Όταν η απώλεια της μνήμης εκδικείται… (εφ. Χορτιάτης 570, φ.168, Φθινόπωρο 2017)

1

Advertisements

Οι άνθρωποι της Αντίστασης – Ένα κόμικς για τους ανθρώπους του Εμφυλίου: σκέψεις για το «Τέρμινους» του Λευτέρη Παπαθανάση

http://www.efsyn.gr/arthro/oi-anthropoi-tis-antistasis

 

terminus1Σε ένα θεμελιώδες κείμενό του για τη σχέση της τέχνης των κόμικς με τις ανθρωπιστικές επιστήμες, ο Ουμπέρτο Εκο προέτρεπε τους πανεπιστημιακούς και διανοούμενους να μελετήσουν μια σειρά από ανεξερεύνητους και αχαρτογράφητους έως τότε τομείς, όπως η κινηματογραφική διαδοχή της αφήγησης, ο νέος ρυθμός και ο νέος αφηγηματικός χρόνος, η γέννηση μιας νέας θεματικής, οι ιστορικές καταβολές και η οπτικοποίηση του μύθου.

Έκτοτε, το κόμικς, ως ένα αυτόνομο είδος τέχνης, αποτελεί ένα βασικό εργαλείο μελέτης της εξέλιξης όχι μόνο της πολιτιστικής παραγωγής μιας εποχής αλλά και της αναπαράστασης των κοινωνικών προτύπων και αισθητικών τάσεων κάθε εποχής.

Στην περίπτωση του νέου graphic novel του Λευτέρη Παπαθανάση, ο ρόλος της Ιστορίας είναι διπλά παρών.

Από τη μια πλευρά η Ιστορία εμπνέει τον δημιουργό και τον οδηγεί σε έναν διάλογο με την εποχή του Εμφυλίου ή μάλλον καλύτερα με τους ανθρώπους του Εμφυλίου.

Από την άλλη, η ανάγνωση του «Τέρμινους» σήμερα μας οδηγεί αναπόφευκτα στο να ξανασκεφτούμε τις συνθήκες που γέννησαν την επιθυμία ενός δόκιμου δημιουργού να καταπιαστεί με τον Εμφύλιο, μια πρώτη για την ελληνική ένατη τέχνη.

Όπως ο δημιουργός αναφέρει από την προσεγμένη εισαγωγή του έργου του, το «Τέρμινους» δεν είναι μια ιστορία του Εμφυλίου αλλά ένα αφήγημα για τους ανθρώπους του Εμφυλίου.

Για εκείνους που δεν είχαν τίποτα πέρα από τη ζωή τους και την αξιοπρέπειά τους και δεν δίστασαν στα δύσκολα χρόνια να βρεθούν με το όπλο στο χέρι, ελεύθεροι και αδούλωτοι.

Ο εμφύλιος πόλεμος υπήρξε ίσως η πιο τραυματική στιγμή της ελληνικής ιστορίας.

Ηταν ο τραγικός επίλογος μιας πρωτόγνωρης κοινωνικής αλλαγής, την οποία εξέφρασε το αντιστασιακό κίνημα την περίοδο της Κατοχής και ειδικότερα το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ.

Ο διχασμός στην ελληνική κοινωνία είχε δρομολογηθεί ήδη από τη δικτατορία του Μεταξά κατά τα προηγούμενα χρόνια, για να μην πούμε για τις προηγούμενες δεκαετίες από την αποτίναξη του Τούρκου.

Ηταν ένας διχασμός βαθιά κοινωνικός και οι διώξεις των αριστερών είχαν θεσμοθετηθεί από την εποχή του βενιζελικού «ιδιώνυμου».

Κατά τη δεκαετία του 1940, ο διχασμός αποκρυσταλλώθηκε μέσα από τις βίαιες συγκρούσεις και την ανθρωποθυσία που ακολούθησε τα έτη 1946-1949.

Αυτή η σύγκρουση όμως ήταν -όπως μας λέει ο Δημήτρης Χατζής- «ένα δόκανο από το οποίο κανένας δεν μπορούσε να ξεφύγει», αν και οι περισσότεροι επιθυμούσαν (αλλά δεν μπορούσαν) την απεμπλοκή.

Το «Τέρμινους» του Παπαθανάση δεν είναι η ιστορία της περίφημης στρατιωτικής επιχείρησης των κυβερνητικών και των Αμερικανών συμβούλων.

Από αυτή όμως την καθοριστική εξέλιξη του πολέμου εμπνέεται η ιστορία και η αφηγηματική γραμμή που ακολουθεί ο συγγραφέας.

Την άνοιξη του 1947 άρχισαν οι πρώτες μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του κυβερνητικού στρατού, στη Ρούμελη και στη συνέχεια στα Αγραφα, στα Τζουμέρκα, στα Χάσια, στον Ολυμπο, στα Πιέρια και στον Γράμμο.

Στρατηγικός σκοπός των επιχειρήσεων ήταν ο εγκλωβισμός των τμημάτων του Δημοκρατικού Στρατού κατά περιοχές και ο εξαναγκασμός τους σε άτακτη φυγή, ώστε να επιτευχθεί έτσι η τμηματική εξόντωσή τους.

Ο Παπαθανάσης ευφυώς χρησιμοποιεί ως τίτλο το «Τέρμινους» και μας μιλάει για την αρχή του τέλους της νικηφόρας επανάστασης που χάθηκε.

Το «Τέρμινους» δεν μιλάει για σούπερ ήρωες. Αλλωστε οι σούπερ ήρωες δεν ταιριάζουν στους λαϊκούς αγώνες.

Μιλάει για εκείνους που πάλεψαν αλλά και για κείνους που προδόθηκαν. Οχι για εκείνους που προδόθηκαν από τις ιδέες τους αλλά για όσους ένιωσαν να προδίδονται από τις ηγεσίες τους.

Μιλάει για κείνους που σύρθηκαν στο μετεμφυλιακό πανηγύρι της «εθνικοφροσύνης», το οποίο κατάφερε να θεσμοθετήσει την πολιτική καταπίεση και τον κοινωνικό αποκλεισμό για ευρύτατα στρώματα του πληθυσμού.

Μια «εθνικοφροσύνη» που δέχτηκε τους συνεργάτες των ναζί, τους ξέπλυνε και τους παρέδωσε στην «υγιή» κοινωνία των δεκαετιών του ’50 και του ’60.

Μια «εθνικοφροσύνη» που, επιβάλλοντας την πολιτική και πολιτιστική οπισθοδρόμηση της ελληνικής κοινωνίας, οδήγησε μέσω των στρατοδικείων, των εξοριών, των εκτελέσεων, των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων στη χούντα του 1967.

Μια «εθνικοφροσύνη» που οδήγησε στη μετανάστευση όσους δεν έστειλε στα ξερονήσια, όσους δεν μπόρεσε να αναμορφώσει, όσους δεν φυλάκισε στις μπετοναρισμένες φυλακές των πόλεων.

Οπως όλα τα μείζονα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα, ο Εμφύλιος δεν επιδέχεται μονοδιάστατες απαντήσεις.

Η πορεία προς τον Εμφύλιο, η σφοδρότητα της σύγκρουσης και η διάρκειά της αποτέλεσαν τη συνισταμένη πολλών και διαφορετικών κοινωνικών και πολιτικών διεργασιών σε εθνικό αλλά και διεθνές επίπεδο.

Οι κοινωνικές ανατροπές και οι οικονομικές ανακατατάξεις, οι κοσμογονικές αλλαγές στη φτωχή, άγονη ορεινή ύπαιθρο, στα Τζουμέρκα της ιστορίας του Παπαθανάση, που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής, έμειναν ημιτελείς.

Μετά την Απελευθέρωση, ιδιαίτερα στον αγροτικό χώρο, με την ολοκληρωτική επικράτηση της «λευκής τρομοκρατίας», η αντίδραση επανέκαμψε. Σαν να την ενοχλούσε βαθιά το ΕΑΜικό κήρυγμα για ισότητα του άντρα και της γυναίκας.

Μια ισότητα βασισμένη όχι μόνο στην ίδια τη φύση αλλά και χάρη στον σεβασμό που κερδήθηκε από τον αγώνα της αντάρτισσας στο πλάι του αντάρτη.

Σαν να την ενοχλούσε που η νεολαία λάμβανε τον ενεργό ρόλο που της ταίριαζε στην ανάσταση των νέων κοινωνιών.

Σαν να την ενοχλούσε ο δάσκαλος που είχε και διατύπωνε χωρίς φόβο τη γνώμη του και ο μαθητής που είχε τη δική του άποψη.

Σαν να την ενοχλούσε το βιβλίο που άνοιγε, η αυλαία που σηκωνόταν κι έφερνε το θέατρο στην κεντρική πλατεία του πιο απομακρυσμένου χωριού.

Και φυσικά σαν να την ενοχλούσε το δίκαιο που αποδιδόταν απλά, άμεσα και κάτω από τον ελεύθερο ουρανό.

Οπως αναφέρει ο Χατζής στη «Μουργκάνα»: «Σε κανένα άλλο μέρος στην Ελλάδα δεν είχαν υποφέρει τόσο πολύ όσο στην Ηπειρο, κάπου δυο χρόνια με τη φτώχεια και με τη γύμνια, με το κυνηγητό και το σκόρπισμα, όσο να μπορέσουνε να στερεωθούν. Ηρωικές αποτυχίες κι άτιμες προδοσίες στα πρώτα ξεκινήματα, το 1946, εμποδίσανε τον αγώνα στην Ηπειρο να αναπτυχθεί και δημιούργησαν παραπανιστές δυσκολίες. Ολο το χειμώνα του 1946, κι ως την άνοιξη του ’47, οι πρωτοπόροι ζήσανε σκορπισμένοι ομαδούλες-ομαδούλες μα πολλές φορές κι ολότελα μοναχοί τους σαν τ’ άγρια θερία στα βουνά».

Αυτή η αντίδραση, μεθοδικά και εκμεταλλευόμενη την αδυναμία της Αριστεράς να αρθρώσει έναν σταθερό και πειστικό λόγο, επανακάμπτει παρά τη φαινομενική υποχώρησή της μετά το 1974.

Δεν θα αναφερθώ στο διεθνές επίπεδο. Θα αρκεστώ στα δείγματα που κάνουν την εμφάνισή τους μετά το υποτιθέμενο τέλος της Ιστορίας το 1989.

Στη δική μας μικρή και πολλές φορές δύσκαμπτη κοινότητα των ιστορικών, η αναθεώρηση έχει γίνει το «επιστημονικό εξαπτέρυγο» μιας λάιτ εθνικοφροσύνης.

Μα στον δημόσιο λόγο και στη δημόσια ιστορία βρισκόμαστε μπροστά στην κλιμακούμενη επιστροφή των φαντασμάτων της Ιστορίας: είδαμε τους ταγματασφαλίτες να δικαιολογούνται από την ύπαρξη μιας κόκκινης τρομοκρατίας, είδαμε το ΕΑΜ και τους αγωνιστές του να κατηγορούνται συλλήβδην -αλλά με επιστημονικό λεξιλόγιο αυτή τη φορά- ως ενεργούμενα της Μόσχας, στα ερείπια της σοβιετικής γραφειοκρατίας, αλλά με τα υλικά που αφειδώς παρέχει ο ασθμαίνων καπιταλισμός για να χτίζεται το οικοδόμημα της αναθεώρησης της Ιστορίας, του Εμφυλίου ή και εσχάτως της επταετίας.

Στο «Τέρμινους» ο Παπαθανάσης, πάλι με ευφυΐα, μεταφέρει το υποτιθέμενο τέλος της Ιστορίας σε ένα ονειρικό στρατοδικείο όπου κρίνονται ζώντες και νεκροί και τελικά κρίνεται η ίδια η Ιστορία.

Η άρνηση της ήττας δεν είναι μια εμμονή. Δεν αντιτίθεται σπασμωδικά στην οικτρή διαπίστωση ενός «ευτυχώς ηττηθήκαμε, σύντροφοι».

Είναι η συνειδητή άρνηση της ταύτισης της ιδέας για έναν δίκαιο και άρα καλύτερο κόσμο -δίκαιο… όχι δικαιότερο- με τη συμβιβασμένη ηγεσία, την κομματική γραφειοκρατία.

Ο Παπαθανάσης μιλάει απλά γι’ αυτό που είναι η ηγεσία της Αριστεράς: και η ηγεσία της είναι ο λαός, οι καταπιεσμένοι. Οι διωκόμενοι. Αυτοί που βλέπουν τον αγώνα για την κοινωνική δικαιοσύνη ως την πραγμάτωση της ιστορικής αποστολής τους.

Σ’ αυτό το δικαστήριο της Ιστορίας -που κάλλιστα θα μπορούσε σήμερα να είναι ένα πανεπιστημιακό αμφιθέατρο όπου θα δίδασκαν κάποιοι από τους πολλούς οπαδούς μιας «θολής» αριστείας ή ένα τηλεδικείο που θα δίκαζε και θα καταδίκαζε εν μέσω διαφημίσεων για τα θαύματα του Παϊσίου και τις ιδιότητες του υαλουρονικού- οι ήρωες του Παπαθανάση, αν και κουρασμένοι, δεν υπογράφουν δήλωση, δεν δίνουν συγχωροχάρτι, δεν βάζουν άνω τελεία στην επαναστατική διαδικασία. Κι ας νιώθουν μόνοι. Είναι όμως μόνοι;

Ο Παπαθανάσης προέρχεται από προγόνους που πάτησαν τη σκανδάλη του αγώνα και παρέδωσαν τη σκυτάλη στην επόμενη γενιά.

Ο Παπαθανάσης δεν κρύβει ότι είναι στρατευμένος. Το «Τέρμινους» είναι στρατευμένο.

Δεν το συνιστώ σε όποιον θεωρεί ότι πρέπει να προχωράμε ως κοινωνία με γνώμονα ένα άχρωμο κοινό καλό.

Δεν το συνιστώ σε όσους αναζητούν μια αντικειμενική ματιά στην Ιστορία.

Δεν υποστηρίζω εξάλλου την αναζήτηση της αντικειμενικότητας στην Ιστορία.

Πώς θα τολμούσα λοιπόν να την απαιτήσω από την Τέχνη;

Η μάχη της Αμφιλοχίας

ένα παλιότερο άρθρο των Λ.Φλιτούρη-Β.Τζούκα για την περίφημη μάχη της Αμφιλοχίας βασισμένο σε ανέκδοτο αρχειακό υλικο στον συλλογικό τόμο Κων/να Μπάδα-Θ.Σφήκας (επιμ.), Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος. Η Αιτωλοακαρνανία στη δεκαετία 1940-1950, εκδόσεις Παρασκήνιο, Αθήνα 2010, σελ. 89-98.%ce%b7-%ce%bc%ce%ac%cf%87%ce%b7-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b1%ce%bc%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%bf%cf%87%ce%af%ce%b1%cf%82

« Ο φλύαρος κ.Παττακός και ο Έλληνας κύριος…Νασερόπουλος: Η 21η Απριλίου 1967 μέσα από τις γαλλικές πηγές », επιστημονική επετηρίδα Φιλοσοφικής Σχολής Δωδώνη (2008-2012), σελ.241-362.

« Ο φλύαρος κ.Παττακός και ο Έλληνας κύριος…Νασερόπουλος: Η 21η Απριλίου 1967 μέσα από τις γαλλικές πηγές », επιστημονική επετηρίδα Φιλοσοφικής Σχολής Δωδώνη (2008-2012), σελ.241-362

Δ1

images

Η αποικιακή πραγματικότητα (Αυγή, 28/2/2016)

http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/2016/02/blog-post_13.html

 

ΛΑΜΠΡΟΣ ΦΛΙΤΟΥΡΗΣ, Αποικιακές αυτοκρατορίες. Η εξάπλωση της Ευρώπης στον κόσμο, 16ος-20ός αι., εκδόσεις Ασίνη, σελ. 354

Το τελευταίο βιβλίο του Λάμπρου Φλιτούρη κάνει πράξη αυτό που όλοι όσοι προσπαθούμε να διδάξουμε το αντικείμενο της Ιστορίας της Αποικιοκρατίας –δεν είμαστε πολλοί αλλά έχουμε την πίστη ότι αξίζει τον κόπο– έχουμε αισθανθεί ως έλλειμμα. Οι μεταφράσεις ξένων έργων για την αποικιοκρατία που χρησιμοποιούμε εξ ανάγκης δεν μπορούν να καλύψουν την απουσία ενός ελληνικού συγκεφαλαιωτικού έργου που να παρουσιάζει την ιστορία της αποικιακής εξάπλωσης και το φαινόμενο του ιμπεριαλισμού στο κοινό μιας χώρας που μετά την Αρχαιότητα δεν παρουσιάζει  ιστορικό αποικιακής δράσης –αν και αυτό έχει προκαλέσει αρκετές συζητήσεις– ούτε αποικιακής κατοχής – και αυτό επίσης είναι συζητήσιμο, ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία. Το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται επίσημα ούτε στις αποικιακές δυνάμεις του σύγχρονου κόσμου ούτε στις αποικίες του, μαζί με τον παραδοσιακό ελληνοκεντρισμό, αρκεί για να θεωρηθεί ότι το θέμα δεν μας αφορά και να αποτρέψει το δημόσιο ενδιαφέρον για τους αντίστοιχους προβληματισμούς που όμως έχουν απασχολήσει και συνεχίζουν να απασχολούν πλήθος επιστημόνων από πολύ διαφορετικά πεδία διεθνώς. Η Ιστορία, που είναι το θέμα του συγκεκριμένου έργου, ασφαλώς, αλλά και η Πολιτική Θεωρία, οι Διεθνείς Σχέσεις, η Ανθρωπολογία, οι Σπουδές Φύλου, η Δημόσια Υγεία και η Εκπαίδευση, και ο κατάλογος μένει ανοικτός…

Πολλώ δε μάλλον που η Ιστορία των Αυτοκρατοριών, η Imperial History, γνωρίζει σημαντική ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα στις αγγλο-σαξονικές χώρες, όπου πια μιλούμε για την New Imperial History, με δυναμισμό και ποικιλομορφία που εντυπωσιάζουν. Νέα επιστημονικά περιοδικά δημιουργούνται, συνέδρια και online συζητήσεις και μαθήματα πληθαίνουν, εκλαϊκευτικά βιβλία για το μαζικό κοινό βλέπουν το φως. Για δεκαετίες η Ιστορία των Αυτοκρατοριών χαρακτηριζόταν ως οπισθοδρομική –το να μελετάς τις αυτοκρατορίες συνεπαγόταν περίπου ότι τις υποστηρίζεις ή ότι τις νοσταλγείς– ή, στην περίπτωση των πρώην αποικιοκρατούμενων χωρών, ταυτιζόταν σχεδόν υποχρεωτικά με τον αντι-αποικιακό εθνικισμό. Με την εμφάνιση της Νέας Αποικιακής Ιστορίας, όμως, περίπου από τη δεκαετία του 1980 και κυρίως αναφορικά με τη Βρετανική Αυτοκρατορία, το πεδίο γνώρισε μιαν αναπάντεχη άνθηση. Ανοίχτηκε σε νέους δρόμους όπως η οικολογία ή ο φεμινισμός, η μελέτη του «αποικιακού λόγου [discourse] και η μεταποικιακή θεωρία, αξιοποίησε συνδυαστικά τα εργαλεία της ιστορικής έρευνας, της λογοτεχνικής κριτικής, των πολιτισμικών σπουδών, της ανθρωπογεωγραφίας, της γλωσσολογίας και της ψυχανάλυσης, και μας έδωσε πολύ πλούσιους καρπούς που αναλύουν σε βάθος το αποικιακό φαινόμενο σε όλες του τις εκφάνσεις. Νέες προσεγγίσεις, όπως τα αυτοκρατορικά δίκτυα, για παράδειγμα, αντικατέστησαν τις εθνοκεντρικές αφηγήσεις και η εστίαση έπαψε να είναι μονόδρομη.

Δεν μας απασχολεί πλέον μόνο πώς η αποικιακή κυριαρχία επηρέασε τις αποικίες αλλά και πώς οι αποικίες διαμόρφωσαν νοοτροπίες, αντιλήψεις και κουλτούρες στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις. Η βρετανική ή η γαλλική ιστορία τοποθετούνται στο κέντρο ενός παγκόσμιου ιστού αλληλοσυνδεόμενων ιστοριών όμως πια το ενδιαφέρον δεν είναι στο κέντρο αλλά στις ίδιες τις συνδέσεις. Μια άλλη ταυτόχρονη συνέπεια αυτής της εξέλιξης ήταν η ανάπτυξη των Υπεξούσιων Σπουδών, έτσι έχουν αποδοθεί στα ελληνικά οι Subaltern Studies, που ενδιαφέρθηκαν για τους αποικιακούς λαούς και την εμπειρία τους της αποικιακής κυριαρχίας, και έχει φυσικά σημασία το γεγονός ότι ξεκίνησαν από Ινδούς ερευνητές.

Αλλά και πιο παραδοσιακοί τομείς διερευνώνται με ανανεωμένο ενδιαφέρον, όπως η οικονομική ιστορία, η ιστορία των θεσμών, η στρατιωτική ιστορία. Μπήκαν καίρια ερωτήματα όπως ο σχηματισμός των αυτοκρατοριών, τα κίνητρα και ο ρόλος των κεφαλαιοκρατών και των επενδυτών του City του Λονδίνου, κατά πόσο η αποικιακή επέκταση ήταν αποτέλεσμα κεντρικού σχεδιασμού και αποφάσεων σε υψηλό επίπεδο ή κάποιας τυχαίας όσο και μοιραίας αλληλουχίας συμβάντων στην περιφέρεια, η σημασία της «άτυπης», informal, αυτοκρατορίας, το ενδιαφέρον ή η απουσία ενδιαφέροντος των Ευρωπαίων για τις αποικιακές κτήσεις τους. Και όλων των Ευρωπαίων; Ειδικές μελέτες δείχνουν, παραδείγματος χάριν, ότι η στάση απέναντι στην Αυτοκρατορία ποικίλλει ανάλογα με την κοινωνική τάξη του υποκειμένου, οι εργατικές τάξεις λίγο ασχολούνταν με το θέμα είτε επειδή αισθάνονταν ότι δεν τους αφορά είτε επειδή οι ανώτερες τάξεις τις κρατούσαν στην άγνοια. Όλα αυτά βέβαια δημιούργησαν πάθη και εντάσεις στην ακαδημαϊκή κοινότητα, τραβήχτηκαν διαχωριστικές γραμμές, σχηματίστηκαν αντίπαλα στρατόπεδα, οι οπαδοί της «Νέας» απέναντι στους υποστηρικτές της «Παλιάς» αποικιακής ιστορίας. Σημασία όμως έχει ότι ο χώρος ζωντάνεψε, ανανεώθηκε και σήμερα είναι από τους πιο συναρπαστικούς καθώς αντιστοιχεί από τη φύση του στη σύγχρονη τάση της ιστορικής επιστήμης για διεύρυνση του πεδίου της στην κλίμακα του πλανήτη, για μελέτη των «ολικών», global, φαινομένων, που διατρέχουν ηπείρους και ωκεανούς και νοηματοδοτούν με διαφορετικό τρόπο την ιστορική πραγματικότητα.

Με το βιβλίο του Λάμπρου Φλιτούρη έχουμε ένα έργο που καλύπτει διαφορετικές ανάγκες και αναγκαστικά ακολουθεί άλλες προδιαγραφές. Είναι ένα εγχειρίδιο ευσύνοπτο, και αυτό από μόνο του είναι άθλος, περιεκτικό και ξεκάθαρο στην αφήγησή του και στον συσχετισμό των παραγόντων. Ο συγγραφέας κατόρθωσε την πληρότητα της επισκόπησης του αποικιακού φαινομένου στη νεώτερη και τη σύγχρονη περίοδο, καλύπτει δηλαδή όλη την εξέλιξη των αυτοκρατοριών από τον Χριστόφορο Κολόμβο, στα τέλη του 15ου αιώνα, μέχρι τον Ψυχρό Πόλεμο και την αποαποικιοποίηση. Αυτό αξίζει ένα σχόλιο. Η κλασική περιοδολόγηση διακρίνει την πρώτη από τη δεύτερη αποικιοκρατία, τις πρώτες αυτοκρατορίες της Ισπανίας και της Πορτογαλίας δηλαδή, που σχηματίστηκαν μετά τις Μεγάλες Ανακαλύψεις, από το μεταγενέστερο κύμα αποικιακής κατάκτησης του «νέου ιμπεριαλισμού» του 19ου και 20ού αιώνα. Στο βιβλίο που παρουσιάζουμε εδώ μας προσφέρεται το πανόραμα της εξάπλωσης  της Ευρώπης στον κόσμο, γιατί, όπως πειστικά υποστηρίζει ο συγγραφέας, ουσιώδεις δομικές ομοιότητες διαπιστώνονται στις ιμπεριαλιστικές πολιτικές και τα κίνητρά τους σε όλη την έκταση της νεώτερης και της σύγχρονης περιόδου. Αυτά είναι πρωτίστως οικονομικά, τόσο η αναζήτηση πρώτων υλών και εμπορικών διεξόδων για τα ευρωπαϊκά προϊόντα, όσο και η εξασφάλιση επικερδών τοποθετήσεων για τα πλεονάσματα κεφαλαίων της Ευρώπης, ιδίως της Αγγλίας μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση. Στη συνέχεια προστέθηκαν λόγοι ισχύος, γοήτρου και κύρους για τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης, παιχνίδια διπλωματικών ισορροπιών και διεθνούς ανταγωνισμού, με αποκορύφωση στη σύγκρουση του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι Αποικιακές Αυτοκρατορίες του Λάμπρου Φλιτούρη μας προσφέρουν μια συνολική οπτική και συνδέουν τα φαινόμενα στον χώρο και τον χρόνο με επεξηγηματικές αναφορές, παραδείγματος χάριν, στην οργάνωση της σύγχρονης Βραζιλίας ή στην προέλευση του ονόματος των Τουπαμάρος της Ουρουγουάης. Δείχνει δηλαδή πόσο παρόν είναι το αποικιακό παρελθόν και πόσο απαραίτητη η γνώση του για την κατανόηση της σύγχρονης πραγματικότητας. Στηρίζεται σε μιαν εντυπωσιακή βιβλιογραφία που καλύπτει όλες τις εκδηλώσεις της αποικιοκρατίας, από τις πρωτοπόρους Ισπανία και Πορτογαλία, τη βρετανική και τη γαλλική αυτοκρατορία βέβαια, τις ήσσονος έκτασης, αλλά πολύ σημαντικές για την πληρέστερη κατανόηση του φαινομένου, ολλανδική, βελγική, ιταλική ή ιαπωνική, ακόμα και τις επεκτάσεις δια ξηράς προς τα δυτικά των Ηνωμένων Πολιτειών και προς τα ανατολικά της τσαρικής Ρωσίας.

Θα ήθελα να σταθώ σε ένα από τα πιο μεστά, κατά τη γνώμη μου, κομμάτια του βιβλίου, το δεύτερο μέρος, που χρονικά καλύπτει τους 19ο και 20ό αιώνες και αφορά την οργάνωση της ευρωπαϊκής αποικιακής κυριαρχίας. Από μεγάλη φροντίδα για τους ανενημέρωτους και μη ειδικούς αναγνώστες του, ο Φλιτούρης προτάσσει μια γενική επισκόπηση της ευρωπαϊκής ιστορίας της περιόδου ανά κράτος. Ίσως και ένα χρονολόγιο να κάλυπτε το κενό, σε τέτοια ακραία συμπύκνωση είναι δύσκολο να πει κανείς κάτι νέο. Αποζημιώνουν όμως οι σελίδες που ακολουθούν και εξηγούν τους λόγους για τους οποίους η Ευρώπη επιβλήθηκε τόσο αποτελεσματικά στον κόσμο. Η τεχνολογική πρόοδος, ο δημογραφικός δυναμισμός, η συγκέντρωση πόρων και τραπεζικών εργαλείων που συγκλίνουν στο γύρισμα του αιώνα, τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και τις πρώτες του 20ού μέχρι την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, είναι οι βασικοί εξ αυτών. Βρήκαμε πολύ πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα την ανάδειξη της χρήσης του τεράστιου πολιτισμικού και πνευματικού κεφαλαίου της Ευρώπης για την αποικιακή επιβολή της: η ιατρική επιστήμη του λευκού ανθρώπου, η διάδοση της εκπαίδευσης και των μοντέλων που προωθούνται μέσα από τα σχολικά εγχειρίδια που χρησιμοποιούνται στις αποικίες – «οι πρόγονοί μας οι Γαλάτες» για τους μικρούς Σενεγαλέζους και Καμποτζιανούς της Γαλλικής Αυτοκρατορίας, η εξαφάνιση των Κελτών από τα ιρλανδικά εγχειρίδια ιστορίας στην περίπτωση της Βρετανικής, κλπ. Και οπωσδήποτε ο ρόλος των ιεραποστόλων αφού η διάδοση του χριστιανισμού είναι από τους πρώτους λόγους που οι Ευρωπαίοι επικαλούνται για τη νομιμοποίηση της κατάκτησης (οι δύο άλλες είναι ο εκπολιτισμός και το εμπόριο, τα τρία “C” του Livingstone).

Όπως συναρπαστική είναι και η έκθεση της συστηματικής προπαγάνδισης της αποικιακής υπόθεσης στην κοινή γνώμη των μητροπόλεων από τα διάφορα αποικιακά lobbys τραπεζιτών, βιομηχάνων, εφοπλιστών, στρατιωτικών. Ας μην ξεχνάμε ότι οι επιχειρήσεις στις εσχατιές του κόσμου, είτε στρατιωτική κατάκτηση αφορούν αυτές είτε γεωγραφικές εξερευνήσεις, κόστιζαν πολύ ακριβά στους προϋπολογισμούς της Δύσης και έπρεπε κάθε φορά να διεκδικηθούν από κοινοβούλια που δεν μοιράζονταν απαραίτητα τις ίδιες προτεραιότητες. Κυβερνήσεις έχασαν την πλειοψηφία και την εξουσία επάνω σε τέτοια θέματα. Ο Jules Ferry στη Γαλλία τη δεκαετία του 1880, που συνέδεσε το όνομά του με την εξερεύνηση του Κονγκό και του Νίγηρα και την προσάρτηση της Τυνησίας, της Μαδαγασκάρης και της Ινδοκίνας, αλλά έπεσε από την εξουσία ακριβώς μετά από τις καταγγελίες του Clemenceau κατά της αποικιακής πολιτικής του, είναι ένα τέτοιο λαμπρό παράδειγμα. Ο Φλιτούρης μας παρουσιάζει πολύ εύστοχα πώς δημοσιογράφοι και επιστήμονες, εταιρείες και ενώσεις μελέτης των αποικιών, δημόσιες διαλέξεις, εκθέσεις και εκδόσεις, και κυρίως οι μεγάλες αποικιακές εκθέσεις που εξοικειώνουν τους επισκέπτες των δυτικών μεγαλουπόλεων με τις αποικιακές κτήσεις τους και λειτουργούν ως προβολή εθνικής υπερηφάνειας και ανωτερότητας, επιστρατεύονται προκειμένου να δημιουργήσουν μιαν αποικιακή συνείδηση και να εξασφαλίσουν στα «αποικιακά κόμματα» τη λαϊκή αποδοχή που τους είναι αναγκαία εφ’ όσον πια μιλάμε για δημοκρατικά καθεστώτα. Επίσης καταδεικνύει τον ρόλο της «αποικιακής λογοτεχνίας», των έργων που εκτυλίσσονται σε εξωτικά περιβάλλοντα ή που έχουν σαν κεντρικό πρόσωπο τον ηρωικό «λευκό εξερευνητή», στην αποδοχή αυτής της θεματικής και την ένταξή της στην καθημερινότητα των μητροπολιτικών πληθυσμών. Η περίπτωση του Κίπλινγκ με το Βιβλίο της ζούγκλας, τον Κιμ, και το ποίημα του για το «Χρέος του λευκού ανθρώπου» είναι από τις πιο γνωστές. Μου αρέσει όμως ιδιαίτερα και το ότι ο Ιούλιος Βερν γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα, τις 5 εβδομάδες με αερόστατο, το 1863, όπου καταγράφει την υπέρπτηση της Αφρικής με όλες τις μορφολογικές της λεπτομέρειες την εποχή που η Μαύρη Ήπειρος είναι μια λευκή έκταση στους χάρτες καθώς είναι παντελώς ανεξερεύνητη!

Τα επόμενα κεφάλαια αφορούν την αναλυτική παρουσίαση των συστημάτων και των λογικών που διέπουν τη διοίκηση και τη διαχείριση των αποικιακών αυτοκρατοριών ανά δύναμη. Εδώ θα αναμέναμε τη συνήθη μεγαλύτερη ανάπτυξη για τη Βρετανική Αυτοκρατορία, τόσο λόγω της έκτασής της, που ξεπερνά κατά πολύ τη δεύτερη κατά σειρά που είναι η Γαλλική, όσο και λόγω της ποικιλομορφίας της. Καθώς οι Βρετανοί επέδειξαν μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα και ευελιξία στην οργάνωση της αποικιακής τους διοίκησης, η αυτοκρατορία τους διαφοροποιείται σημαντικά, από τις «αποικίες του Στέμματος», τα προτεκτοράτα και τις Dominions, τις αποικίες εγκατάστασης δηλαδή, μέχρι την Ινδία, το «πετράδι του Στέμματος», που είναι κατηγορία από μόνη της. Καταγράφεται η γνωστή αντίθεση του βρετανικού συστήματος της «έμμεσης κυριαρχίας» με τη λογική της ενσωμάτωσης και αφομοίωσης που διέπει τη γαλλική διοίκηση, είναι πολύ θετικό στοιχείο του βιβλίου όμως η ισότιμη παρουσίαση λιγότερο οικείων συστημάτων και τακτικών καθώς και η ανάδειξη περιπτώσεων που δεν έχουν ίσως ευρύτερα καταγραφεί ως αποικιοκρατικές, όπως είναι η πολιτική των δυνάμεων του Άξονα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το βιβλίο κλείνει με την ταχεία κατάρρευση της παραδοσιακής αποικιοκρατίας μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η εξάντληση των ευρωπαϊκών δυνάμεων, η ακραία οικονομική τους εξασθένιση, τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στις αποικίες, η εξέλιξη των ιδεών και των αντιλήψεων, το κλίμα του Ψυχρού Πολέμου και ο ανταγωνισμός των υπερδυνάμεων για τη μεγέθυνση των σφαιρών επιρροής τους, η δημιουργία του ΟΗΕ και το Κίνημα των Αδεσμεύτων, όλα μαζί οδήγησαν στη διάλυση των αποικιακών αυτοκρατοριών μέσα σε λίγα χρόνια αλλού ειρηνικά και αλλού μετά από αιματηρές συγκρούσεις σε περιπτώσεις όπως η Ινδοκίνα, η Αλγερία και η Ινδονησία. Πολύ ωραία και πολύ χρήσιμα ο συγγραφέας μας δίνει τις προεκτάσεις της μετααποικιακής εποχής στη σύγχρονη πραγματικότητα. Η κυριαρχία σχέσεων εξάρτησης και η νέο-αποικιοκρατία στον Τρίτο Κόσμο, οι δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής, ο πολλαπλασιασμός των δικτατοριών και των εξαιρετικά βίαιων εμφύλιων συγκρούσεων στα κράτη της Αφρικής, το χρονίζον πρόβλημα της αστάθειας και της βίας στη Μέση Ανατολή, είναι ανοιχτές πληγές του σύγχρονου κόσμου που οι ρίζες τους βρίσκονται στην περίοδο της ευρωπαϊκής κυριαρχίας στον πλανήτη. Αναμφίβολα η περίοδος αυτή άλλαξε το πρόσωπο του κόσμου, δημιούργησε αμετάκλητα δεδομένα και άφησε βαριά κληρονομιά στις επόμενες γενιές. Το πρώτο βήμα που μπορούμε όλοι να κάνουμε είναι να τη γνωρίσουμε καλύτερα και το βιβλίο του Λάμπρου Φλιτούρη από τις εκδόσεις Ασίνη είναι ασφαλώς μια πολύτιμη συνεισφορά σε αυτή την κατεύθυνση.

 

Η Άννα Καρακατσούλη διδάσκει Ευρωπαϊκή Ιστορία και Πολιτισμό και Ιστορία της Αποικιοκρατίας στο Πανεπιστημίο Αθηνών

Η εκδοτική ιστορία του Βιβλιοπωλείου της Εστίας

 

http://www.onassis.org/onassis-magazine/issue-56/hestia-bookstore

Εστία… Μια ιστορία σαν μυθιστόρημα

Άννα Καρακατσούλη, Στη χώρα των βιβλίων. Η εκδοτική ιστορία του Βιβλιοπωλείου της Εστίας, 1885-2010, Πρόλογος: Νάσος Βαγενάς, Αθήνα: Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2012, 370 σελ. ISBN: 978-960-99681-6-4

Η μελέτη της ιστορίας του βιβλίου, της εκδοτικής παραγωγής, της διακίνησης και της επίδρασής του έχει απασχολήσει τη διεθνή ιστοριογραφία με ποικίλους τρόπους κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Η γένεση, η οργάνωση και η δραστηριοποίηση ενός εκδοτικού οίκου αποτελούν ένα εξίσου ενδιαφέρον πεδίο έρευνας της πολιτισμικής ιστορίας – έρευνας που επιτρέπει την προσέγγιση του βιβλίου όχι μόνον ως σημαντικού πολιτισμικού αγαθού αλλά και ως ιδιαίτερου υλικού προϊόντος με τη δική του δυναμική, τον δικό του βίο και, επομένως, τη δική του ιστορία, που χρήζει καταγραφής και μελέτης.1 Στην Ελλάδα η επιστημονική μελέτη της ιστορίας των επιχειρήσεων παρουσιάζει εντυπωσιακή ανάπτυξη τα τελευταία είκοσι χρόνια στο πλαίσιο των ενδιαφερόντων για την οικονομική και κοινωνική ιστορία της χώρας. Ωστόσο, η μελέτη του βιβλίου και ειδικότερα του εκδοτικού οίκου ως αυτόνομο ερευνητικό πεδίο μοιάζει ακόμη να βρίσκεται στα σπάργανα.2

Υπ’ αυτή την έννοια, η μελέτη της Άννας Καρακατσούλη Στη Χώρα των Βιβλίων. Η εκδοτική ιστορία του Βιβλιοπωλείου της Εστίας, 1885-2010, που κυκλοφόρησε πρόσφατα σε έναν πολύ φροντισμένο τόμο από τις νεότοκες Εκδόσεις των Συναδέλφων (ένα αυτοδιαχειριζόμενο εκδοτικό εγχείρημα των εργαζομένων στον χώρο του βιβλίου), είναι πολλαπλά χρήσιμη και ενδιαφέρουσα όχι μόνο για τον εξειδικευμένο μελετητή αλλά και για το σύνολο των εραστών του βιβλίου και της ανάγνωσης.

Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίζαμε ότι η δουλειά της Καρακατσούλη αποτελεί μια πρώτη ολοκληρωμένη εργασία «βάσης». Οι έως τώρα διαθέσιμες ιστορίες εκδοτικών οίκων στην Ελλάδα ήταν κατά κύριο λόγο επετειακές εκδόσεις-λευκώματα των ίδιων των εκδοτικών οίκων, ενώ άλλες σχετικές προσπάθειες έμειναν ανολοκλήρωτες σε ένα πρώτο ερευνητικό επίπεδο.3  Η Χώρα των βιβλίων, βασισμένη σε εκτενή βιβλιογραφία και σε εξαντλητική αρχειακή έρευνα, μας προσφέρει ένα γοητευτικό ταξίδι στον κόσμο του βιβλίου, εξετάζοντας την πορεία του Βιβλιοπωλείου της Εστίας από τη δημιουργία του, το 1885, έως τις μέρες μας. Φιλόδοξο εγχείρημα, που και μόνο η χρονολογική του έκταση θα μπορούσε να αποβεί εις βάρος του τελικού επιστημονικού αποτελέσματος.

Μολαταύτα, η Καρακατσούλη καταφέρνει να εξετάσει, μέσα από ένα πυκνογραμμένο –αλλά καθόλου κουραστικό– κείμενο, τις επιχειρηματικές πτυχές του όλου εγχειρήματος. Παράλληλα, χωρίς εκπτώσεις στην τεκμηρίωση, ανοίγει έναν άλλο δρόμο προσέγγισης της ιστορίας της διανόησης στον τόπο μας κατά τα τελευταία 125 χρόνια μέσα από τη μελέτη των στοχεύσεων, των προγραμματισμών και των συνεργασιών της Εστίας. Αυτή η διττή προσέγγιση του θέματος ανταποκρίνεται πλήρως στις στοχεύσεις της σύγχρονης ιστοριογραφίας, που θέλει η ιστορία μιας επιχείρησης να μελετάται παράλληλα με την ιστορία της διανόησης και του πολιτισμού μιας κοινωνίας.4 Και αυτή η προσέγγιση, προφανώς, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εάν λάβουμε υπόψη τη φύση του εμπορίου που θεραπεύει η Εστία.

Η μελέτη χωρίζεται σε πέντε μέρη, ακολουθώντας χρονολογικά την πορεία του εκδοτικού οίκου, από τον ιδρυτή Γ. Κασδόνη (1885-1900) στους επιγόνους Ι. Κολλάρο (1900-1956), Κ. Σαραντόπουλο (1956-1972), Μ. Καραϊτίδη (1972-1998) και Ε. Καραϊτίδη (1998-2010). Όσο και αν προσπαθήσει ο αναγνώστης να αντιμετωπίσει το βιβλίο ως μια οριοθετημένη μελέτη ενός συγκριμένου εκδοτικού οίκου, σύντομα θα διαπιστώσει ότι η πορεία της επιχείρησης –μιας οικογενειακής, επί της ουσίας, προσπάθειας που είναι έως τις μέρες μας μία από τις αρχαιότερες εν ζωή ελληνικές επιχειρήσεις– συνδέεται στενά με τις πολιτικές, οικονομικές, πνευματικές και κοινωνικές εξελίξεις του τόπου.

Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Οι εθνικές περιπέτειες της χώρας στο γύρισμα του αιώνα εξετάζονται παράλληλα με την πορεία του γλωσσικού διχασμού· η οικονομική κρίση του Μεσοπολέμου με την πνευματική επικράτηση της γενιάς του ’30· η τραγωδία της Κατοχής και του Εμφυλίου με τις νέες αναζητήσεις της ελληνικής διανόησης. Η παρουσίαση της πορείας της Εστίας δεν γίνεται ανεξάρτητα από την εξέλιξη της ευρύτερης εκδοτικής παραγωγής στην Ελλάδα. Η μελέτη των συνεργασιών της δεν γίνεται χωρίς να εξετάζεται ταυτόχρονα η γενικότερη πνευματική παραγωγή.

Επομένως, το βιβλίο της Καρακατσούλη μπορεί να εκληφθεί ως μια σημαντική συμβολή στην ιστορία των επιχειρήσεων –οικογενειακών, εμπορικών και εκδοτικών– αλλά και ως η ιστορία της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής. Για παράδειγμα, η παράθεση μιας σειράς από πίνακες με τις πωλήσεις των σημαντικότερων συγγραφέων-συνεργατών του οίκου (κυρίως της λεγόμενης γενιάς του ’30) επιτρέπει και στον πλέον ανυποψίαστο αναγνώστη όχι απλώς να διαπιστώσει την επίδραση των εκδόσεων της Εστίας στο σύγχρονο αναγνωστικό κοινό της χώρας, αλλά και να αντιληφθεί πτυχές της ιστορίας των αναγνωστικών ηθών της Ελλάδας: γιατί κάποιοι συγγραφείς είναι πιο εμπορικοί σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή∙ ποιο ρόλο διαδραματίζουν στην εμπορικότητα οι πολιτικές εξελίξεις ή οι κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές των έργων κ.ά. Ή, ακόμη, να θίξει ερωτήματα όπως γιατί στην Ελλάδα δεν κατάφερε να ριζώσει το βιβλίο-τσέπης ή γιατί η ανάγνωση του καλού βιβλίου στη χώρα μας θεωρήθηκε προνόμιο των λίγων.

Θα σταθώ σε δύο ακόμη συγκεκριμένα παραδείγματα, τα οποία η Καρακατσούλη προσεγγίζει με τρόπο που να αφήνει νέα πεδία έρευνας ανοιχτά στον μελλοντικό φιλόδοξο ερευνητή. Καταρχάς, την οργάνωση-διαμόρφωση των μεγάλων σειρών των εκδόσεων, όπως είναι οι σειρές Νεοελληνική Λογοτεχνία, Μικρή Βιβλιοθήκη, Σύγχρονη Ελληνική Πεζογραφία ή Ιστορία και Πολιτική. Επηρεασμένοι από τις σύγχρονες εκδοτικές εξελίξεις, οι υπεύθυνοι της Εστίας υιοθέτησαν την οργάνωση των εκδόσεων σε μεγάλες σειρές που δημιούργησαν μια νέα δυναμική στον χώρο του βιβλίου. Η συγγραφέας εξετάζει τους ανθρώπους πίσω από τις σειρές, τις επιλογές των συγγραφέων, τις στοχεύσεις και τις αλληλεπιδράσεις στην ευρύτερη οικογένεια των εκδοτών. Η μελέτη και μόνο της οργάνωσης της σειράς Νεοελληνικής Λογοτεχνίας –μιας σειράς που μπορεί κάλλιστα να συγκριθεί με τη λευκή σειρά του Gallimard5–, με πάνω από 300 τίτλους και με συγγραφείς όπως ο Καραγάτσης, o Βενέζης, ο Τερζάκης, ο Θεοτοκάς, ο Πρεβελάκης, ο Μυριβήλης κ.ά., θα μπορούσε να αποτελέσει χωριστή μελέτη. Τέλος, η Καρακατσούλη αγγίζει χωρίς προκαταλήψεις και συναισθηματισμούς το σημαντικότατο ζήτημα της σχέσης του εκδοτικού οίκου με την πολιτική εξουσία, προσπαθώντας να σκιαγραφήσει τις ιδεολογικές πολιτικές συγγένειες και την πρόσληψη των εκδοτικών επιλογών της Εστίας από τους διανοουμένους και το κοινό.

Οίκος του φιλελεύθερου χώρου, ταυτίστηκε με τους Ακαδημαϊκούς αλλά όχι με τον ακαδημαϊσμό, στέγασε ιδεολογικά υπερσυντηρητικούς αστούς, όπως λ.χ. τον Καραγάτση και τον Μυριβήλη, οι οποίοι όμως τύχαινε να είναι συγχρόνως τολμηροί στην επιλογή των θεματικών τους, δημοτικιστές και ζηλευτοί χειριστές της πένας. Συνεπής στο προσεκτικό –και όχι συντηρητικό– άνοιγμα του καταλόγου της, η Εστία φιλοξένησε καινοτόμες λογοτεχνικές και ερευνητικές δουλειές χωρίς να ταυτιστεί με κόμματα και παρατάξεις, προκαλώντας ταυτόχρονα τον σεβασμό της πλειονότητας των εκδοτών και του αναγνωστικού κοινού.

Εδώ έγκειται και μία ακόμη επιτυχία της συγγραφέως. Η επιλογή να διερευνήσει ακριβώς αυτό το ζήτημα για έναν εκδοτικό οίκο που δεν μπορεί να ταυτιστεί αβίαστα ούτε με την Αριστερά ούτε με την Δεξιά προβάλλει μεγαλύτερες δυσκολίες για την επιστημονική τεκμηρίωση της έρευνας. Και το αποτέλεσμα είναι, το λιγότερο, θετικό.

Το επιλογικό σημείωμα του βιβλίου δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας για τα συμπεράσματα της έρευνας: η Εστία μπόρεσε να μεταβεί με επιτυχία από την παράδοση στον νεωτερισμό, να ανανεώσει την εκδοτική παραγωγή του τόπου, να ενδυναμώσει την πνευματική παραγωγή δίνοντας τη δυνατότητα έκφρασης σε δεκάδες λογοτέχνες και επιστήμονες, να εξελιχθεί σε μια πραγματική κιβωτό της σύγχρονης ελληνικής πνευματικής παραγωγής χωρίς να αμελήσει την επικοινωνία του κοινού με την παγκόσμια πνευματική παραγωγή μέσω των πολλών και φροντισμένων μεταφράσεων. Η Εστία υπήρξε η μεγάλη –φιλελεύθερη περισσότερο ή λιγότερο, μικρή έχει σημασία– «κυρία» των βιβλίων. Μένουν πολλά να γίνουν στη μελέτη της ιστορίας των εκδόσεων και των βιβλίων. Η Άννα Καρακατσούλη άνοιξε τον δρόμο. Οι προκλήσεις της συνέχειας είναι πολλές για όποιον πιστό. http://www.onassis.org/onassis-magazine/issue-56/hestia-bookstore

1. Για τον ιστοριογραφικό διάλογο που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια όσον αφορά την ιστορία των εκδόσεων στο πλαίσιο της πολιτισμικής ιστορίας, βλ. M. Lyons, J. Michon, J.-Y. Mollier και F. Vallotton (επιμ.), National or International Book and Publishing History? A Worldwide Discussion, Κεμπέκ: Nota Bene, 2007. Ενδεικτική και βασική μελέτη που συνδυάζει την ιστορική βιογραφία με την ιστορία ενός εκδοτικού οίκου αποτελεί το βιβλίο του J.-Y. Mollier, Louis Hachette (1800-1864): Le fondateur d’un empire, Παρίσι: Fayard, 1999.

2. Δεν αμελούμε, ωστόσο, τη σημασία των γενικότερων εργασιών του Λ. Αξελού, Εκδοτική δραστηριότητα και κίνηση ιδεών στην Ελλάδα, 2η έκδ., Αθήνα: Στοχαστής, 2008 και του Φ. Ηλιού (εκδοτική φροντίδα: Ά. Ματθαίου, Σ. Μπουρνάζος και Π. Πολέμη), Ιστορίες του ελληνικού βιβλίου, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2005.

3.  Βλ. τις σχετικές εκδόσεις για την Άγκυρα (1990), τον Ίκαρο (1993), τις ανέκδοτες μεταπτυχιακές εργασίες της Π. Ιορδανίδου για το Θεμέλιο (Πάντειο Πανεπιστήμιο, 1998) και του Γ. Καραηλία για τον Γκοβόστη (ΕΚΠΑ, Τμήμα Ιστορίας, 2002), καθώς και τις εκδόσεις του ΕΚΕΒΙ για την ιστορία των εκδοτικών οίκων έως το 1940 (2008).

4.  W. St Clair, The «Political Economy of Reading», John Coffin Memorial Lecture in the History of the Book, University of London: School of Advanced Study, 2005.

5.  A. Cerisier, Gallimard: Un éditeur à l’œuvre, Παρίσι: Collection Découvertes Gallimard, 2011.

…το «Καλοκαίρι στη Θεσσαλονίκη»

 

Γράφει ο Σάκης Σερέφας (sakseref@yahoo.gr)   | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 16/08/2008 εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ

Πώς μυρίζει μια παλιά πόλη; Ποιους ήχους εκπέμπει; Τι ποτίζει τα βλέμματα των κατοίκων της; Τι παθαίνει όταν διπλασιάζονται ξαφνικά οι ψυχές της από ξένους φαντάρους που τριγυρνούν σαστισμένοι μέσα της; Η Γαλλίδα μυθιστοριογράφος Μarcelle Τinayre στάλθηκε στη Θεσσαλονίκη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου με ειδική αποστολή. Επισκέπτεται τις εγκαταστάσεις του γαλλικού εκστρατευτικού στρατεύματος και των γαλλικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και εξετάζει την κατάσταση του ηθικού του στρατεύματος αλλά και τη στάση των ντόπιων απέναντί του. Μέσα σε αυτό το γοητευτικό αφήγημά της [ Ένα καλοκαίρι στη Θεσσαλονίκη (Απρίλιος-Σεπτέμβριος 1916), μτφ. Νεστοροπούλου- Φλιτούρης, ιστορ. επιμέλεια: Λάμπρος Φλιτούρης, Εκδ. Ασίνη 2008], καταφέρνει να αποτυπώσει με εξαιρετική οξυδέρκεια την αίσθηση της πόλης και των ανθρώπων της. Οι ανάλογες μαρτυρίες ξένων που διαθέτουμε για την πολυφυλετική Θεσσαλονίκη του 1916 είναι πολλές. Οι περισσότερες περιγράφουν έκπληκτες τη γραφική ανατολίτικη όψη της πόλης. Η Τinayre προχωρεί βαθύτερα. Μας αναμεταδίδει χρήσιμες πληροφορίες για το χαρμάνι των φυλών της πόλης, για τις αντιθέσεις μεταξύ των εθνοτήτων, για την κατάσταση των προσφύγων και για τη ζωή των γυναικών, καθώς τα μυθιστορήματά της είναι στρατευμένα υπέρ του γυναικείου ζητήματος. Για παράδειγμα, μια Κυριακή επισκέπτεται τον προσφυγικό καταυλισμό του Λεμπέτ, όπου πρόκειται να τελεσθούν συγχρόνως έξι γάμοι. Παρακολουθεί τις ετοιμασίες, τις φορεσιές, τα κοσμήματα και τους χορούς. Και εξανίσταται με την παραπληροφόρηση που έπεται εις βάρος τους. «Την επομένη, κάποιοι κακά ενημερωμένοι δημοσιογράφοι έγραψαν πως οι νεόνυμφες, παρακινημένες από τα φλογερά γαλλόφιλα αισθήματά τους, στάθηκαν στη γραμμή, μπροστά μου, και ξαφνικά, σηκώνοντας ώς τη μέση τα λευκά νυφικά τους, τάχα μου έδειξαν τα μεταξωτά εσώρουχα με τα τρία χρώματα της γαλλικής σημαίας. Μάταια αποπειράθηκα να αποκαταστήσω την αλήθεια».

Πρόκειται για μια υποδειγματική έκδοση, τόσο ως προς τη μετάφραση όσο και ως προς τον ιστορικό και πραγματολογικό σχολιασμό της.

Παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Κόκκινου «Το Ολοκαύτωμα. Η διαχείριση της τραυματικής μνήμης «, εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2015 (Ιωάννινα,24/5/2015)

 Ο Γιώργος Κόκκινος στο παρόν βιβλίο ξαναπιάνει το νήμα της μελέτης της ιστορίας, του τραύματος και της μνήμης από εκεί που το άφησε στο προηγούμενο έργο του Η Σκουριά και το πυρ. Προσεγγίζοντας τη σχέση ιστορίας, τραύματος και μνήμης, εξειδικεύοντας αλλά και εμβαθύνοντας την προβληματική του στο κορυφαίο και μοναδικό παράδειγμα του Ολοκαυτώματος των Εβραίων της Ευρώπης. Το συγκεκριμένο παράδειγμα που αν και είναι αντιπροσωπευτικό για τη μεθοδολογική σύνθεση και άλλων μεγαλύτερων ζητημάτων της ιστορίας, αντιμετωπίζεται σε όλες τις διαστάσεις του ως ένα ξεχωριστό και μοναδικό ιστορικό γεγονός που ερμηνευτικά μόνο προσεγγίζεται αλλά με δυσκολία κατανοείται πλήρως. Και ίσως για το λόγο αυτό το τραύμα του και κυρίως η διαχείριση του τραύματος χρησιμοποιείται ως το επίκεντρο της μελέτης-μάχης που δίνει ο ιστορικός (και προσπαθεί να ερμηνεύσει ο συγγραφέας) με την ακραία εμπειρία του Ολοκαυτώματος. Ο Κόκκινος μελετάει διεξοδικά, με εξαντλητική – αλλά σε καμία περίπτωση κουραστική- παράθεση των διεπιστημονικών απόψεων για το θέμα, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το τραύμα μπορεί να επουλωθεί μέσω της αφήγησής του και της ιστορικοποίησής του. Και σ’αυτή τη διαδικασία εξετάζεται εκτός των άλλων, ο ρόλος της τέχνης- με την μορφή της λογοτεχνίας ή του κινηματογράφου- κυρίως ως μια λειτουργία αποτραυματοποίησης και αισθητικοποίησης. Παράλληλα τίθεται προς προβληματισμό η δυνατότητα ή η θεμιτότητα της αισθητικής αναπαράστασης του τραύματος ως ένας «συλλογικός ψυχαναλυτής» που χρησιμοποιεί σαν μέθοδο ανάλυσης την επικαιροποίηση, την αφηγηματοποίηση, την επεξεργασία και την διαρκή επανερμηνεία των τραυματικών ιστορικών γεγονότων.
Το βιβλίο του Κόκκινου είναι μια καταγραφή και μια ερμηνεία εκείνου που θα ονόμαζα «αναμέτρηση με το τραύμα του Ολοκαυτώματος». Έτσι, ενώ στο πρώτο μέρος παρουσιάζονται οι επίσημες πολιτικές μνήμης (αλλά και λήθης) χωρών-θυτών και χωρών-θυμάτων αλλά και οι «πολλαπλές, ασύμμετρες και ενίοτε αντιθετικές μνήμες», ο Κόκκινος συμπληρώνει προβληματισμούς που έχει διατυπώσει και ερευνήσει επιστημονικά στην μακρόχρονη έρευνά του, με αναφορές στην ζώσα πραγματικότητα συνδέοντας επί της ουσίας την διαμόρφωση της μεταπολεμικής συλλογικής μνήμης με την τρέχουσα αποτύπωση του τραύματος στη σφαίρα της Δημόσιας Ιστορίας. Και σε αυτό το πεδίο ο συγγραφέας δεν επιχειρεί την ανάδειξη μόνο των πολέμων της μνήμης αλλά ενσωματώνει την διάσταση του τραύματος του Ολοκαυτωματος που στοίχειωσε την μνήμη των μεταπολεμικών ευρωπαϊκών κοινωνιών. Το δεύτερο και θεωρητικότερο μέρος του βιβλίου προτείνει μια προσέγγιση της ιστορικής μοναδικότητας της ναζιστικής βιομηχανοποιημένης γενοκτονίας και της δημιουργίας του τραύματος του Ολοκαυτώματος στις ιστορικές, πολιτισμικές και ψυχαναλυτικές διαστάσεις του. Ταυτόχρονα, ο Κόκκινος συνομιλεί με μεγάλο μέρος της ξένης και της ελληνικής βιβλιογραφίας, και μελετά διεξοδικά την διαμόρφωση του διεπιστημονικού ερευνητικού πεδίου που ονομάζεται «Θεωρία του Ολοκαυτώματος».
Από αυτό το δεύτερο μέρος θα ήθελα να σταθώ ειδικά στην ερμηνεία που επιχειρεί της αισθητικοποίησης της τραυματικής μνήμης ως μια διαδικασία αποτραυματοποίησης μέσω της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου. Ο συγγραφέας μελετά την «δύσκολη» συμβίωση τραύματος και μνήμης στα πλαίσια της αναπαράστασής τους στην λεγόμενη Δημόσια Ιστορία. Ο κινηματογράφος, η λογοτεχνία, τα κόμικς, αλλά και άλλες μορφές αποτύπωσης και διάδοσης αυτής της «κάποιας ιδέας ιστορίας» κατά τον ΛεΓκόφ τίθενται υπό μελέτη με το ερώτημα της θεμιτότητας ή μη της αναπαράστασης του τραύματος του Ολοκαυτώματος. Αν και πολλοί επιζώντες του Ολοκαυτώματος, άνθρωποι που κατέγραψαν τις εμπειρίες τους αλλά στάθηκαν επικριτικοί απέναντι στην οπτικοποίηση ή δραματοποίηση της τραυματικής εμπειρίας, η αναπαράσταση του Ολοκαυτώματος αποτελεί μια σταθερή πηγή έμπνευσης για τους δημιουργούς και συμβάλλει –υπό εύλογες αισθητικές προϋποθέσεις- σε μια ανατροφοδότηση του προβληματισμού για την Ιστορία γενικότερα και για το παρόν ζήτημα ειδικότερα. Εξάλλου ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι εδώ και δεκαετίες η γνώση που λαμβάνει ο μέσος πολίτης για το Ολοκαύτωμα προέρχεται από την Δημόσια Ιστορία;
Θα περιοριστώ εδώ σε τρία βασικά ζητήματα που προκύπτουν από την μελέτη του βιβλίου και την ερμηνεία των απόψεων που ο συγγραφέας παραθέτει:
Α. αναφορικά με το αν μπορεί ο κινηματογράφος, η τηλεόραση ή η λογοτεχνία να αναπαραστήσει (και αναφέρομαι στην αναπαράσταση και όχι στην καταγραφή τεκμηρίων με την μορφή ιστορικού ντοκιμαντέρ ή βιογραφικών κειμένων έστω και με λογοτεχνική μορφή) το τραύμα. Οι διενέξεις γύρω από το θέμα υπήρξαν πολλές και σημαντικές. Η μετατροπή μιας εβραίας σε κομμάτι-γρανάζι του ναζιστικού μηχανισμού στην ταινία Κάπο του Ποντεκόρβο το 1961, η εβδομαδιαία επαφή με το τηλεοπτικό Ολοκαύτωμα στην Ευρώπη και την Αμερική στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ή η προβολή της Shoah του Κλώντ Λάνζμαν στην δεκαετία του ’80 έθεσαν το ερώτημα αν η κινηματογραφική γραφή ξεπερνά τα όρια της αναπαράστασης, αν η μετατροπή μιας τραγωδίας σε σήριαλ οδηγεί σε μια banalité του κακού για να επαναδιατυπώσω τον προβληματισμό της Χάνα Άρεντ όπως διατυπώθηκε την εποχή της δίκης του Άιχμαν . Ο δημόσιος διάλογος για την κινηματογραφική αναπαράσταση της φρίκης θα λάβει στη δεκαετία του 1990 ευρύτερες διαστάσεις τόσο με την περίφημη Λίστα του Σίντλερ του Σπίλμπεργκ όσο και με την Ζωή είναι ωραία του Μπενινι. Η συλλογική κάθαρση μέσω της χολλιγουντιανής γλώσσας και εικόνας που προτείνει ο Σπίλμπεργκ ή η κωμικοτραγική μεταφορά της στρατοπαιδικής εμπειρίας του Μπενίνι αποτέλεσαν πεδία έντονων δημόσιων αντιπαραθέσεων και επανατροφοδότησαν τον διάλογο για τη σχέση μνήμης, τραύματος και δημόσιας ιστορίας. Ο Κόκκινος σωστά διαβλέπει στην αντίδραση για την αισθητικοποίηση του Ολοκαυτώματος μια ατελή διαχείριση και επεξεργασία του τραύματος. Παραθέτω αντί άλλου σχολίου την άποψή του: «Έχω την γνώμη ότι, υπερβαίνοντας τις αποκλειστικές διαζεύξεις, οφείλουμε να αναζητούμε τους αρμόζοντες κάθε φορά τρόπους αναπαράστασης του τραυματικού και ακραίου στη Ιστορία, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την αισθητική του μετουσίωση, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη την ιδέα ότι κάθε τέτοια αναπαράσταση είναι εξ ορισμού ή προβληματική ή ανίερη ή μάταιη, καθότι αδύνατη». Το ερώτημα αν η οπτικοποίηση, αισθητικοποίηση μέσω του κινηματογράφου του Ολοκαυτώματος αφαιρεί την ιστορική μοναδικότητά του και τις τραγικές διαστάσεις του δεν μπορεί να απαντηθεί μονοσήμαντα. Ούτε είναι εύκολοι οι αφορισμοί. Ειδικά όταν η «μόνη» και «αξιόπιστη» αποτύπωση του Ολοκαυτώματος έχει ξεπεραστεί από την ίδια την πραγματικότητα της τέχνης. Το ερώτημα του νομπελίστα Ούγγρου συγγραφέα Ίμρε Κέρτες για την καταλληλότητα του σημειωτικού κώδικα για την αποτύπωση του Ολοκαυτώματος απασχολεί μόνο σε ένα θεωρητικό επίπεδο προβληματισμού. Όπως πάλι σωστά επαναδιατυπώνει ο Κόκκινος ακόμα και η προσφυγή σε αμφισβητήσιμες μορφές αποτύπωσης με χαρακτηριστικά που είδαμε π.χ. στην ταινία του Μπενίνι μπορούν να βοηθήσουν σε μια επιστροφή, σε μια επανεγγραφή στην ιστορική συνείδηση το Ολοκαύτωμα με τρόπους πιο αποτελεσματικούς, πιο εύληπτους απ’το ευρύ κοινό που πιθανώς να παρουσιάζει μια υπερέκθεση στους κοινούς κώδικες.
Β) αναφορικά με την δύναμη της φανταστικής εικόνας όπως αυτή αποδίδεται από την λογοτεχνική γραφή. Η λογοτεχνία ως κώδικας επικοινωνίας όταν αποδίδει το ζήτημα του ολοκαυτώματος, λειτουργεί ταυτόχρονα ως μια κιβωτός διάσωσης μιας διαθλασμένης και εν πολλοίς προσωπικής εικόνας της ιστορίας που την ίδια στιγμή διασώζει και κληροδοτεί την τραυματικότητα της εμπειρίας αλλά από την άλλη λόγω ακριβώς της μορφής της την μετασχηματίζει σε αισθητική απόλαυση. Ο φόβος επομένως μιας αισθητικοποίησης που θα στερεί από το ιστορικό γεγονός την ακριβη χωροχρονική του διάσταση προβάλει εκ νέου ως κίνδυνος. Όμως και σε αυτή την περίπτωση ο Κόκκινος διαπιστώνει-αποδεχόμενος και την οπτική του Χορχε Σεμπρούν-ότι οι λογοτεχνικοί κώδικες και η τέχνη γενικότερα μπορούν να διεισδύσουν δυναμικά στην ουσία των πραγμάτων και να μετουσιώσουν το τράυμα, την ώρα που ούτε ο καθημερινός λόγος, η σχολική εμπειρία ή ιστορική γραφή μπορούν να αναπαριστήσουν την αλήθεια της ναζιστικής βιομηχανοποιημένης εξόντωσης.
Γ) τέλος, αναφορικά με την τρομολαγνική διάσταση αναπαράστασης του Ολοκαυτώματος. Ο Κόκκινος αναλύει τις θεωρητικές προσεγγίσεις σε ένα ζήτημα που συνδέεται εμφανώς με τις προπολεμικές και μεταπολεμικές προσπάθειες ψυχολογικής ερμηνείας συνολικότερα του ναζιστικού φαινομένου και της μετατροπής των ανθρώπων σε μηχανές καταστροφής, μέσα από το παράδειγμα ανάλυσης του μυθιστορήματος του Τζόναθαν Λίτελ Ευμενίδες, που υπήρξε ένα παγκόσμιο best seller πριν 6-7 χρόνια. Ο Λιτελ επιλέγοντας ως ήρωα έναν ναζί αξιωματικό των SS, κομφορμιστή και αριβίστα, με παιδικά τραύματα και κυνική διάθεση, αποδίδεται σε μια περιγραφή της σαδομαζοχιστικής διάστασης της εθνικοσοσιαλιστικής ιδειολογίας. Ο φόβος και ο τρόμος αποδίδονται εξπρεσιονιστικά, τα βασανιστήρια και ο αφανισμός φλερτάρουν με μια διάσταση «πορνογραφικής» απεικόνισης της βίας που καθίσταται εντέλει όχι απλώς ενοχλητική για τον μέσο αναγνώστη αλλά αποκρουστική. Αφιλτράριστη και ωμή, η αποτύπωση της βίας δεν αποτελεί μια πρωτοτυπία του Λίτελ. Η αλήθεια είναι ότι στο επίπεδο της λογοτεχνίας με θέμα το Ολοκάυτωμα ήταν η πρώτη φορά μιας τόσο εμπορικά επιτυχημένης ηδονολατρικής προσέγγισης, που ανταποκρινόταν πλήρως με την αισθητική επικράτηση της βίας στην δημόσια σφαίρα τα τελευταία χρόνια. Η αποτύπωση της σαδομαζοχιστικής διάστασης του ναζισμού αλλά και της γοητείας που άσκησε αλλά κυρίως ασκεί σε ένα μέρος του κοινού η πορνογραφική απεικόνιση της ναζιστικής θηριωδίας απασχόλησε εκτενώς τον κινηματογράφο (κυρίως αυτόν των b-movies με τις περίφημες αμερικάνικες ή ιταλικές παραγωγές του είδους nazi spolation της δεκαετίας του ’70).
Η σταδιακή εγγραφή αυτής της τρομολαγνικής διάστασης στην «κουλτούρα του Ολοκαυτώματος» σε συνδυασμό με την αποδοχή και την κανονικοποίηση της «κουλτουρας της βίας» γενικότερα στις σύγχρονες κοινωνίες αποτελεί κατά την άποψή μου ένα ενδιαφέρον πεδίο που ανοίγει η μελέτη του Κόκκινου. Με άλλα λόγια νομίζω ότι το κοινό (λογοτεχνικό ή κινηματογραφικό ή και τα δύο) βρίσκεται μπροστά ακριβώς σ’αυτό που ο Γκάρυ Βάισμαν περιέγραψε ως μια εξοικείωση με την αναβίωση του τρόμου μέσω των τεχνών (λογοτεχνίας, κινηματογράφου, εικαστικών ή πλαστικών τεχνών) με το να δίνεται μια πρωτεύουσα σημασία στον τρόμο ως ειδοποιό γνώρισμα του ναζισμού και ως το βασικό στοιχείο ερμηνείας του προβλήματος. Σαν να ερμηνεύεται δηλαδή ο ναζισμός και ο παραγόμενος από αυτόν τρόμος ως μια αποκλειστικά ή μια κυρίως ψυχοσωματική απόκλιση της ανίας του αστικού βίου . Με τον τρόπο αυτό δεσμεύεται το συνολικό πλαίσιο της ιστορικής κατανόησης και υποβαθμίζονται οι πολιτικές, ιδεολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές παράμετροι που βοηθούν στην ερμηνεία της εμφάνισης τόσο του ναζισμού όσο και της βιομηχανοποιημένης εξόντωσης στα πλαίσια της καπιταλιστικής μήτρας γέννησής του.
Το βιβλίο του Γ.Κόκκινου απαιτεί την προσοχή του αναγνώστη και οδηγεί αναπόφευκτα στην περαιτέρω μελέτη. Το βιβλίο είναι ταυτόχρονα ερμηνευτική πρόταση και βιβλιογραφικός οδηγός. Αναλύοντας όρους όπως την τραυματική μνήμη και την μεταμνήμη, τις θεωρίες του Ολοκαυτώματος και του τραύματος, τις μορφές πρόσληψης της σχέσης τραύματος και ιστορικής σκέψης και τις διεργασίες ιστορικής από-τραυματοποίησης, ο Κόκκινος προτείνει ένα έργο σύνθετο και πολυεπίπεδο χωρίς να παραβλέπει την παιδαγωγική διάσταση που μπορεί να έχει το συγκεκριμένο ιστορικό παράδειγμα. Χάρη στο έργο του Γιώργου Κόκκινου μου δόθηκε –κι ας μου επιτραπεί μια προσωπική διάσταση στο τελικό αυτό σημείο – η δυνατότητα να εντοπίσω τις διαδρομές και τους συσχετισμούς μεταξύ διαχείρισης του τραύματος και δημόσιας ιστορίας, κι έτσι να αποσαφηνίσω αρκετούς από τους προβληματισμούς που θέτω στην μελέτη του φαινομένου της σχέσης δημόσιας ιστορίας, της λεγόμενης υποκουλτούρας και του ναζισμού που με απασχολεί ερευνητικά. Η ιστορία του Ολοκαυτώματος δεν έχει γραφτεί άπαξ. Τίθεται υπό έναν συνεχή επαναπροσδιορισμό και συνάδει με τις ανάγκες των κοινωνιών να ερμηνεύσουν το παρελθόν ανάλογα με τα νέα δεδομένα κάθε περιόδου. Η αναμέτρηση των ατόμων και των κοινωνιών με το τραυματικό παρελθόν του Ολοκαυτώματος είναι μια διαδικασία δύσκολη, επίπονη και προβληματική που όπως κάθε ψυχαναλυτική προσπάθεια φέρνει τις σύγχρονες κοινωνίες απέναντι όχι μόνο στα ανεπούλωτα τραύματά τους αλλά και στις αδυναμίες τους, στις επικίνδυνες ροπές τους και στην αναγκαιότητα μιας εν τέλει συνεχούς αναμέτρησης με τα φαντάσματα του παρελθόντος που είναι συνεχώς παρόντα.

Περί Ιστορίας και άλλων δαιμονίων