Ο θείος Σάμ στο Παρίσι: όψεις της αμερικανικής πολιτιστικής διείσδυσης στην Ευρώπη του 1917

 

 Στις αρχές του 1917 ο περίφημος Αμερικάνος δημοσιογράφος Walter Lipmann, ο πνευματικός πατέρας του όρου «ψυχρός πόλεμος» που έγινε γνωστός μετά το 1946 από τον Τζώρτζ Όργουελ, υποστήριζε ότι στις δύο ακτές του Ατλαντικού έχουν αναπτυχθεί  τόσο στενοί δεσμοί κοινών συμφερόντων που καλύπτουν ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, ώστε αν χαθεί αυτή η κοινότητα συμφερόντων τότε και μόνο θα συνειδητοποιήσουμε τί πραγματικά χάσαμε, [1] Οι Η.Π.Α. προετοιμάζονταν για να εξέλθουν στον πόλεμο και σε κάθε τόνο έπρεπε να υπογραμμιστεί η αναγκαιότητα προάσπισης όχι των αμιγώς οικονομικών και γεωστρατηγικών συμφερόντων της Ουάσιγκτον αλλά να τονιστεί η πολιτισμική ενότητα της Δύσης απέναντι στην απειλή που αντιπροσώπευαν εκείνη την περίοδο  η Γερμανία και οι Σύμμαχοί της. To 1917, τη χρονιά που θα αλλάξει ο κόσμος για πολλούς λόγους, η αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν είχε ακόμα οριστικοποιήσει- ούτε ακόμα διαμορφώσει- τους άξονες εκείνους πάνω στους οποίους θα βασίσει την ιμπεριαλιστική πολιτική της στον ευρωπαϊκό χώρο όπως θα γίνει μετά το 1945.  Συναντούμε όμως στην προπαρασκευή της ευρωπαϊκής και αμερικανικής κοινής γνώμης για την είσοδο των Sammies στον Μεγάλο Πόλεμο τους ίδιους εκείνους παράγοντες -που όπως τονίζει με εμφατικό τρόπο ο Edwars Said [2]- ανέλαβαν την αποστολή για την αιτιολόγηση του πολιτιστικού ιμπεριαλισμού των Η.Π.Α. στην μετα-ναζιστική Ευρώπη. Σε δημοφιλείς συγγραφείς όπως ο H.G.Wells ήδη από το 1906 η Αμερική προβαλλόταν ως η εναλλακτική λύση στην ευρωπαϊκή κατάπτωση μέσα φυσικά από το πρίσμα μιας ενδυνάμωσης του κοινού αγγλο-σαξονικού παρελθόντος. [3] Ο Wells  θα επιστρέψει σε αυτή την ιδέα κατά τη δεκαετία του ’40 τονίζοντας την διπλή απέχθειά του στο ναζισμό και τον κομμουνισμό. Σε ανθρώπους όπως ο Lippmann – ή ο Kennan μετά το 1945- οι ιδέες του αμερικανικού leadership και της αμερικανικής εξαίρεσης ήταν παρούσες αρκετά πριν οι δυνάμεις του στρατηγού Πέρσιγκ αποβιβαστούν στις γαλλικές ακτές τον Απρίλιο του 1917. [4]

 

Όταν οι Η.Π.Α. αποφάσισαν να εισέλθουν στον πόλεμο –αντίθετα με τις προεκλογικές διακηρύξεις τόσο των Ρεπουμπλικάνων του Χιούζ όσο και των Δημοκρατικών του Ουίλσον- η αιτιολόγηση βασίστηκε κυρίως στους παραδοσιακούς δεσμούς φιλίας που τις συνέδεαν με την Γαλλία, το κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο με την Βρετανία, στην ανάδειξη κοινών ιδεωδών που μοιράζονταν στα πλαίσια του δυτικού πολιτισμού. Οι οικονομικοί λόγοι, τα εμπορικά συμφέροντα που πλήττονταν από τον αδικαιολόγητο γερμανικό υποβρύχιο πόλεμο, η ανάγκη εξυπηρέτησης των δανείων που είχαν δοθεί στους Συμμάχους αποτελούσαν τα ουσιαστικά κίνητρα για την συμμετοχή στον «ευρωπαϊκό εμφύλιο». Οι Η.Π.Α., όπως σωστά διατυπώθηκε από τον Wall, εισήλθαν στον πόλεμο ως μια «συνδεδεμένη» δύναμη που ήθελε να διασφαλίσει πρώτιστα τα συμφέροντα των δικών της κεφαλαιούχων και των τραπεζών, και όχι σαν μια «συμμαχική» χώρα που θα εξυπηρετούσε τους προπολεμικούς ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς των Βρετανών και των Γάλλων. [5] Επιπρόσθετα, παράμετροι που έπαιξαν αναμφισβήτητα σημαντικό ρόλο στην τελική απόφαση για συμμετοχή στον πόλεμο ήταν οι εσωτερικές ισορροπίες αναφορικά με την πρόσληψη των πολεμικών συγκρούσεων στην Ευρώπη από τις εθνικές κοινότητες στις ίδιες τις Η.Π.Α. αλλά και οι προσπάθειες του Βερολίνου να εκμεταλλευτεί τις αντιθέσεις της Ουάσιγκτον με περιφερειακές δυνάμεις όπως το Μεξικό [6]

 

Η τελική άφιξη των Sammies στην Ευρώπη το 1917 προκάλεσε αναμφισβήτητα μια ουσιώδη τομή στην εξέλιξη του πολέμου δίνοντας ισχυρό στρατιωτικό πλεονέκτημα στην Αντάντ. Ακόμα κι αν περιοριζόταν σε αυτή την πολεμική παρουσία η αμερικανική συμμετοχή θα αρκούσε να θεωρηθεί το 1917 ως ένα έτος καμπής στο πολεμικό μέτωπο. Ακόμα κι αν το 1917 δεν συνοδευόταν από την τελική συνθηκολόγηση του Μπρέστ-Λιτόφσκ και τις μαζικές εξεγέρσεις στον γερμανικό και γαλλικό στρατό, η παρουσία τελικά στα ευρωπαϊκά μέτωπα περίπου 1,8 εκ. Αμερικανών είναι επαρκής λόγος για να υποστηρίξουμε ότι οι αμερικανο-ευρωπαϊκές σχέσεις αλλάζουν οριστικά από το πρώτο κιόλας εξάμηνο του 1917. Οι επιδράσεις της αμερικανικής επέμβασης δεν περιορίστηκαν μόνο στο στρατιωτικό επίπεδο, στις οικονομικές σχέσεις νικητών αλλά και ηττημένων με το αμερικανικό κεφάλαιο και στην εξέλιξη της μεταπολεμικής διπλωματίας χάρη στις περίφημες αρχές του Προέδρου Ουίλσον. Η έλευση των αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη οδήγησε σε βαθιές αλλαγές στην καθημερινότητα των ευρωπαϊκών λαών με την υιοθέτηση συνηθειών στην κουλτούρα τους που διαφοροποιούσαν το ως τότε κυρίαρχο ευρωπαϊκό μοντέλο. [7] Η εισβολή των αμερικανικών προϊόντων μαζικής κουλτούρας έχει την αφετηρία της στο 1917, όταν όψεις της αμερικανικής διασκέδασης και ψυχαγωγίας, της αμερικάνικης λαϊκής κουλτούρας θα διαδοθούν σε ευρύτερες λαϊκές μάζες. Παράλληλα, φορείς της αμερικάνικης διανόησης (μουσικοί, χορευτές, συγγραφείς, ζωγράφοι, τεχνοκριτικοί κ.α.)  θα εγκατασταθούν στον ευρωπαϊκό χώρο δημιουργώντας μια ιδιάζουσα σχολή πνευματικής παραγωγής που επηρέασε την υψηλή κουλτούρα τόσο της Ευρώπης όσο και της Αμερικής κατά τον Μεσοπόλεμο. Με τον όρο μαζική κουλτούρα εννοούμε την σταδιακή αποδοχή και διάδοση ενός νέου τρόπου ζωής που αποκόβεται από τον παραδοσιακό λαϊκό πολιτισμό των αγροτικών κοινωνιών και βασίζεται εν πολλοίς στην ενσωμάτωση πολιτιστικών στοιχείων των κατώτερων κοινωνικών τάξεων ή και του κοινωνικού περιθωρίου από την πλειοψηφία του αστικού πληθυσμού και η μαζική συμμετοχή σε νέες μορφές έκφρασης. Σε αυτά τα πλαίσια εντάσσουμε την εμφάνιση νέων μορφών τέχνης αλλά και τον εκδημοκρατισμό της σωματικής άσκησης και του διασυλλογικού αθλητισμού. [8] Στην παρούσα ανακοίνωση δεν θα απασχοληθούμε με την «αμερικανοποίηση» της μεσοπολεμικής Ευρώπης των «τρελλών χρόνων» (les années folles). Όση γοητεία κι αν ασκεί η ζωή και η δράση στην Ευρώπη μύθων όπως η Γερτρούδη Στάιν, ο Έρνεστ Χέμινγουέη, ο Σκότ Φιτζέραλντ, ο Χένρρι Μίλλερ ή η Ζοσεφίν Μπέικερ, [9] θα προτείναμε  να ρίξουμε μια ματιά στην είσοδο στην ευρωπαϊκή κουλτούρα στοιχείων που ανέπτυξαν  στενούς δεσμούς και ρίζες με την λαϊκή καθημερινότητα όπως λ.χ. η μουσική ή ο αθλητισμός.

 

Στις Η.Π.Α. η μαζική κουλτούρα αποτελούσε ήδη από το 1900 κυρίαρχο ρεύμα και ο θρίαμβός της είχε προκαλέσει αναπόφευκτα την αντίδραση τόσο των τοπικών ελίτ στο χώρο του πολιτισμού και της εκπαίδευσης όσο και των διαφόρων θρησκευτικών δογμάτων. Οι Η.Π.Α. Η ανακάλυψη και η διάδοση του κινηματογράφου αποτέλεσε τον έναν πυλώνα αυτής της ανάπτυξης κάτι που δεν θα απασχολήσει την παρούσα ανακοίνωση. Ο δεύτερος πυλώνας υπήρξε αναμφισβήτητα η διάδοση της μουσικής τζάζ, της μουσικής έκφρασης δηλαδή μιας απομονωμένης αστικής κοινότητας, της νέγρικης. Ο Έρικ Χόμπσμπαουμ σε ένα περίφημο άρθρο του για την έλευση της τζάζ στην Ευρώπη έκανε την σημαντική επισήμανση σχετικά με το κοινωνικό φορέα υποδοχής της νέγρικης μουσικής στην παλαιά ήπειρο. Στην Βρετανία η υποδοχή της μουσικής που θα πάρει σύντομα-αλλά όχι ακόμα τότε- το όνομα τζάζ είχε πιο πλατιά κοινωνική βάση και μάλιστα αποτέλεσε μέρος των χορευτικών συνηθειών στα εργατικά ψυχαγωγικά κλάμπ της βιομηχανικής Βρετανίας. Αντίθετα στην υπόλοιπη Ευρώπη η διάδοση της τζάζ συνέπεσε με την χαλάρωση των αριστοκρατικών και αστικών συμβάσεων, την υιοθέτηση του χορευτικού ρυθμού από μια μορφωμένη κατηγορία μέσο και μεγαλο-αστών (που είχαν ήδη υιοθετήσει το εξίσου ταπεινό στην καταγωγή τάγκο [10]) και με την ενίσχυση μετά το 1917 των υπερατλαντικών τρόπων επικοινωνίας. [11] Η ανακάλυψη της τζάζ από την ευρωπαϊκή διανόηση και η αναγνώριση των καλλιτεχνικών λαϊκών ριζών της έγινε σχετικά άμεσα, ενώ σύντομα οι μουσικοί της τζάζ θα αναγνωριστούν από τους μεγάλους συνθέτες της Ευρώπης όπως ο Ραβέλ ή ο Ντεμπυσύ ως ισότιμοι και ικανότατοι μουσικοί. [12] Όταν πρωτοακούστηκε το 1917 από τις νέγρικες στρατιωτικές μπάντες σε ένα ευρύτερο κοινό ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του και ο «θορυβώδης» πρωτόγνωρος ρυθμός του έμοιαζε να καταγγέλλει μιμούμενος τον ρυθμό των βομβαρδισμών. Αυτή ακριβώς η αναζωογονητική μελωδία που συνοδευόταν με την υιοθέτηση αντίστοιχων χορευτικών επιλογών αποτέλεσε το σήμα κατατεθέν του περάσματος τόσο στη  νέα εποχή που είχε την ανάγκη να αφήσει πίσω τον πόνο και την τραγωδία του πολέμου όσο και στην εποχή της κυριαρχίας του αμερικάνικου τρόπου διασκέδασης. [13]

 

Στον ευρωπαϊκό χώρο ήδη από το 1900 και κατά τη διάρκεια της διεθνούς έκθεσης στο Παρίσι, το γαλλικό κοινό είχε έρθει σε μια πρώτη επαφή με τους ρυθμούς της χορευτικής νέγρικης μουσικής μέσω της μπάντας του αμερικάνικου ναυτικού υπό τον John Philip Sousa. Η επιτυχία υπήρξε τέτοια που μια σειρά από συναυλίες θα οργανωθούν και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Παρατηρούμε δηλαδή ότι ο αμερικανικός στρατός αποτέλεσε από αρκετά νωρίς το μέσο διάχυσης ενός μουσικού προϊόντος που ακόμα ήταν υπό διαμόρφωση και στις ίδιες τις Η.Π.Α. Το γεγονός αυτό καθιστά την διερεύνηση του όλου θέματος εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αν αναλογιστούμε τον κλασικό συντηρητισμό που χαρακτηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις ακόμα κι όταν μιλάμε για τα μουσικά τους σύνολα.  Η πραγματική εισβολή όμως γίνεται το 1917 όταν οι Αμερικανοί φθάνουν μαζικά στην Ευρώπη. Το 10% του αμερικάνικου στρατού αποτελούταν από μαύρους οι οποίοι αν και δεν υπηρετούσαν στις ίδιες μονάδες με τους λευκούς Αμερικανούς –δείγμα της πολιτικής των διακρίσεων που επικρατούσε ακόμα- επέδειξαν ιδιαίτερο πατριωτισμό ευελπιστώντας μεταξύ άλλων και σε μια βελτίωση της θέσης τους στην αμερικανική κοινωνία. Το 15ο σύνταγμα πεζικού του αμερικανικού στρατού αποτελούταν αποκλειστικά από μαύρους και αποτέλεσε το κέντρο διάδοσης της μαύρης μουσικής στον ευρωπαϊκό χώρο. Ανάμεσα στους εθελοντές που πέρασαν τον Ατλαντικό η πλέον εμβληματική προσωπικότητα υπήρξε του James Reese Europe, ενός αστέρα της μαύρης διανόησης της Νέας Υόρκης και ιδιοκτήτης δύο από τα πιο δημοφιλή τζάζ κλάμπ της αμερικάνικης μεγαλούπολης.  Στον Europe και στον Noble Sissle, έναν άλλο μουσικό του συντάγματος, ανατέθηκε από τη διοίκηση  η οργάνωση μιας ορχήστρας με τους καλύτερους μουσικούς με σκοπό να τονωθεί το ηθικό των στρατιωτών. Ο Europe θα ανακαλύψει τους καλύτερους μουσικούς στις Η.Π.Α., στο Πουέρτο Ρίκο και στην Κούβα και θα δημιουργήσει μια μπάντα (τους «Harlem Hellfighters») που από το τέλος του 1917 ως το 1919 θα πραγματοποιήσει πλήθος εμφανίσεων σε ολόκληρη τη Γαλλία και το Βέλγιο. Παρόμοιες μπάντες μαύρων θα εμφανιστούν και σε άλλες μονάδες του αμερικάνικου στρατού. [14] Το κοινό θα έρθει σε πρώτη επαφή με «την άγρια αυτή τέχνη που ξεπηδάει από τα τραγούδια των νέγρων» όπως ανέφερε η εφημερίδα Ouest-Eclair. Η μουσική παράσταση στο Καζίνο του Παρισιού το 1919 [15] έδωσε το έναυσμα στον Jean Cocteau να γράψει ένα από τα σημαντικότερα κείμενα περιγραφής της νέας αυτής μουσικής και ταυτόχρονα να εισαγάγει την τζαζ στον κύκλο των σουρεαλιστών παρέχοντάς της μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική «υιοθεσία». [16]  Μετά το 1917 τίποτα δεν θα είναι ίδιο στο μουσικό τοπίο της Ευρώπης. Η τζάζ θα ακολουθήσει την πορεία των αμερικάνικων στρατευμάτων. Κι αν το 1917 θα καταλάβει τη μουσική ζωή της Γαλλίας, το 1919 θα σαγηνεύσει το Βερολίνο. [17] Ο πόλεμος άλλαξε οριστικά τις μουσικές συνήθειες των δοκιμαζόμενων ευρωπαϊκών λαών ανατρέποντας πλέον τις παραδοσιακές φόρμες και δημιουργώντας όλες εκείνες τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη μαζικών μορφών μουσικής ψυχαγωγίας. [18]

 

Το 15ο Σύνταγμα στο οποίο αναφερθήκαμε θα μετονομαστεί σε 369ο σύνταγμα πεζικού και θα ενταχθεί υπό γαλλική διεύθυνση ώστε να μην χρειαστεί να συνυπάρξουν κάτω από κοινή διοίκηση λευκοί και μαύροι. Σε αυτό το 369ο σύνταγμα χρωστά η Ευρώπη μια άλλη αμερικανική ανακάλυψη που έκανε την μαζική εμφάνισή της στην Ευρώπη το 1917: το μπάσκετ. Όπως το ποδόσφαιρο από τα μέσα του 19ου αι. αποτέλεσε ένα βασικό όπλο ενίσχυσης της βρετανικής εικόνας, έτσι και το μπάσκετ θα συνδεθεί με την εμφάνιση και την άνοδο της αμερικανικής αυτοκρατορίας. [19] Ήδη από το τέλος του 19ου αι. ο κόσμος των σπόρ και ειδικά εκείνος των νεανικών σωματείων αθλητισμού γνώρισε στην δυτική Ευρώπη μια σημαντική αλλαγή: η πρακτική της άθλησης δημοκρατικοποιείται και εντάσσεται στην σωματική προπαρασκευή των νέων –διαδικασία άμεσα συνδεδεμένη και με την προετοιμασία των εθνικών στρατών για την επερχόμενη σύγκρουση. Στον αμερικάνικο στρατό το 1916 –κατά τη διάρκεια της συνοριακής κρίσης με το Μεξικό- ο αθλητισμός εισήλθε ως βασικό στάδιο για την ορθή προετοιμασία των στρατευμένων. Σε αυτά τα πλαίσια εισήλθαν μια σειρά από σπόρ όπως η πυγμαχία, το μπάσκετ, το μπέηζμπολ στο πρόγραμμα των στρατιωτικών γυμνασίων. [20] Οι πρώτες επιδείξεις μπάσκετ από το γαλλικό παράρτημα της YMCA (ΧΑΝ) στην οδό Trevise  στο Παρίσι το 1893, δηλ. μόλις δύο χρόνια μετά την επινόηση του παιχνιδιού από τον καθηγητή και μέλος της YMCA James Neismith  στο Πανεπιστήμιο του Σπρίνγκφιλντ. Το 1897 οι εφημερίδες στο Νταντί της Σκωτίας κάνουν λόγο για επιδείξεις του νέου αμερικάνικου παιχνιδιού. Στην πραγματικότητα όμως το μπάσκετ γίνεται γνωστό μέσω των θρησκευτικών οργανώσεων περισσότερο στην αμερικανική ήπειρο, στην Ασία ή στην Ωκεανία παρά στην Ευρώπη. [21] Οι επιδείξεις του νέου σπορ στους Ολυμπιακούς του Σεν Λούις το 1904 δεν θα συγκινήσουν τους Ευρωπαίους. Το μπάσκετ θα γίνει πραγματικά γνωστό στο λιμάνι της Saint-Nazaire , στην αμερικανική στρατιωτική βάση, όπου  θα οργανωθούν μπροστά σε ένα ευρύ κοινό οι πρώτοι αγώνες μπάσκετ. Ο αμερικανικός παράγοντας διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην διάδοση ενός  σπορ που μόλις στη δεκαετία του 1920 κατάφερε να λάβει διεθνή νομική υπόσταση και να κωδικοποιήσει τους κανονισμούς προσαρμοσμένους στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα. [22] Η διάδοση του μπάσκετ- όπως και άλλων σπορ- από τον αμερικάνικο στρατό έγινε με βάση έναν κεντρικό σχεδιασμό και με τη  σύμφωνη γνώμη όλων των επιπέδων της αμερικανικής διοίκησης. Οι λόγοι εντοπίζονταν κυρίως στην αναγκαιότητα απόκτησης και διατήρησης υψηλού αξιόμαχου των ενόπλων δυνάμεων αλλά και για την όσο το δυνατόν πιο ήπια διείσδυση του αμερικανικού μοντέλου στον ευρωπαϊκό χώρο. Ο υπουργός Πολέμου των Η.Π.Α. Newton Baker θα αποστείλει στην Ευρώπη τον υπεύθυνο του ιδρύματος Ροκφέλερ [23] Raymond Fosdick για να συντονίσει το πρόγραμμα υγιεινής και αθλητισμού. Σε συνεργασία με άλλες οργανώσεις όπως η YMCA, οι πρόσκοποι και ο Ερυθρός Σταυρός σύντομα θα δημιουργηθεί ένα ευρύ πρόγραμμα που κάλυπτε τα 32 αμερικάνικα στρατόπεδα στην Ευρώπη. Σημαντικό δε ρόλο στην ανάπτυξη του σχετικού προγράμματος διαδραμάτισε και ο εφευρέτης του μπάσκετ James Naismith  ο οποίος ανέλαβε υπεύθυνος του τμήματος υγιεινής της YMCA. [24] Χάρη στις ΧΑΝ, στον αμερικάνικο Ερυθρό Σταυρό και τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις σε σύντομο χρονικό διάστημα το μπάσκετ γνωρίζει αλματώδη ανάπτυξη αρχικά ανάμεσα στις στρατιωτικές δυνάμεις των Συμμάχων και σύντομα στα σχολεία και τα πανεπιστήμια που το εντάσσουν στο πρόγραμμά τους. Στις περιπτώσεις της Γαλλίας και του Βελγίου η διείσδυση πραγματοποιήθηκε άμεσα από τον αμερικανικό στρατό και τις καθολικές οργανώσεις νέων. Στην Ιταλία [25] και στην Ελλάδα σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι ΧΕΝ αλλά και οι ομογενείς όπως φανερώνει η περίπτωση του Μάικ Στεργιάδη μόλις το 1918. [26]  Στη νεαρή Γιουγκοσλαβία τον συγκεκριμένο ρόλο ανέλαβε το αμερικάνικο τμήμα του Ερυθρού Σταυρού στα πλαίσια της προπαγάνδισης των μέτρων υγιεινής μετά το δραματικό πέρασμα της ισπανικής γρίπης. [27] Στις Βαλτικές δημοκρατίες-όπου το μπάσκετ αναδείχθηκε ως ένα από τα βασικότερα μέσα προβολής της εθνικής ιδιαιτερότητας- υπεύθυνοι υπήρξαν οι ομογενείς στρατιώτες και μετανάστες που επέστρεψαν μετά τον πόλεμο στις χώρες αυτές που πρόσφατα είχαν κερδίσει την ανεξαρτησία τους. [28]

 

Το πρόγραμμα του στρατιωτικού αθλητισμού έλαβε σημαντικές διαστάσεις, ενώ η έκδοση μιας σειράς ενημερωτικών επιθεωρήσεων και φυλλαδίων από τις αμερικανικές αρχές με τους κανόνες των σπορ και συμβουλές αθλητικής υγιεινής συντέλεσαν στην αλλαγή των πρακτικών όχι μόνο εντός των συμμαχικών στρατών αλλά και στις ως τότε παραδοσιακές αθλητικές πρακτικές των δυτικών κοινωνιών. Αποκορύφωμα αυτής της ιδιαίτερης αμερικανικής πολιτιστικής διείσδυσης και ενδεικτική του νέου πλέγματος συσχετισμών μεταξύ Η.Π.Α. και Ευρώπης υπήρξαν οι περίφημοι «Διασυμμαχικοί Αγώνες» που πραγματοποιήθηκαν από τις 22 Ιουνίου ως τις 6 Ιουλίου 1919 στο νεότευκτο στάδιο Πέρσινγκ, το οποίο κατασκευάστηκε από τον αμερικάνικο στρατό και την YMCA, στο δάσος της Vincennes στο Παρίσι και προσφέρθηκε ως δώρο των Η.Π.Α. στη Γαλλία. Οι Αγώνες αποτελούσαν το προσωπικό στοίχημα του Elwood S. Brown, διευθυντή του αθλητικού τμήματος της YMCA που μόλις λίγες βδομάδες πριν την Ανακωχή του 1918 είχε περιγράψει σε επιστολή του προς τον συνταγματάρχη Bruce Palmer την αναγκαιότητα επίδειξης σε ευρύ κοινό αγώνων και την διοργάνωση αθλητικών συναντήσεων. Αυτή η «στρατιωτική Ολυμπιάδα» των νικητών διεξήχθη σε μια περίοδο κρίσης του ολυμπιακού κινήματος. [29] Η δε επιτυχία της ήταν μια ακόμα απόδειξη της γρήγορης προόδου που είχε κάνει η αμερικανική αθλητική διείσδυση στον ευρωπαϊκό χώρο από το 1917.[30]

 

Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι το 1917 αποτέλεσε σημείο καμπής για τις σχέσεις των Η.Π.Α και της Ευρώπης γενικότερα. Η ενασχόληση με δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα της λεγόμενης soft power στη διπλωματία δεν μπορεί να είναι παρά ενδεικτική μιας ευρύτερης, πολύπτυχης και σταθερής διείσδυσης του αμερικανικού τρόπου ζωής και της αμερικάνικης κουλτούρας σε μια ευρωπαϊκή κοινωνία που εξερχόταν καταστραμμένη από τον πόλεμο.  Το 1917 αποτελεί σταθμό για τις μουσικές  και ευρύτερα καλλιτεχνικές επιλογές των μεσαίων τάξεων της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης. Αποτελεί τέλος σταθμό στην διάχυση του συλλογικού και ανταγωνιστικού πνεύματος των αθλητικών εκδηλώσεων σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αλλά η μελέτη του φαινομένου απαιτεί μια πιο διεισδυτική ανάλυση των μέσων και των φορέων διαμόρφωσης της μαζικής μουσικής, κινηματογραφικής και αθλητικής κουλτούρας στον ευρωπαϊκό χώρο με έτος σταθμό φυσικά το 1917. Θα επανέλθουμε.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Giuliana Gemelli, “Europe-USA. American foundations and European scientific integration: actors and networks (1920’s-1970’s), στο François Roche (ed.), La culture dans les relations internationales, Ecole Française de Rome, Rome, 2002, σ.411.    

[2] Edward Said, Culture er impérialisme, Fayard, Paris, σ.398-399.

    [3] Βλ. το κλασικό έργο του H.G.Wels, The future in America, Harper and Brothers, London 1906 το οποίο και έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής από το αμερικάνικο κοινό Βλ. σχετικά και David Ellwood, “Defending diversity, the Americanization question in European identity debates”, στο François Roche (ed.), La culture dans les relations internationalεs, Ecole Française de Rome, Rome, 2002, σ.398. 

[4] Alan Axelrod, Selling the Great War : the making of American propaganda, Palgrave, New York, 2009, σ.189-210.

    [5] Irwin M.Wall, L’influence américaine sur la politique française 1945-1954, Balland, Paris, 1989, σ.22-23.    

[6] Βλ. λ.χ. τις εντεινόμενες αντιθέσεις μεταξύ αγγλικής και ιρλανδικής καταγωγής Αμερικανών ειδικά μετά την εξέγερση του Δουβλίνου το 1916 και την θέση των γερμανικής καταγωγής πολιτών ειδικά στις ανατολικές ακτές. Βλ. Marc Ferro, Ο πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος 1914-1918, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1997, γ’ έκδοση, σ.238 και 240-241, καθώς και Thomas Boghardt, “ The Zimmermann Telegram: Diplomacy, Intelligence and the American Entry into World War I”, The BMW Center for German and European Studies Edmund A. Walsh School of Foreign Service Georgetown University Working Paper Series, Working Paper No.6-04  http://georgetown.edu/sfs/cges/working_papers.html, November 2003 Working Paper No.6-04.

[7] Βλ. σχετικά Jacques Dugast, La vie culturelle en Europe au tournant des XIXe et XXe siècle, PUF, Paris, 2001, ειδικά σελ. 1-8. Όπως σημειώνει ο συγγραφέας η άμεση επαφή της Ευρώπης με την διανόηση της αμερικανικής ηπείρου αφορούσε μερικές δεκάδες διανοούμενων που επιχειρούσαν το υπερατλαντικό ταξίδι, ενώ ακόμα λιγότεροι ήταν οι Αμερικανοί που είχαν εγκατασταθεί στον ευρωπαϊκό χώρο (κυρίως στο Παρίσι, Λονδίνο, Βιέννη και Βερολίνο) πριν το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου. Βλ. ο.π., σ. 210-213.

[8] Βλ. Γιώργος Κόκκινος, Πρίσματα ευρωπαϊκής ιστορίας, Μεταίχμιο, Αθήνα 2007, σ.94-95.    

[9] Για μια επισκόπηση της γενιάς των Αμερικανών στο Παρίσι μετά το 1900 και ως τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο βλ. Nancy Green, “Expatriates and Americanization.Paris 1900-1940”, στο Anne Dulphy, Robert Frank, Marie-Anne Matard-Bonucci, Pascal Ory (ed.), Les relations culturelles internationals au XXe siècleDe la diplomatie culturelle à l’acculturation, Peter Lang, Bruxelles, σ.267-276 όπου και η σχετική βιβλιογραφία για το θέμα. Για ειδικότερα θέματα βλ. Paul Colin, Henry Louis Gates and Karen C. C. Dalton,  Josephine Baker and La Revue Nègre , Paul Colin’s Lithographs of Le Tumulte Noir in Paris, 1927, H.N. Abrams, New York, 1998, Michel Fabre,. From Harlem to Paris : Black American Writers in France, 1840-1980, University of Illinois Press, Urbana 1991, Jeffrey H. Jackson, Making Jazz French : Music and Modern Life in Interwar Paris American Encounters/Global Interactions, Duke University Press, Durham 2003.

  [10] Για το τάγκο στα ελληνικά βλ. Salas Horacio, Το Τάνγκο, Πορεία, Αθήνα 2014 και Χρήστος Λούκος, «Κοινωνική ιστορία του τάνγκο. Από τις υποβαθμισμένες συνοικίες του Buenos Aires στα σαλόνια της Ευρώπης », Μνήμων, τ. 20 (1998), σ. 251-270.    

[11] Eric Hobsbawm, Ξεχωριστοί άνθρωποι. Αντίσταση, εξέγερση και τζάζ, Θεμέλιο, Αθήνα 2001, σ.353-363.

  [12] Την ίδια ώρα η «νέγρικη» μουσική του περιθωρίου γνώριζε την αναμενόμενη απόρριψη τόσο από τις λευκές ρατσιστικές κυρίαρχες τάξεις των Η.Π.Α. όσο και από  σημαντικό μέρος των συντηρητικών ευαγγελικών και προτεσταντικών κοινοτήτων των μαύρων. Βλ. Jacques Portes, De la scène à l’écran. Naissance de la culture de masse aux Etats-Unis, Belin, Paris 1997, σ,301.

 

[13] Τα χρόνια που θα ακολουθήσουν από τη λήξη του πολέμου ως το 1940 η Δυτική και η Κεντρική Ευρώπη θα κατακλυστούν από αμερικάνικης προέλευσης χορούς (τσάρλεστον, φοξ-τροτ, μπλάκ μπότομ και σουίνγκ από τις ΗΠΑ, ρούμπα από την Καραϊβική, τάγκο από την Αργεντινή, σάμπα από την Βραζιλία κ.α.α).  Παράλληλα θα διαμορφωθούν και ευρωπαϊκές μουσικές σκηνές οι οποίες θα κυριαρχήσουν στον νεανικό τρόπο διασκέδασης. Βλ. Sophie Jacotot, « « Danses modernes » des Amériques à Paris dans l’ entre-deux-guerres. Etapes de l’acculturation et formes de l’appropriation » στο Anne Dulphy, Robert Frank, Marie-Anne Matard-Bonucci, Pascal Ory (ed.), Les relations culturelles internationals au XXe siècle. De la diplomatie culturelle à l’acculturation, Peter Lang, Bruxelles, σ.237-246 και Thomas J. Hennessey, From Jazz to Swing : African-American Jazz Musicians and Their Music, 1890-1935 Wayne State University Press, Detroit 1994. 

[14] Peter M. Lefferts, «Black US Army Bands and Their Bandmasters in World War I«,  Faculty Publications: School of Music 25, (2012)   http://digitalcommons.unl.edu/musicfacpub/25(πρόσβαση 11/11/2017)

[15] William H. Kenney, “  The assimilation of American jazz in France  1917-1940”, American Studies 25(1), σ. 5-24, όπου πρβλ.  Ray Binder, « Historique du Jazz » , Jazz-Tango (December, 1931), σ.6.  

[16] Jean Cocteau, « Carte blanche – Jazz Band », Paris-Midi, 4 Αυγούστου  1919 και του ιδίου, Jean Cocteau, Le Coq et l’Arlequin. Notes sur la musique, Stock, Paris, 1979 (πρώτη έκδοση La Sirène, 1918), σ. 29 και 53-54. Βλ. και Denis-Constant, Olivier Roueff, La France du jazz. Musique, modernité et identité dans la première moitié du vingtième siècle, Parenthèses, Marseille 2002.

[17] Michael J. Budds (ed.), Jazz & the Germans: Essays on the Influence of «hot» American Idioms on the 20th-century German Music, Pendragon Press, New York 2002, ειδικά σ.1-19, Klaus Nathaus Popular Music in Germany, 1900–1930: A Case of Americanisation? Uncovering a European Trajectory of Music Production into the Twentieth Century, European Review of History: Revue européenne d’histoire, 20:5, (2013), σ.755-776 και Michael H Kater,. Different Drummers : Jazz in the Culture of Nazi Germany,: Oxford University Press, New York 1992. 

[18] Βλ. τον ενδιαφέροντα κατάλογο της έκθεσης «Entendre la guerre» (dir.par Florence Gétreau),  Gallimard, Paris 2014,  που πραγματοποιήθηκε στο Historial de la Grande Guerre στην Péronne . Ενδιαφέρον είναι και το άρθρο του Sophian Fanen, « Les tranchées, berceau musical », Libération, 6/6/2014,   http://next.liberation.fr/musique/2014/06/06/les-tranchees-berceau-musical_1035413 (πρόσβαση 5/11/2017).

[19] Ο Eric Hobsbawm,  Η εποχή των άκρων. Ο σύντομος 20ος αιώνας 1914-1991, Θεμέλιο, Αθήνα 2004, σ.163 αναφέρει επιτυχώς ότι το ποδόσφαιρο αποτέλεσε στον αθλητικό τομέα την σημαντικότερη εικόνα της βρετανικής κυριαρχίας στον κόσμο σε αντίθεση με το κρίκετ που έχει μικρή μόνο επιρροή έξω από τις πρώην βρετανικές κτήσεις. Ομοίως το μπέιζμπολ μικρή επίδραση είχε εκτός των Η.Π.Α. σε αντίθεση με το μπάσκετ.  

[20] Steven Pope, Patriotic games : sporting traditions in the American imagination, 1876-1926, Oxford University Press 1997, σ.145.

  [21]Ειδικά για τις ιμπεριαλιστικές διαστάσεις της αμερικανικής αθλητικής διείσδυσης στην Καραϊβική, τη Νότια Αμερική και τις Φιλιππίνες με έμφαση στη δράση των ΥMCA βλ. Gerald R.Gems, The Athletic Crusade.  Sport and American Cultural Imperialism, University of Nebraska 2006.  

[22] Sabine Chavinier-Réla, « Les règles du basket français dans l’entre-deux-guerres, entre dimension nationale et continentale » και Loic Artiaga, « Jeux de pouvoirs aux premiers temps de la Federation internationale de basket-ball » στο Fabien Archambqult, Loic Artiaga, Gérard Bosc (ed.), Le Continent basket. L’Europe et le basket-ball au XXe siècle, Peter Lang, Bruxelles, 2015, σ.29-46 και 47-66 αντίστοιχα.  

[23] Το Ίδρυμα Ροκφέλερ αποτέλεσε ως τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο τον σημαντικότερο φορέα διείσδυσης της αμερικάνικης πολιτικής στην Ευρώπη και στην διαμόρφωση μιας φιλοαμερικανικής leadership. Τον αντίστοιχο ρόλο διαδραμάτισαν μετά το 1945 το Ίδρυμα Ford και το Ίδρυμα Foulbright. Οι πρώτες αποστολές του Ιδρύματος Ροκφέλερ αφορούσαν ζητήματα υγιεινής και αντιμετώπισης της φυματίωσης, αλλά σταδιακά επεκτάθηκαν σε διάφορους τομείς πολιτιστικής, οικονομικής και πολιτικής σημασίας. Βλ. Ludovic Tournès, « Penser global, agir local. La Fondation Rockfeller en France (1914-1960) » στο Anne Dulphy, Robert Frank, Marie-Anne Matard-Bonucci, Pascal Ory (ed.), Les relations culturelles internationals au XXe siècle. De la diplomatie culturelle à l’acculturation, Peter Lang, Bruxelles, σ. 375-382.

  [24] Pope, ο.π., σ.146-149.  

[25] Saverio Battente-Tito Menzani, Storia sociale della pallacanestro in Italia, Piero Lacaita, Roma 2009, σ.12, 100 και 140 όπου και η σχετική βιβλιογραφία για την YMCA στην Ιταλία.  

[26] Lampros Flitouris, « Le basket-ball en Grèce. Histoire d’une legénde nationale », στο Fabien Archambqult, Loic Artiaga, Gérard Bosc (ed.), Le Continent basket. L’Europe et le basket-ball au XXe siècle, Peter Lang, Bruxelles, 2015, σ.233-234.  

[27] Pero Jelić, « Aux origines du basket-ball en Yougoslavie (1923-1940) », Études balkaniques 11 (2004), σ.177-196.

[28] Julien Gueslin, « Quand les petits deviennent maitres » στο Fabien Archambqult, Loic Artiaga, Gérard Bosc (ed.), Le Continent basket. L’Europe et le basket-ball au XXe siècle, Peter Lang, Bruxelles, 2015, σ.67-84.

[29] Τhierry Terret, « Le Comité International Olympique et les “olympiades militaires” de 1919 »], Olympika. The International Journal of Olympic Studies VIII  (1999), σ.69-80.

[30] Σημειώνουμε χαρακτηριστικά ότι στους αγώνες διεξήχθη το πρώτο εθνικό τουρνουά μπάσκετ με τη συμμετοχή των Η.Π.Α., της Γαλλίας και της Ιταλίας. Έλαβαν μέρος 1500 περίπου αθλητές από 18 χώρες. Βλ. σχετικά Thierry ΤerretLes Jeux interalliés de 1919. Sportguerre et relations internationales, L’Harmattan, Paris 2002 και την επίσημη έκδοση των αγώνων The InterAllied games 1919, Cornell University Library,   https://archive.org/details/cu31924014114353 (πρόσβαση 6/11/2017)Picture1

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s