To 1968 υπήρξε αναμφισβήτητα η πλέον ανατρεπτική –ως τότε- χρονιά της μεταπολεμικής περιόδου. Γεμάτη γεγονότα βίαια και τραγικά και εικόνες που χαράχτηκαν για πάντα στην ιστορική μνήμη είτε για την ουσιαστική δυναμική τους είτε ακόμα και για την γραφικότητά τους. Παντού, κατά τη διάρκεια μιας περιόδου οικονομικής ευημερίας χωρίς προηγούμενο, νέοι, συχνά προερχόμενοι από τις πιο εύπορες τάξεις, εξεγείρονται κατά των κρατικών και εκπαιδευτικών θεσμών, του στρατού, της μισθωτής εργασίας, του καταναλωτισμού, κατά όσων αντιπροσώπευαν οι προηγούμενες γενιές. Έχει επικρατήσει- ίσως όχι άδικα- το 1968 να ταυτίζεται με μια σειρά γεγονότα στον ευρωπαϊκό χώρο που ωστόσο, αν και συντάραξαν τις κοινωνίες της Γηραιάς Ηπείρου, στην πράξη δεν μετέβαλαν τις πολιτικές εξελίξεις. Η Άνοιξη της Πράγας ή οι εξεγέρσεις των Πολωνών δεν οδήγησαν σε ανατροπή των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης. Οι νεανικές εξεγέρσεις της Γαλλίας, της Γερμανίας ή της Ιταλίας, όσο κι αν επηρέασαν σε ιδεολογικό επίπεδο τις πολιτικές και πολιτισμικές επιλογές μιας ολόκληρης γενιάς, δεν επέφεραν το τέλος του καπιταλιστικού μοντέλου ζωής στις δυτικές κοινωνίες. Το 1968 όμως δεν ήταν μόνο η Ευρώπη. Δεν ήταν μόνο οι πολιτικές δολοφονίες και οι κρίσιμες εκλογές στις ΗΠΑ. Μια σειρά από πολιτικά, κοινωνικά, πολιτιστικά γεγονότα στην Κεντρική και Νότια Αμερική, στην Ασία και στην Αφρική απέδειξαν ότι η «περίεργη» αυτή χρονιά είχε παγκόσμια χαρακτηριστικά και ένα νοητό νήμα, αυτό της επιθυμίας για «ανατροπή», συνέδεσε το Quartier Latin στο Παρίσι με την Σαϊγκόν, το Μπέρκλεϊ με το Πεκίνο, την Πράγα με τους σκονισμένους δρόμους της Μπιάφρα και το διχασμένο Βερολίνο με τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη.

 

 

 

Στην Κίνα ….

Στην Κίνα η φαντασίωση της Πολιτιστικής επανάστασης που είχε ξεκινήσει το 1966 λάμβανε ουσιαστικά τέλος εν μέσω μιας σφοδρής πολιτικής κρίσης. Το βίαιο πείραμα επιστροφής της επανάστασης στο προλεταριάτο δεν είχε ως αποτέλεσμα μόνο την περιθωριοποίηση-για κάποια χρόνια όπως αποδείχθηκε- της ομάδας των «ρεβιζιονιστών» υπό τον Ντιέγκ Ξιάο-Πίγκ και την κατάργηση της θέσης του Προέδρου Λιού Σαοκί  αλλά οδήγησε σε καταστάσεις που ακόμα και ο Μάο δυσκολευόταν πλέον να ελέγξει. Οι νεαροί ερυθροφρουροί στο όνομα της επιστροφής στο γνήσιο επαναστατικό πνεύμα και μέσα σε ένα κύμα πρωτοφανούς βίας, κατάφεραν να δώσουν στον Μάο την δυνατότητα μιας δυναμικής επιστροφής μετά την απώλεια του ελέγχου στον στρατό και στο κόμμα. Είχε προηγηθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1960 η αποτυχία του οικονομικού προγράμματος (το περίφημο Μεγάλο άλμα προς τα εμπρός) που στοίχισε εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Κινεζικού Λιμού. Η Πολιτιστική Επανάσταση επέτρεψε στον Μάο και την στενή ομάδα των συνεργατών του όπως ο Τσου Ενλάι ή ο Λιν Μπιάο να επιστρέψουν δυναμικά στο προσκήνιο. Το επαναστατικό όμως κύμα των ερυθροφρουρών τιθασεύτηκε μόνο χάρη στην χρήση των εργατών και του στρατού που εντός του 1968 κατάφεραν να θέσουν υπό μερικό έλεγχο τους εξεγερμένους φοιτητές. Άμεσα και ως το τέλος του 1969 ένα ευρύ πρόγραμμα προώθησης των ερυθροφρουρών  στην επαρχία θα επιτρέψει την επιστροφή στην ομαλότητα. Η πίστη του Λαϊκού Στρατού στον Λιν Μπιάο- ο οποίος λίγο καιρό αργότερα θα ονομαστεί επισήμως διάδοχος του Μάο- και οι κινήσεις τακτικής της μαοϊκής ηγεσίας εντός του κόμματος επέτρεψαν το τέλος της Πολιτιστικής Επανάστασης ως το τέλος του 1969. Μιας επανάστασης που αν και σχεδιάστηκε αρχικά ως εργαλείο για την ενίσχυση της μαοϊκής πτέρυγας του κόμματος, από κάποια στιγμή ξέφυγε από τον όποιο έλεγχο. Μιας επανάστασης που προκάλεσε τον τρόμο στο εσωτερικό αλλά που μαζί με το συνολικότερο κινεζικό πείραμα  είχε γοητεύσει χιλιάδες νέους στη Δύση. Ήταν η εποχή που το «Κόκκινο βιβλιαράκι» με τα αποφθέγματα του Μάο –το οποίο είχε συντάξει ο Μπιάο- διαβαζόταν με φανατισμό από τους εξεγερμένους νέους της Ευρώπης και η φωτογραφία του Μεγάλου Τιμονιέρη είχε την θέση της δίπλα σε εκείνη του Τσέ Γκεβάρα στα φοιτητικά αμφιθέατρα της Δύσης.

 

 

 

Στο Βιετνάμ, στην Καμπότζη…

Μια άλλη φωτογραφία που κοσμούσε τα φοιτητικά δωμάτια της Δύσης ήταν εκείνη του ηγέτη του Βορείου Βιετνάμ Χό-Τσι Μίνχ. Το Βιετνάμ και ο βρώμικος πόλεμος που διεξήγαγαν οι Αμερικανοί και οι πιστοί τους σύμμαχοι το 1968 θα έμπαινε σε μια νέα φάση. Στις 20 Ιανουαρίου οι Βιετκόνγκ πολιόρκησαν την αμερικανική βάση του Κε Σαν σε ένα προανάκρουσμα των όσων θα επακολουθούσαν. Από τις 30 Ιανουαρίου (μια μέρα πριν τη νέα σεληνιακή χρονιά της Τετ κατά την τοπική παράδοση) εξαπολύεται μια άνευ προηγουμένου συντονισμένη επίθεση του στρατού του Βορείου Βιετνάμ και των Βιετκόνγκ του Νοτίου Βιετνάμ με στόχο να αποδειχθεί ότι οι αμερικανικές δηλώσεις σύμφωνα με τις οποίες η κατάσταση ήταν πλέον ελεγχόμενη, δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Στις 31 Ιανουαρίου περίπου 80000 βορειοβιετναμέζοι στρατιώτες επιτέθηκαν σε περισσότερες από εκατό πόλεις σε όλη την χώρα στην μεγαλύτερη ως τότε επιχείρηση του πολέμου. Στην νοτιοβιετναμέζικη πρωτεύουσα Σαϊγκόν οι Βιετκόνγκ έφτασαν μέχρι το προαύλιο της αμερικανικής πρεσβείας, ενώ στην πόλη Χουέ-παλιά πρωτεύουσα του βασιλείου των Αννάμ- συγκροτήθηκε επαναστατική κυβέρνηση. Οι νοτιοβιετναμικές δυνάμεις και οι ΗΠΑ εξεπλάγησαν από το μέγεθος της επιχείρησης και με ιδιαίτερο κόπο κατάφεραν να συγκρατήσουν την ορμητικότητα των αλλεπάλληλων κυμάτων επίθεσης. Η σταθεροποίηση του μετώπου οδήγησε στην αμερικανική αντεπίθεση που εκφράστηκε με σφοδρότατους βομβαρδισμούς στον Βορρά. Το Ανόι δήλωσε έτοιμο να διαπραγματευτεί μια αμφίδρομη κατάπαυση του πυρός και ο Πρόεδρος Τζόνσον- που έμοιαζε ιδιαίτερα απομονωμένος μετά την έκπληξη της Τετ- φάνηκε πρόθυμος για μια πολιτική λύση. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις από τους Αμερικάνους συνεχίστηκαν με βασικό σκοπό την κατάλυση της επαναστατικής εξουσίας στην Χουέ. Στις 28 Φεβρουαρίου και έπειτα από σφοδρό βομβαρδισμό τριών εβδομάδων οι αμερικανικές δυνάμεις εισέβαλαν στην κατεστραμμένη πόλη. Η αμερικανική αντεπίθεση όμως που είχε ως απώτερο στόχο και την βελτίωση της επιχειρησιακής ικανότητας των πεζοναυτών και την διασκέδαση των εντυπώσεων της κοινής γνώμης στις ΗΠΑ, θα μετατραπεί σε τραγωδία στην Μί Λάι (My Lai). Στην περιοχή αυτή του κεντρικού Βιετνάμ οι αμερικανικές δυνάμεις διέπραξαν μια από τις απεχθέστερες σφαγές της παγκόσμιας μεταπολεμικής περιόδου. Στις 16 Μαρτίου εισβάλλουν στο μικρό χωριό Σον Μάι προς αναζήτηση ανταρτών. Στο χωριό όμως υπήρχαν μόνο άμαχοι: γυναίκες, ηλικιωμένοι και παιδιά. 520 κάτοικοι θα σφαγιαστούν –χωρίς πρόκληση- από 120 πεζοναύτες του 3ου λόχου της 2ης ταξιαρχίας πεζοναυτών. Για περίπου ένα χρόνο η σφαγή θα παραμείνει άγνωστη στις ΗΠΑ και όταν θα δημοσιοποιηθεί θα ενισχύσει ακόμα περισσότερο το έντονο αντιπολεμικό κλίμα που συγκλόνιζε ήδη από το 1967 το σύνολο των δυτικών κοινωνιών, προκαλώντας ανεπανόρθωτο πλήγμα στον αμερικανικό στρατό και στην διακυβέρνηση του Τζόνσον. Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος αποφασίζει στις 31 Μαρτίου να μην είναι εκ νέου υποψήφιος για το χρίσμα των Δημοκρατικών. Το έγκλημα της Μι Λάι θα μείνει ουσιαστικά ατιμώρητο αλλά η επίδρασή του στην ηθική απαξίωση της αμερικανικής εμπλοκής στον πιο βρώμικο μεταπολεμικό πόλεμο υπήρξε τεράστια.

Η επίδραση των φωτογραφιών από την σφαγή του Μι Λάι μπορεί να συγκριθεί με την επίδραση που είχε στην διεθνή κοινή γνώμη η περίφημη φωτογραφία της εκτέλεσης στο κέντρο της Σαιγκόν από τον  αρχηγό της Αστυνομίας του Νοτίου Βιετνάμ, στρατηγό Νγκουγιέν Νγκοκ Λόαν, του Βιετκόνγκ Νκουγιέν Βαν Λεμ την 1η Φεβρουαρίου 1968. Η φωτογραφική αποτύπωση της φρικτής αυτής πράξης ερχόταν να επιβεβαιώσει τις ειδήσεις που έφθαναν στην Δύση για δημόσιες εκτελέσεις αντιφρονούντων από τα όργανα της διεφθαρμένης νοτιοβιετναμέζικης κυβέρνησης. Περιστατικά σαν αυτά- αλλά και άλλες δραματικές εικόνες όπως λ.χ. της δημόσιας αυτοπυρπόλησης βουδιστών μοναχών στην Σαϊγκόν- άλλαξαν την παγκόσμια οπτική για τις εξελίξεις στην Ινδοκίνα, ενίσχυσαν την αμφισβήτηση και το αντιπολεμικό κλίμα και πυροδότησαν νέες αντιδράσεις σε ολόκληρο τον κόσμο. Τον Μάιο του 1968 οι φοιτητές στη Γαλλία, την Βρετανία, την Γερμανία, την Ιταλία θα καταγγείλουν δημόσια την αμερικανική ιμπεριαλιστική πολιτική. Στην Ιαπωνία, οι εξεγερμένοι της Ζενγκακουέρν- της ομοσπονδίας των αυτονομιστών φοιτητών- που συγκρούονταν από το 1966 με τις αρχές θα στραφούν και κατά των αμερικανικών βάσεων και της γενικότερης αμερικανικής παρουσίας με την διοργάνωση πολλαπλών καταλήψεων πανεπιστημίων και άλλων ακτιβιστικών ενεργειών. Στα αμερικανικά πανεπιστήμια οι φοιτητές θα ριζοσπαστικοποιηθούν και μαζί τους μια ολόκληρη γενιά. Τον Νοέμβριο ο Τζόνσον – λίγο πριν παραχωρήσει τη θέση του στον Νίξον- αποφασίζει να σταματήσει τους βομβαρδισμούς του Βορείου Βιετνάμ, ενώ το Ανόι δέχεται να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις.  Ο πόλεμος στο Βιετνάμ θα συνεχιστεί για αρκετά χρόνια ακόμη, αλλά οι εξελίξεις του 1968 άλλαξαν ανεπιστρεπτί την πορεία του.

Η επίδραση του πολέμου στο Βιετνάμ για ολόκληρη την ινδοκινεζική χερσόνησο υπήρξε άμεση. Στις γειτονικές πρώην γαλλικές αποικίες του Λάος και της Καμπότζης οι ισορροπίες ήταν ανέκαθεν εύθραυστες, ενώ το όλο κλίμα επιβάρυναν οι συχνές μετακινήσεις των Βιετκόνγκ εντός των επικρατειών των δύο αυτών χωρών προκειμένου να αποφύγουν τον εγκλωβισμό από τα αμερικανικά στρατεύματα. Στην Καμπότζη ο ουδετερόφιλος πρίγκιπας Σιχανούκ προσπαθούσε μάταια να διατηρήσει τον έλεγχο του κράτους του. Το 1968 είναι το έτος που θα αναδυθεί το πιο αμφιλεγόμενο επαναστατικό κίνημα του 20ου αιώνα. Η οργάνωση των Ερυθρών Χμέρ – θεωρητικά το ένοπλο τμήμα του σεχταριστικού Κομμουνιστικού Κόμματος- από τις  18 Ιανουαρίου του 1968 θα υποδαυλίσει μια σειρά από εξεγέρσεις στην επαρχία με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης της Πνόμ Πενχ. Αν και σχετικά περιθωριακό, το κίνημα στο οποίο ηγείται ένας παλιός καθηγητής γαλλικής λογοτεχνίας και ιστορίας με το όνομα Saloth Sâr, θα εδραιωθεί σταδιακά στις δώδεκα από τις δεκαεννέα επαρχίες της χώρας χάρη στην απήχηση που είχε στους φτωχούς αγροτικούς πληθυσμούς. Ο Saloth Sâr – που θα μείνει γνωστός στην ιστορία ως Πολ Πότ- έκανε μέσα στο 1968 το πρώτο μεγάλο βήμα για την κατάληψη της χώρας, γεγονός που θα επιτευχθεί μετά από μια σειρά συγκρούσεων και αλλαγής συμμαχιών εφτά χρόνια αργότερα.

 

 

Στην Κορέα, στην Ινδονησία ….

Η κατάσταση για την αμερικανική υπερδύναμη δεν ήταν σε κανένα σημείο της Ασίας εύκολη την περίοδο αυτή. Το 1968 υπήρξε μια χρονιά που η πολεμική μηχανή των ΗΠΑ δέχθηκε αλλεπάλληλα χτυπήματα, ενώ η εικόνα της Ουάσιγκτον επλήγη ανεπανόρθωτα. Μια τέτοια περίπτωση ήταν η κατάληψη του αμερικανικού κατασκοπευτικού πλοίου Πουέμπλο τον Ιανουάριο του 1968 στα ανοιχτά της Βόρειας Κορέας. Το γεγονός ενέπλεξε ακόμα περισσότερο την ήδη περιπλεγμένη κατάσταση στην περιοχή όπου η ισορροπίες ήταν εξαιρετικά εύθραυστες. Για σχεδόν ένα χρόνο οι Βορειοκορεατικές αρχές κράτησαν φυλακισμένους-κατηγορούμενους για κατασκοπία- 83 μέλη του πληρώματος. Το επεισόδιο- που χρονικά συνέπεσε με την βιετναμική επίθεση της Τετ- προκάλεσε τριγμούς στην κυβέρνηση Τζόνσον, έθεσε υπό αμφισβήτηση την πολεμική ικανότητα των ΗΠΑ και επέτεινε το κακό κλίμα μεταξύ της Ουάσιγκτον και του Πεκίνο.

Στην Ινδονησία από την άλλη οι εξελίξεις θα ευνοήσουν την αμερικανική διπλωματία. Η αναρρίχηση στην εξουσία του Σουχάρτο από το 1966 θα επικυρωθεί εντός του 1968 με την οριστική αδρανοποίηση του Σουκάρνο, που με την αδέσμευτη πολιτική του είχε προκαλέσει πολλές ανησυχίες στην Δύση. Η χώρα το 1966-1967 εντάχθηκε εκ νέου στον ΟΗΕ- από όπου είχε αποχωρήσει το 1965 λόγω της ένταξης στον Οργανισμό της «νέο-αποικιακής» Μαλαισίας, όπως υποστήριζε ο  Σουκάρνο. Παράλληλα θα ενταχθεί στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην Παγκόσμια Τράπεζα, ενώ θα υπογραφούν μια σειρά οικονομικών συμφωνιών με δυτικές πετρελαϊκές εταιρίες. Στις 21 Μαρτίου 1968 ο Σουχάρτο, ο σφαγέας του ενός εκατομμυρίου  κομμουνιστών το 1965,  ανακηρύσσεται πρόεδρος της νησιωτικής ομοσπονδίας. Θα παραμείνει στη θέση αυτή ως το 1998, εφαρμόζοντας πολιτική αμφίδρομης καταστολής των κινημάτων της αριστεράς και του πολιτικού Ισλάμ και μετατρέποντας την χώρα του στον πιστότερο στρατιωτικό σύμμαχο των ΗΠΑ στον Ειρηνικό.

 

Στη Μέση Ανατολή …

Το 1968 υπήρξε ιδιαίτερο έτος και για την ταραγμένη Μέση Ανατολή. Οι αραβικές χώρες δεν είχαν καταφέρει να συνέλθουν από την άμεση και καταλυτική ισραηλινή επικράτηση στον πόλεμο των έξι ημερών το 1967. Το Κράτος του Ισραήλ είχε καταφέρει να πλήξει το γόητρο του Νάσερ καταλαμβάνοντας το Σινά, της Συρίας καταλαμβάνοντας τα υψίπεδα του Γκολάν και να αδρανοποιήσει την Ιορδανία και τους παλαιστίνιους μαχητές με την κατάληψη της Γάζας και της Δυτικής Όχθης.  Στους μήνες που ακολουθούν οι ισραηλινές αρχές θα προσπαθήσουν να πλήξουν τους μαχητές της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης που έδρευαν στην Ιορδανία. Έχοντας άμεση πληροφόρηση από την CIΑ, οι ισραηλινοί στρατηγοί διατάσσουν την επιχείρηση εναντίον του παλαιστινιακού στρατοπέδου της Φατάχ- της οργάνωσης του Γιασέρ Αραφάτ- στην Καραμέχ εντός ιορδανικού εδάφους. Η επιχείρηση θα διεξαχθεί στις 21 Μαρτίου με βασικό οργανωτή τον Υπουργό Άμυνας του Ισραήλ Μοσέ Νταγιάν. Η μάχη υπήρξε σκληρή, ενώ και ο ίδιος ο Αραφάτ που βρισκόταν στην περιοχή, σώθηκε την τελευταία στιγμή. Οι Ισραηλινοί σκότωσαν 200 περίπου Φενταγίν, ενώ συνέλαβαν άλλους 150 πριν αποχωρήσουν στην επικράτειά τους. Τα αποτελέσματα της επιχείρησης υπήρξαν εξαιρετικά διφορούμενα. Οι Ισραηλινοί δεν κατάφεραν να διαλύσουν την Φατάχ. Αντίθετα προκάλεσαν την αντίδραση του ΟΗΕ που καταδίκασε την μονομερή αυτή ενέργεια. Η επιδρομή των Ισραηλινών ενίσχυσε την εικόνα της ΟΑΠ και του Αραφάτ στον αραβικό κόσμο, προκάλεσε ένα κύμα ηθικής και υλικής συμπαράστασης στο Ιρακ, την Συρία αλλά και στις χώρες του Κόλπου και οδήγησε χιλιάδες νέους Παλαιστίνιους να δυναμώσουν τις γραμμές των Φενταγίν. Ωστοσο, η ηθική δικαίωση του Αραφάτ  και η αριθμητική αύξηση των Παλαιστίνιων μαχητών στην Ιορδανία θα προκαλέσουν την δυσαρέσκεια του φιλοδυτικού βασιλιά Χουσεΐν που κατά την επιχείρηση της Καραμέχ είδε την επικράτειά του να παραβιάζεται από τον ισραηλινό γείτονα. Η ένταση ανάμεσα στις ιορδανικές αρχές και τον Αραφάτ οδήγησαν δύο χρόνια αργότερα στην επιχείρηση διάλυσης της ΟΑΠ στο Αμμάν και την αποχώρηση των Παλαιστίνιων μαχητών στον Λιβανο (Μαύρος Σεπτέμβρης 1970). Λίγους μήνες αργότερα (τέλη Οκτωβρίου), οι Ισραηλινοί με νέα επιχείρησή τους (υπό το όνομα Helem) θα πλήξουν στόχους στο κανάλι του Σουέζ προκαλώντας ενεργειακά προβλήματα στην Αίγυπτο και πλήττοντας εκ νέου την εικόνα του Προέδρου Νάσερ στον αραβικό κόσμο.

Η αποδυνάμωση της επιρροής του Νάσερ έγινε ακόμα πιο εμφανής στην περίπτωση του Ιράκ. Το επαναστατικό εθνικιστικό κίνημα στον αραβικό κόσμο γνώρισε μια νέα περίοδο ανανέωσης με την επικράτηση του πραξικοπήματος του Αραβικού Σοσιαλιστικού Κινήματος Μπαάθ στη Βαγδάτη το καλοκαίρι του 1968. Η κατάληψη της εξουσίας από μια ομάδα φιλόδοξων εθνικιστών αξιωματικών οδήγησε στην μεταστροφή της ιρακινής εξωτερικής πολιτικής που ταυτόχρονα προσπάθησε να αποδεσμευτεί από την νασερική επιρροή και να διαμορφώσει έναν νέο άξονα εναντίον του Ισραήλ. Στο εσωτερικό της χώρας τόσο ο νέος πρόεδρος Ahmad Hasan al-Bakr όσο και ο διάδοχός του Σαντάμ Χουσεΐν κατέστειλαν τόσο τους νασερικούς όσο και τους κομμουνιστές, ενώ προχώρησαν σε ένα ευρύ πρόγραμμα εκσυγχρονισμού της οικονομίας με την εθνικοποίηση των πετρελαιοπηγών.

 

Στην Αφρική ….

Το 1968 υπήρξε μια ιδιαίτερη χρονιά και για την Μαύρη Ήπειρο, καθώς ολοκληρωνόταν η πρώτη φάση της μετάβασης στην μεταποικιακή εποχή. Η εντατικοποίηση των απαιτήσεων των εθνικο-απελευθερωτικών οργανώσεων  για επιτάχυνση των διαδικασιών αποχώρησης των αποικιακών δυνάμεων, επέτρεψε την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας μερικών από τις τελευταίες ευρωπαϊκές κτήσεις. Μέσα στο έτος κέρδισαν την ανεξαρτησία τους από τους Βρετανούς ο Μαυρίκιος και η Σουαζιλάνδη, ενώ΄ στην Ροδεσία (σημερινή Ζιμπάμπουε) όπου ο Ίαν Σμίθ είχε ανακηρύξει  μονομερώς την ανεξαρτησία από το 1965 υιοθετώντας το σύστημα των φυλετικών διακρίσεων (απαρτχάιντ), η κυβέρνηση  της λευκής μειοψηφίας βρισκόταν σε εξαιρετικά δυσχερή θέση.  Η διεθνής κοινότητα αρνείται να αναγνωρίσει ένα δεύτερο ρατσιστικό καθεστώς μετά από εκείνο της Νοτίου Αφρικής και η ένταση με το Λονδίνο παρέμενε ισχυρή. Στην ζώνη του Ισημερινού η Ισπανία θα απωλέσει τον Οκτώβριο τον έλεγχο επί της μικροσκοπικής Ισημερινής Γουινέας και μαζί το καθεστώς του Φράνκο στη Μαδρίτη θα δεχθεί ένα ακόμα πλήγμα στο διεθνές γόητρό του.

Η μετάβαση ωστόσο στη νέα εποχή υπήρξε εξαιρετικά επώδυνη για τις περισσότερες πρώην ευρωπαϊκές αποικίες. Αυτονομιστικά κινήματα υπό τον πλήρη ή των μερικό έλεγχο των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων Ανατολής και κυρίως Δύσης, εμπλοκή των δυτικών πολυεθνικών εταιριών στην διακυβέρνηση των εύθραυστων νέων κρατών, διεφθαρμένες κυβερνήσεις και εθνοτικές διαφορές χαρακτήριζαν- και εν πολλοίς χαρακτηρίζουν ακόμη- την αφρικανική πραγματικότητα. Η κρίση του πρώην Βελγικού Κογκό (Ζαΐρ) στις αρχές της δεκαετίας και η εφήμερη ανακήρυξη της «Δημοκρατίας της Κατάγκα» του Μωησή Τσόμπε υπό την προστασία Βέλγων μισθοφόρων, αποτέλεσε ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της διαμόρφωσης μιας νεοαποικιακής Αφρικής.

Τραγικότερη ωστόσο υπήρξε η περίπτωση της Μπιάφρας και της διαμάχης της με την Νιγηρία. Από τον Μάιο του 1967 οι νοτιο-ανατολικές επαρχίες της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Νιγηρίας, στις οποίες πλειοψηφούσε η φυλή των Ίμπο (ή Ίγκμπο), προχώρησαν στην μονομερή ανακήρυξη της ανεξαρτησίας τους και σχημάτισαν την   «Δημοκρατία της Μπιάφρα». Η περιοχή παρουσίαζε πολλές φυλετικές και πολιτισμικές διαφοροποιήσεις από τον Βορρά, ωστόσο η πραγματική αιτία της απόσχισης δεν ήταν οι μακραίωνες αντιθέσεις μεταξύ των βόρειων μουσουλμάνων και των νότιων ανιμιστών και χριστιανών. Αυτές οι αντιθέσεις υπήρξαν μόνο η πρόφαση. Το διακύβευμα ήταν ο έλεγχος των τεράστιων κοιτασμάτων πετρελαίου που βρίσκονταν στις περιοχές των Ίμπο. Στην διένεξη θα εμπλακούν τόσο αφρικανικές όσο και δυτικές δυνάμεις. Την αυτόνομη Μπιάφρα αναγνώρισαν η Τανζανία, η Γκαμπόν, η Ακτή Ελεφαντοστού και η Ζάμπια, ενώ στρατιωτικά και οικονομικά θα την συνδράμουν η Ροδεσία, η Πορτογαλία, η Νότια Αφρική και η Γαλλία. Ειδικά η γαλλική εμπλοκή στην περιοχή υπήρξε χαρακτηριστικό παράδειγμα της αφρικανικής πολιτικής που για δεκαετίες θα εφαρμόζει  το Παρίσι υπό την ενορχήστρωση του περιβόητου προεδρικού συμβούλου Jacques Foccart και που ως βασικό στόχο είχε την διασφάλιση των οικονομικών και στρατηγικών συμφερόντων της Γαλλίας στην Αφρική. Η χρήση των αποστολών του γαλλικού Ερυθρού Σταυρού στην χειμαζόμενη από τον λιμό Μπιάφρα για την μυστική αποστολή όπλων στην αυτονομιστική κυβέρνηση αποτέλεσε το κυνικότερο δείγμα της γαλλικής πολιτικής. Στο πλευρό της Μπιάφρα βρέθηκε ακόμα και το Βατικανό που με μια σειρά αερομεταφερόμενες επιχειρήσεις ενίσχυσε την αυτονομιστική κυβέρνηση προσδίδοντας στο ζήτημα μια εξαιρετικά παράδοξη διάσταση.  Η Βρετανία, οι ΗΠΑ αλλά διακριτικά και η Σοβιετική Ένωση υποστήριξαν την νιγηριανή κυβέρνηση στον πόλεμο για την επανένωση της Μπιάφρα με την Ομοσπονδία. Ο εμφύλιος πόλεμος είχε ως  αποτέλεσμα πάνω από ένα εκατομμύριο νεκρούς -κυρίως λόγω του λιμού- μετά τον αποκλεισμό της Μπιάφρα από τις νιγηριανές δυνάμεις το διάστημα 1968-1969. Οι εικόνες των πεινασμένων παιδιών της θα κάνουν τον γύρο του κόσμου προκαλώντας την κινητοποίηση της διεθνούς κοινής γνώμης για την ανθρωπιστική τραγωδία που λάμβανε χώρα στην περιοχή αυτή. Ο πόλεμος διατηρήθηκε ως το 1970 με την τελική κατάλυση της αυτόνομης επαρχίας και την αποκατάσταση της κεντρικής εξουσίας.

 

Αντί επιλόγου…

Ο Έντγκαρ Μορέν αναφερόμενος στα γεγονότα του γαλλικού Μάη, υποστήριξε ότι  το 1968 υπήρξε μια «έκσταση της Ιστορίας». Αυτός ο χαρακτηρισμός δεν περιορίζεται κατά τη γνώμη μας μόνο στις εξελίξεις που έλαβαν χώρα στους δρόμους του Παρισιού. Έχει επικρατήσει το 1968 να ταυτίζεται κατά βάση με τις φοιτητικές και νεανικές εξεγέρσεις στη Δυτική Ευρώπη ή με την «χαμένη Άνοιξη» της Πράγας. Το 1968 είχε όμως διεθνείς διαστάσεις. Σε όλο τον κόσμο οι εξουσίες-οι όποιες εξουσίες- αμφισβητούνται, φθείρονται, σε κάποιες περιπτώσεις ανατρέπονται. Σε άλλες περιπτώσεις οι εξελίξεις έλαβαν ένα θετικό πρόσημο για τους λαούς. Σε άλλες περιπτώσεις όχι. Μπορεί το 1968 να ήταν τελικά η χρονιά που ΔΕΝ άλλαξε ο κόσμος αλλά ήταν σίγουρα η χρονιά που ο κόσμος έγινε διαφορετικός, που απέκτησε άλλο χρώμα. Ήταν μια χρονιά  που σημαδεύτηκε τόσο από τις ιδεολογικές ζυμώσεις και τις ουτοπικές αναζητήσεις όσο και από τις ανθρωπιστικές τραγωδίες με τα εκατομμύρια θύματα και τους σκληρούς βρώμικους πολέμους.  Για κάποιους που ζούσαν στην καταναλωτική και πλούσια Δύση η ανάγκη για περισσότερο χρώμα, για περισσότερη φαντασία ήταν εξαιρετικά σημαντική. Για κάποιους άλλους όμως που το χώμα που πατούσαν είχε ποτιστεί με το αίμα των αγωνιστών για την ελευθερία τα ζητούμενα ήταν διαφορετικά, πιο άμεσα, πιο ρεαλιστικά: επιβίωση, απελευθέρωση και αξιοπρέπεια. Και το χρώμα που κυριαρχούσε ήταν εκείνο της ανατροπής: το χρώμα της επανάστασης.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Artières, M.Zancarini-Fournel (dir.), 68, une histoire collective, La Decouverte, Paris 2008
  • Colin Brown, A short history of Indonesia : the unlikely nation?, Allen & Unwin 2003
  • David Caute, 1968 dans le monde, Robert Laffont, Paris 1988
  • John A. Tully, A short history of Cambodia : from empire to survival. Allen & Unwin 2005
  • François-Xavier Verschave, La Françafrique : Le plus long scandale de la République, Stock, Paris1999
  • Arthur Goldschmidt Jr, Ιστορία της Μέσης Ανατολής, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2016
  • Philip Short, Πολ Ποτ. Ανατομία ενός εφιάλτη, Modern Times, Αθήνα 2006
  • Γιουνγκ Τσανγκ-Τζον Χαλλιντέϋ, Μάο. Η άγνωστη ιστορία, Εστία, Αθήνα 2007
  • Λάμπρος Φλιτούρης, Αποικιακές αυτοκρατορίες, Η εξάπλωση της Ευρώπης στον κόσμο 16ος-20ος αι., Ασίνη, Αθήνα 2015

 

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s