις διεθνείς διαστάσεις του φαινομένου και να ερευνήσει –θέτοντας παράλληλα και νέα ερωτήματα περεταίρω έρευνας- την διαμόρφωση μιας «επαναστατικής διεθνούς», ενός επαναστατικού δικτύου με χαρακτηριστικά και αιτήματα ταυτόχρονα εθνικά και κοινωνικά

Ποια είναι η περίοδος που η συγγραφέας μελετά; Είναι χρονολογικά η περίοδος από τους Ναπολεόντειους πολέμους ως τις ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 1830 χωρίς να αγνοεί και τις επιδράσεις στις επαναστάσεις του 1848. Είναι η περίοδος κατά την οποία οι επαναστάτες διαφόρων ευρωπαϊκών κρατών θεωρούσαν τους εαυτούς τους, ως εκείνες τις προοδευτικές και χειραφετημένες ελίτ που έπρεπε να δράσουν στους κόλπους και προς όφελος μιας τεράστιας αλλά και αδρανούς μάζας «αδαών και πλανημένων», οι οποίοι δίσταζαν να αναλάβουν την όποια δράση αλλά θα στήριζαν σίγουρα το αποτέλεσμα και το νέο καθεστώς που πρέσβευε. Είναι η περίοδος των ριζοσπαστών δημοκρατικών μαχητών που επιζητούν να μεταφέρουν και στην Ευρώπη τα επιτεύγματα της μεγάλης αμερικανικής επανάστασης αλλά και τα ανολοκλήρωτα ιδεώδη της γαλλικής επανάστασης. Είναι η περίοδος των συντηρητικότερων οπαδών της εθνικής χειραφέτησης που χωρίς να αμφισβητούν την μοναρχία υποστηρίζουν τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες όπως εκείνους των Ελλήνων, καθώς κατά την άποψή τους δεν υποσκάπτουν την κοινωνική και πολιτική κατάσταση που είχε διαμορφώσει η Ιερή Συμμαχία.  Οι μαχητές εκείνοι, που στην πλειοψηφία τους ήταν Ιταλοί -αλλά και Βρετανοί, Γάλλοι, Ισπανοί, Γερμανοί, Πολωνοί και Αμερικάνοι-αντιμετώπιζαν την επανάσταση ως ένα φαινόμενο ενιαίο και πανευρωπαϊκό και όχι ως μια σειρά  τοπικών ή και εθνικών κινημάτων με αμιγή εθνικοαπελευθερωτικό σκοπό. Βασιζόμενες στο μοντέλο οργάνωσης που υιοθέτησαν από τον ελευθεροτεκτονισμό, οι επαναστατικές αδελφότητες που ακολούθησαν την πτώση του Ναπολέοντα και την εδραίωση της Ιερής Συμμαχίας σε ολόκληρη την Ευρώπη, βρέθηκαν στην πρωτοπορία των εθνικών αλλά και κοινωνικών αγώνων της εποχής τους. Έχοντας ένα αρκετά συγκεκριμένο και αυστηρό τελετουργικό και θεμελιωμένη  ιεραρχία, οι οργανώσεις των μαχητών  διεκδικούσαν το αναφαίρετο δικαίωμα αποτίναξης κάθε τυραννικού ζυγού και υπηρετώντας αυτή την αντίληψη πολεμούν στην Ιβηρική και στην Ιταλία, στη Λατινική Αμερική,  στην Ελλάδα αλλά και αργότερα στην Πολωνία, στην Ιρλανδία.

Το φαινόμενο αντιμετωπίζεται από την Καρακατσούλη με μια αναλυτική παρουσίαση των ιβηρικών και ιταλικών διαδρομών των μαχητών που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα συνδεθούν και με την ελληνική επανάσταση. Παράλληλα δεν θα αγνοηθούν και μάλιστα θα αναδειχθούν με έναν ιδιαίτερο τρόπο οι επαφές –άμεσες ή έμμεσες- των επαναστατημένων Ελλήνων με τους επαναστάτες της δυτικής Μεσογείου. Θα έχουμε έτσι τη δυνατότητα να αντιληφθούμε τους φόβους και τις ελπίδες που συνυπήρχαν, τις αδυναμίες επαφής και τις πολλές φορές διαφορετικές στοχεύσεις τους.  Οι εθνικές και αντιγαλλικές στοχεύσεις εν μέσω βρετανικών επεμβάσεων από τη μια και οι φιλοδημοκρατικές αλλά και αντιβοναπαρτικές τάσεις άλλων μαχητών από την άλλη, συνθέτουν το παράδοξο, ετερόκλητο αμάλγαμα των διεκδικήσεων των Ιβήρων επαναστατών. Στη γειτονική Ιταλία το αποτέλεσμα της δράσης των δεκάδων οργανώσεων υπήρξε η δημιουργία ενός ισχυρού αντιμοναρχικού αλλά και στη συνέχεια και αντιβοναπαρτικού πυρήνα στον ιταλικό νότο, στην καρδιά δηλαδή της απολυταρχικής αντίδρασης. Κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αι. η Ισπανία και η Ιταλία θα αποτελέσουν ένα πεδίο ανταγωνισμού των ξένων προπαγάνδων -γαλλικής, αυστριακής και βρετανικής- και αντίστοιχης δραστηριοποίησης μυστικών οργανώσεων που αντλούσαν αλλά και οριοθετούσαν την δυναμική τους από το γενικότερο πολιτικό κλίμα των ναπολεόντειων πολέμων.

Η Καρακατσούλη δεν παραβλέπει να τονίσει τις σχέσεις των μαχητών της ελευθερίας με τις ελευθεροτεκτονικές οργανώσεις, με τους βετεράνους του αυτοκρατορικού στρατού του Ναπολέοντα και με τους δεκάδες επαναστατικούς κύκλους που ονομάστηκαν συμβατικά και γενικότροπα ως «Καρμποναροι» ή «Μασονερία» (massoneria).  Αν και συχνά οι διαφορές μεταξύ όλων αυτών ήταν σημαντικές,  ωστόσο, όπως σωστά έχει αναλυθεί, οι βασικές επιδιώξεις (φιλελευθερισμός, αντιμοναρχισμός, εθνική αποκατάσταση, κοινωνική δικαιοσύνη) και ο τρόπος δράσης (μυστικός-συνωμοτικός-επαναστατικός) οδηγούν τους μελετητές να προκρίνουν την άποψη της ύπαρξης ενός άτυπου επαναστατικού δικτύου, που επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον μεσογειακό χώρο (Ισπανία, Γαλλία, Ελλάδα) αλλά και στην ανατολική Ευρώπη (Πολωνία, Ρωσία). Όχι πάντα με τα ίδια ονόματα, αλλά με παρόμοια χαρακτηριστικά έδρασαν οι φιλελεύθεροι αξιωματικοί στην Ισπανία όταν προχώρησαν στα λεγόμενα pronunciamenti ή πραξικοπήματα με την δημιουργία εφήμερων juntas όσο φυσικά και οι Φιλικοί που έχει αποδειχθεί ότι βρίσκονταν σε ανοιχτή επικοινωνία με τους δυτικούς επαναστάτες. Η αδελφότητα των Δεκεμβριστών στη Ρωσία το 1825 έλκει την καταγωγή της επίσης  από την ίδια επαναστατική μήτρα. Η ριζοσπαστικοποίηση πολλών ιδεολόγων από την συμμετοχή τους στη μόνη επιτυχημένη επανάσταση, την ελληνική, οδήγησε στην εξαγωγή των πιο προοδευτικών και επαναστατικών τάσεων στην Πολωνία αλλά και στη Λατινική Αμερική με την συνεχή μετακίνηση των έμπειρων σε πολεμικές και όχι πλέον μόνο σε συνωμοτικές παραστάσεις επαγγελματιών επαναστατών μετά το 1825.  Ωστόσο, όπως σωστά υπογραμμίζει ο Χόμπσμπάουμ, η κληρονομιά του καρμποναρισμού στα σώματα των αξιωματικών στην Ισπανία και τη Λατινική Αμερική υπήρξε εξαιρετικά αμφίσημη, καθώς αποτέλεσε συχνά το πλαίσιο εντός του οποίου εξυφάνθηκαν οι πλέον αντιδραστικές δικτατορίες ως τις μέρες μας.

Παρά την τελική αποτυχία αυτών των κινήσεων, το κίνημα αποτέλεσε φυτώριο για τους μελλοντικούς ηγήτορες τόσο της ιταλικής ενοποίησης όσο και των φιλοδημοκρατικών αγωνιστών στην Γαλλία. Ο Mazzini αλλά και ο Garibaldi  μετέφεραν την συνωμοτική τους εμπειρία στην προεργασία της εθνικής αφύπνισης και στην εκδήλωση των εθνικοαπελευθερωτικών προσπαθειών. Στη γειτονική Γαλλία το κίνημα αρχικά συγκέντρωσε δημοκρατικούς, βοναπαρτιστές και γενικότερα όσους εναντιώνονταν στην Παλινόρθωση. Οι τεκτονικές στοές και οι μυστικές επαναστατικές οργανώσεις που είχαν δημιουργηθεί λίγο πριν την Επανάσταση του 1789 και παρέμειναν εν δράση ως τους Ναπολεόντειους χρόνους, αποτέλεσαν την μήτρα οργάνωσης των μαχητών. Αν και η εξάπλωσή τους υπήρξε εντυπωσιακή δεν ήταν και αποτελεσματική.  Στη δεκαετία του 1820 οι περισσότερες προσπάθειες να εξεγερθεί είτε ο λαός είτε ο στρατός απέτυχαν με αποτέλεσμα την σύλληψη των αρχηγών τους. Η εξάρτηση των μελών του στρατού από την κρατική χρηματοδότηση έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απροθυμία της πλειοψηφίας των ενστόλων να συνταχθούν με τους επαναστάτες και να διακινδυνεύσουν με τον τρόπο αυτό τη μελλοντική θέση τους και τις οικονομικές απολαβές τους. Κάποιοι από τους επαναστάτες-μαχητές της Γαλλίας κατάφεραν να διεισδύσουν τα επόμενα χρόνια στους κύκλους των ορλεανιστών που επέτυχαν, το 1830 με την Ιουλιανή επανάσταση, την ανατροπή των Βουρβόνων και την ενθρόνιση ως συνταγματικού μονάρχη του Λουδοβίκου-Φίλιππου της Ορλεάνης. Άλλοι απόμαχοι της επαναστατικής δράσης χρησιμοποίησαν τα επόμενα χρόνια τον όρο «μαχητής» για να του προσδώσουν ιδεολογικό περιεχόμενο εντός της νόμιμης κοινοβουλευτικής λειτουργίας, προσπαθώντας να εξαργυρώσουν κομματικά πλέον τον μύθο του επαναστατικού παρελθόντος. Θα αποτύχουν οικτρά. Άλλοι πάλι θα συνεχίσουν την επαναστατική δράση και θα αποτελέσουν τους ηγέτες των οργανώσεων που στράφηκαν κατά της Ιουλιανής μοναρχίας. Ο ρόλος τους στην ριζοσπαστικοποίηση και διάδοση των επαναστατικών ιδεών στο δεύτερο μισό του 19ου αι. υπήρξε εντέλει καταλυτικός σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Θα ήθελα να τονίσω ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο της μελέτης που παρουσιάζουμε σήμερα. Η Καρακατσούλη προχωρά σε ένα επόμενο κεφάλαιο στην ανάδειξη του Λονδίνου ως ένα κέντρου οργάνωσης των μαχητών της Ελευθερίας, ως ένα κοινό καταφύγιο των καταπιεσμένων της Μεσογείου. Στο Λονδίνο του 19ου α. ανήσυχα πνεύματα, που στρατεύονται, αμφισβητούν και διεκδικούν παράλληλα και οργανικά δεμένα με το αναδυόμενο πνεύμα του ρομαντισμού. Στην μεγάλη πρωτεύουσα της παγκόσμιας αυτοκρατορίας συγκλίνουν τα τρία ρεύματα του φιλελευθερισμού, του ριζοσπαστισμού και του φιλελληνισμού. Με υποδειγματική χρήση των εργαλείων των αποικιακών σπουδών, η συγγραφέας αποκαλύπτει την άλλη πτυχή του φαινομένου, την πιο «ρεαλιστική» και γιατί όχι την πιο κυνική: την δημιουργία ενός κέντρου αποφάσεων, δημόσιων  διαβουλεύσεων αλλά και μυστικών επαφών μεταξύ εξόριστων συνωμοτών και ιδεολόγων με πολιτικούς, τραπεζίτες και ομολογιούχους. Σε αυτό το πλαίσιο θα οργανωθούν επιτροπές υποστήριξης της ελληνικής επανάστασης που συνδύαζαν τις πολιτικές με τις χρηματοπιστωτικές στοχεύσεις με την εύλογη ανησυχία ρομαντικών πνευμάτων που αντιμετώπιζαν την σύγχρονη Ελλάδα  ως την φυσική συνέχεια της κλασικής αρχαιότητας. Όπως σωστά θα σημειώσει η συγγραφέας στη δημόσια συζήτηση, από την πλευρά της ιδεολογίας και της γεωπολιτικής σχετικά με την Ελλάδα κυριαρχεί η αποικιοκρατική αντίληψη και η ανεξαρτησία των Ελλήνων εργαλειοποιείται είτε στην εφαρμογή των φιλελεύθερων οραμάτων για μια νέα τάξη στην Ευρώπη είτε στην εξυπηρέτηση τω επαναστατικών σχεδίων της βρετανικής κυριαρχίας.

Τέλος, η Καρακατσούλη μας μεταφέρει στην Ελλάδα, σε μια επιτόπια ανθρωπογεωγραφία των ξένων μαχητών.  Στην μνήμη και στην εν πολλοίς δέσμια της παιδικής ηλικίας σχολική γνώση του μέσου Έλληνα, ονόματα όπως του Φαβιέρου, του Τσώρτς, του Κόχραν, του Γκόρντον και του Δεριγνί βρίσκονται στο πάνθεον των ηρώων δίπλα στους Έλληνες μαχητές. Κι όμως με μια προσεκτική μελέτη των αναμνήσεων και των εντυπώσεών τους μπορούμε να δούμε, να συγκρίνουμε και να κατανοήσουμε τα κίνητρα, τις σχέσεις με τους μαχόμενους Έλληνες, τις απογοητεύσεις τους, τις δυσκολίες πολιτισμικής επικοινωνίας αλλά και τις προσωπικές φιλοδοξίες, τον καιροσκοπικό χαρακτήρα αποφάσεων και δράσεων. Και μόνο σε αυτόν τον τομέα να περιοριζόταν η συνεισφορά της Καρακατσούλη, η μελέτη της αξίζει μιας ξεχωριστής θέσης στις ιστορικές μελέτες που είδαν το φως της δημοσιότητας τα τελευταία χρόνια.

Ολοκληρώνοντας αυτή την παρουσίαση, επιστρέφω στη βασική υπόθεση εργασίας της Καρακατσούλη στην αναζήτηση δηλαδή του κατά πόσο οι μαχητές της ελευθερίας αποτελούσαν μέλη μιας πρώτης φιλελεύθερης επαναστατικής διεθνούς   ή ένα επαναστατικό δίκτυο που λειτουργούσε με «χαλαρούς δεσμούς» στα πλαίσια των αλλεπάλληλων επαναστατικών κυμάτων των αρχών του 19ου αι. . Θα απορρίπταμε-όπως κάνει και η Καρακατσούλη- το γοητευτικό αλλά ανεδαφικό πρώτο χαρακτηρισμό. Η έλλειψη ενός κοινού συντονιστικού κέντρου, ενός κεντρικού επαναστατικού προγράμματος και  οι διαφορετικές στοχεύσεις και διαφορετικές επαναστατικές προσεγγίσεις, δεν μας επιτρέπουν να μιλάμε για μια διεθνή, κατά τα πρότυπα του 20ου αι.. Η απουσία θεμελιωδών γραπτών κειμένων, η μυστικότητα και η αδυναμία συντονισμού, απέτρεπαν την κοινή δράση και διάδοση των ιδεών σε πλατιά λαϊκά στρώματα. Η εθνοκεντρική οπτική του γαλλικού επαναστατικού κινήματος υπέσκαψε σαφώς την υπερεθνική διάσταση του φαινομένου, ενώ οι εθνικές ιταλικές διεκδικήσεις υπερείχαν των γενικότερων κοινωνικών εξαγγελιών. Ο βρετανικός παράγοντας μόνο αθώος δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί. Η συμμαχία των επαναστατών με τις αριστοκρατικές αντιπολιτεύσεις απέδειξε τους εθνικούς προσανατολισμούς της πλειοψηφίας των Ιταλών, ενώ η επίδραση της Γαλλίας θεωρήθηκε από πολλούς επαναστάτες -κι όχι άδικα- ως τροχοπέδη στην προσπάθεια ολοκλήρωσης της εθνικής αποκατάστασης. Οι αντιδυναστικές και φιλελεύθερες στοχεύσεις των μαχητών της Ελευθερίας γεννήθηκαν σε μια περίοδο παράλληλης ενίσχυσης των εθνικισμών, με αποτέλεσμα από κάποιο σημείο και έπειτα το εθνικό διακύβευμα να  συγκρούεται με τις φιλοδοξίες για φιλελευθεροποίηση του πολιτικού συστήματος και οι δύο στόχοι να μην είναι πλέον συμβατοί. Αυτή  η επαναστατική κινητικότητα που εμφανίζεται έκτοτε και θα διατηρηθεί ως τα μέσα του 19ου αιώνα προϋπέθετε ένα γενικό και εν μέρει χαλαρό κοινό επαναστατικό πλαίσιο και μια αλληλεγγύη που εδραζόταν στο συνωμοτικό παρελθόν αλλά δεν διεκδικούσε μια οικουμενικότητα. Κι αν στις γενικές αναφορές τους οι μαχητές αναφέρονταν σε οικουμενικές αξίες (ελευθερία, ισότητα κ.λπ.) αυτό βοηθούσε περισσότερο στην ανάδειξη και θεμελίωση ενός δικτύου, παρά μιας διεθνούς οργάνωσης γεγονός που θα έχρηζε ύπαρξης  και κέντρου και σαφούς και γραπτού ιδεολογικού καταστατικού. Όπως αποδεικνύεται από την μελέτη  οι επαφές Ισπανών, Ιταλών, Γάλλων, , Ρώσων, Ελλήνων επαναστατών οδήγησαν στη συγκρότηση μιας πρώτης οργάνωσης με πανευρωπαϊκή δράση κατά των απολυταρχιών (σε όλες τις περιπτώσεις) αλλά με όχι ακόμα πλήρως ξεκάθαρες ιδεολογικές και κοινωνικές στοχεύσεις. Η Ελληνική επανάσταση χρησιμοποιήθηκε ως  πεδίο δράσης και υπήρξε η μόνη επιτυχημένη εξέγερση μιας ταραγμένης περιόδου.

Η Καρακατσούλη αποδεικνύει και κάτι ακόμα: δεν μπορούμε να κατανοήσουμε το κορυφαίο γεγονός της ελληνικής επανάστασης χρησιμοποιώντας τις κλασικές και ελληνοκεντρικές επιστημονικές πρακτικές. Μια ανάγνωση της διεθνικής διάστασης της επανάστασης είναι αναγκαία και ίσως με όχημα τον φιλελληνισμό και επιβάτες του μαχητές της ελευθερίας μπορεί το ταξίδι να γίνει πιο ασφαλές και πιο ενδιαφέρον όπως αποδυκνείει εξάλλου η παρούσα μελέτη.

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s